Η γερμανική οικονομία μπορεί να εμφανίζει τις τελευταίες εβδομάδες ενδείξεις σταδιακής ανάκαμψης, όμως στο επίπεδο των επιχειρήσεων η εικόνα παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη.
Οι εταιρικές χρεοκοπίες στη Γερμανία αυξήθηκαν στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 13 ετών κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, καθώς χιλιάδες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες της πολυετούς οικονομικής στασιμότητας, του υψηλού ενεργειακού κόστους και της γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία των γερμανικών δικαστηρίων που επικαλείται το Reuters, 12.812 επιχειρήσεις υπέβαλαν αιτήσεις πτώχευσης από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο, αριθμός αυξημένος κατά 6,7% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Πρόκειται για την υψηλότερη επίδοση για πρώτο εξάμηνο από το 2013, όταν είχαν καταγραφεί 13.253 περιπτώσεις.
Το ποσό των απαιτήσεων των πιστωτών από τις επιχειρηματικές πτωχεύσεις ανήλθε περίπου στα 18,5 δισ. ευρώ, έναντι 28,2 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2025.
Η χαμηλότερη αξία των απαιτήσεων δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η σημερινή εικόνα είναι ηπιότερη: πέρυσι είχαν καταρρεύσει και ορισμένες οικονομικά μεγαλύτερες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα οι συνολικές απαιτήσεις να είναι πολύ υψηλότερες.
Οι μεταφορές και η αποθήκευση στην πιο δύσκολη θέση
Ιδιαίτερα ευάλωτος εμφανίζεται ο κλάδος των μεταφορών και της αποθήκευσης, ο οποίος καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά επιχειρηματικών πτωχεύσεων.
Τα στοιχεία της γερμανικής Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας (Destatis) είχαν ήδη δείξει ότι ο συγκεκριμένος κλάδος παρουσίαζε τη μεγαλύτερη συχνότητα πτωχεύσεων ανά 10.000 επιχειρήσεις.
Τον Φεβρουάριο, για παράδειγμα, καταγράφηκαν 11,1 πτωχεύσεις ανά 10.000 επιχειρήσεις στον κλάδο των μεταφορών και της αποθήκευσης, έναντι 9,7 στην εστίαση και 8,8 στις κατασκευές.
Η πίεση στον τομέα των μεταφορών συνδέεται με το αυξημένο λειτουργικό κόστος, τις τιμές ενέργειας και καυσίμων, αλλά και με τις ευρύτερες αναταράξεις στις ευρωπαϊκές και διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η «κληρονομιά» της πολυετούς κρίσης
Η αύξηση των πτωχεύσεων δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο φαινόμενο του 2026. Η γερμανική επιχειρηματική βάση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια παρατεταμένη περίοδο πίεσης, η οποία ξεκίνησε μετά την ενεργειακή κρίση και την επιβράδυνση της βιομηχανικής παραγωγής και συνεχίστηκε με την ασθενή ζήτηση, τις υψηλές τιμές ενέργειας και τις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Το Leibniz Institute for Economic Research Halle (IWH) κατέγραψε 1.525 εταιρικές πτωχεύσεις τον Αύγουστο, 10% λιγότερες από τον Ιούλιο αλλά 9% περισσότερες από τον Αύγουστο του 2025. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι ο αριθμός ήταν κατά 63% υψηλότερος από τον μέσο όρο ενός Αυγούστου κατά την προ πανδημίας περίοδο 2016-2019.
Το IWH προειδοποιεί μάλιστα ότι η υποχώρηση του Αυγούστου δεν σηματοδοτεί απαραίτητα αλλαγή τάσης.
Οι δικοί του πρόδρομοι δείκτες δείχνουν ότι οι πτωχεύσεις ενδέχεται να παραμείνουν σε πολύ υψηλά επίπεδα και τους επόμενους μήνες.
Τον Αύγουστο, το γερμανικό υπουργείο Οικονομίας είχε επίσης επισημάνει ότι από τον Αύγουστο του 2025 έως τον Ιούλιο του 2026 καταγράφηκαν 18.478 πτωχεύσεις εταιρειών και προσωπικών εταιρειών, αυξημένες κατά 8,3% σε ετήσια βάση.
Μικρή άνοδος και στις πτωχεύσεις καταναλωτών
Η πίεση δεν περιορίζεται στις επιχειρήσεις. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 καταγράφηκαν επίσης 38.932 πτωχεύσεις καταναλωτών, αριθμός αυξημένος κατά 2,4% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του προηγούμενου έτους.
Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι, παρά τη βελτίωση ορισμένων οικονομικών δεικτών, τα νοικοκυριά και οι μικρότερες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αισθάνονται τις συνέπειες της προηγούμενης περιόδου υψηλού κόστους και χαμηλής ανάπτυξης.
Ανάκαμψη στους δείκτες, αλλά όχι ακόμη στην πραγματική οικονομία
Το παράδοξο είναι ότι την ίδια ώρα η γερμανική οικονομία έχει αρχίσει να παρουσιάζει πιο θετικές ενδείξεις.
Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,3% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι αρχικής εκτίμησης για άνοδο 0,2%. Η οικονομία έχει πλέον καταγράψει ανάπτυξη για τρία συνεχόμενα τρίμηνα, μετά από δύο τρίμηνα στασιμότητας το 2025.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν και η άνοδος των εξαγωγών, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 2% στο δεύτερο τρίμηνο, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε μόλις κατά 0,1% και οι επενδύσεις υποχώρησαν κατά 0,2%.
Με άλλα λόγια, η βελτίωση της γερμανικής οικονομίας εξακολουθεί να στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στην εξωτερική ζήτηση και όχι σε μια ισχυρή αναθέρμανση της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας.
Αισιοδοξία στις επιχειρήσεις μετά από έναν δύσκολο κύκλο
Το επιχειρηματικό κλίμα, πάντως, παρουσιάζει σαφή βελτίωση.
Ο δείκτης επιχειρηματικού κλίματος του ifo αυξήθηκε τον Αύγουστο στις 88,8 μονάδες, από 86,7 τον Ιούλιο, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο του τελευταίου έτους. Οι επιχειρήσεις εμφανίστηκαν περισσότερο ικανοποιημένες από την τρέχουσα κατάσταση, ενώ βελτίωσαν αισθητά και τις προσδοκίες τους.
Ο δείκτης προσδοκιών αυξήθηκε στις 89,1 μονάδες από 86,8, ενώ ο δείκτης για την τρέχουσα επιχειρηματική κατάσταση ανήλθε στις 88,5 μονάδες από 86,5. Η βελτίωση καταγράφηκε σε όλους τους βασικούς τομείς της οικονομίας.
Ωστόσο, ακόμη και στην έρευνα του ifo υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια. Οι γερμανικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να δηλώνουν δυσαρεστημένες από το επίπεδο των παραγγελιών, ενώ ο τομέας των μεταφορών και της εφοδιαστικής παραμένει ιδιαίτερα δύσκολος.
Ενέργεια, γεωπολιτική και αμερικανικοί δασμοί κρατούν την πίεση ψηλά
Η ανάκαμψη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικούς κινδύνους. Οι υψηλές τιμές ενέργειας επιβαρύνουν ιδιαίτερα τη γερμανική βιομηχανία, ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι αμερικανικοί δασμοί δημιουργούν πρόσθετη αβεβαιότητα για μια οικονομία που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές.
Το γερμανικό υπουργείο Οικονομίας σημειώνει ότι το κλίμα έχει σταθεροποιηθεί, αλλά παραμένει εύθραυστο, ενώ η αγορά εργασίας εξακολουθεί να παρουσιάζει αδυναμίες. Τον Ιούλιο ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε και η απασχόληση συνέχισε να υποχωρεί.
Παράλληλα, η γερμανική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις επιπτώσεις των υψηλών ενεργειακών τιμών, ενώ τα προβλήματα στις μεταφορές λόγω των χαμηλών επιπέδων του Ρήνου αποτελούν πρόσθετο κίνδυνο για τη βιομηχανική δραστηριότητα.
Η ανάκαμψη μπορεί να έρθει αργότερα από τις πτωχεύσεις
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι συνεπώς διπλή: οι μακροοικονομικοί δείκτες βελτιώνονται, αλλά οι πτωχεύσεις εξακολουθούν να αυξάνονται.
Αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα αντίφαση.
Οι επιχειρήσεις που αντιμετώπισαν προβλήματα τα προηγούμενα χρόνια χρειάζονται χρόνο για να εξαντλήσουν τα αποθέματα ρευστότητας και να οδηγηθούν τελικά σε διαδικασία αφερεγγυότητας. Έτσι, η βελτίωση του ΑΕΠ και του επιχειρηματικού κλίματος μπορεί να προηγείται χρονικά της υποχώρησης των πτωχεύσεων.
Ενδεικτικές είναι οι εκτιμήσεις της Creditreform, σύμφωνα με τις οποίες η αύξηση των εταιρικών πτωχεύσεων μπορεί να συνεχιστεί έως και το 2027, με ουσιαστική αντιστροφή της τάσης να μην αναμένεται πριν από το δεύτερο μισό του επόμενου έτους.
Την ίδια ώρα, οικονομολόγοι εκτιμούν ότι οι κρατικές επενδύσεις σε υποδομές και άμυνα μπορούν να δώσουν ισχυρότερη ώθηση στη γερμανική οικονομία από το 2027.
Το μεγάλο πρόγραμμα επενδύσεων ύψους 500 δισ. ευρώ αναμένεται να ενισχύσει σταδιακά τη ζήτηση και τις επενδύσεις.
Η Γερμανία βρίσκεται έτσι σε μια μεταβατική φάση: η οικονομία φαίνεται να βγαίνει σταδιακά από την παρατεταμένη στασιμότητα, αλλά ένα σημαντικό τμήμα των επιχειρήσεων δεν έχει ακόμη προλάβει να επωφεληθεί από την αλλαγή του κλίματος.
Οι αριθμοί των πτωχεύσεων δείχνουν ότι το κόστος της προηγούμενης κρίσης εξακολουθεί να περνάει στην πραγματική οικονομία.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.