ΚΑΙΡΟΣ

Είναι η Evergrande η νέα Lehman Brothers; Ο φόβος κατάρρευσης και οι τριγμοί στην οικονομία

Οι διεθνείς αγορές δέχονται πιέσεις και οι μετοχές στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης πέφτουν, με τον δείκτη Nasdaq να καταγράφει απώλειες άνω του 3% καθώς εντείνονται οι ανησυχίες αφενός για τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης στις ΗΠΑ και αφετέρου για την πιθανή διάχυση των προβλημάτων του κινεζικού κολοσσού των ακινήτων Evergrande.

Οι επενδυτές εμφανίζονται επίσης νευρικοί ενόψει της συνεδρίασης της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, αυτήν την εβδομάδα, στην οποία θα καθορίσει τη μελλοντική πολιτική της.

Οι ανησυχίες για μια πιθανή χρεοκοπία της Evergrande φαίνεται ότι επηρεάζουν ευρύτερα την αγορά. Ο δείκτης S&P 500 καταγράφει επίσης πτώση 4,8% από το υψηλό που είχε καταγράψει στις 2 Σεπτεμβρίου.

«Σήμερα η αγορά πέφτει λόγω της απειλής μετάδοσης της κρίσης της κινεζικής αγοράς ακινήτων, παρά τις πολλές καλές ειδήσεις που είχαν πρόσφατα για την Covid-19», εξήγησε ο Τζέικ Ντόλαρχαϊντ, ο διευθύνων σύμβουλος της Longbow Asset Management στην Τάλσα της Οκλαχόμα.

Η Evergrande είναι σήμερα αντιμέτωπη με ένα χρέος ύψους 260 δισ. ευρώ. «Ο φόβος της χρεοκοπίας της υποδαυλίζει τον φόβο ότι θα εξελιχθεί σε μια νέα Lehman Brothers», εξήγησε ο αναλυτής Μάικλ Χιούσον της CMC Markets, αναφερόμενος στην αμερικανική τράπεζα, η κατάρρευση της οποίας προκάλεσε την κρίση του 2007-8.

Νωρίτερα, μεγάλες απώλειες κατέγραψε επίσης το Χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ (-3,30% στο κλείσιμο), το μοναδικό μεγάλο ασιατικό χρηματιστήριο που άνοιξε σήμερα, καθώς και τα ευρωπαϊκά: το Παρίσι έκλεισε με πτώση 1,74%, το Μιλάνο ήταν στο -2,57%, η Φραγκφούρτη στο -2,31% και το Λονδίνο στο -0,86%.

Η κινεζική οικονομία έχει ήδη εμφανίσει τις τελευταίες εβδομάδες πολλές ενδείξεις υποχώρησης, τόσο στην κατανάλωση, όσο και στην παραγωγή. «Κάθε επιβράδυνση στην κινεζική οικονομία θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στη ζήτηση βασικών πρώτων υλών, δεδομένου ότι η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής στον κόσμο για πολλά μέταλλα και ορυκτά», εξήγησε ο Ρας Μολντ, ο διευθυντής της επενδυτικής εταιρείας AJ Bell.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ