Του Βαγγέλη Δουράκη
Εφιαλτικές μνήμες από το πρόσφατο παρελθόν σε όσους έχουν -κυρίως- στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενα επιτόκια «ξύπνησε» η απόφαση της Κριστίν Λαγκάρντ για αύξηση του βασικού επιτοκίου του ευρώ κατά 0,25%. Μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι η πρώτη μεγάλη Κεντρική Τράπεζα που υιοθετεί «σφιχτή» νομισματική πολιτική με φόντο τα τεκταινόμενα στη Μέση Ανατολή. Ανάλογη πολιτική με διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων ακολούθησε και λίγο μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, με αποτέλεσμα μια «μαύρη διετία» για τους δανειολήπτες.
Ήταν τότε που οι εγχώριες τράπεζες «πάγωσαν» τις δόσεις στους συνεπείς πελάτες τους, για να αποφύγουν ένα νέο «κύμα» «κόκκινων» δανείων. Βέβαια, οι ίδιες δεν έχασαν καθώς οι τόκοι πληρώθηκαν … κανονικά με τους δανειολήπτες να πετούν χιλιάδες ευρώ στον «κουβά» καθώς πλήρωναν χωρίς να μειώνουν στο ελάχιστο το κεφάλαιο που χρωστούσαν
Πόσο επιβαρύνονται οι δόσεις
Να τα πάρουμε όμως από την αρχή: Η ΕΚΤ εγκαταλείπει την πολιτική χαλάρωσης και προχωρά σε αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, καθώς η εκτίναξη των ενεργειακών τιμών λόγω του πολέμου στο Ιράν αναζωπυρώνει τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη. Η κίνηση σηματοδοτεί την επιστροφή της Φρανκφούρτης στη μάχη κατά των τιμών, παρά την επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης και τους αυξανόμενους φόβους για στασιμοπληθωρισμό.
Ο μεγάλος «πονοκέφαλος» αφορά κυρίως όσους έχουν δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο, του οποίου το συνολικό κόστος βασίζεται είτε στο διατραπεζικό euribor, είτε στο επιτόκιο της ΕΚΤ συν περιθώριο κέρδους. Κατά συνήθη πρακτική, το euribor ακολουθεί κατά πόδας τα εκάστοτε επίπεδα του επιτοκίου της ΕΚΤ, αν και αυτό δεν γίνεται πάντα από την πρώτη μέρα.
ΠΡΟΣΟΧΗ, όμως: «Παγίδα» θα μπορούσε να θεωρηθεί και το ότι σε δάνεια που έχουν ως βάση το επιτόκιο της ΕΚΤ (αντί του euribor) συν spread, υπάρχει συνήθως ρήτρα στο συμβόλαιο ότι αν το διατραπεζικό επιτόκιο υπολείπεται του αντίστοιχου της Κεντρικής Τράπεζας, θα λαμβάνεται υπόψη το euribor.
Όπως και να έχει το βέβαιο είναι ότι όσοι έχουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κυμαινόμενο επιτόκιο στα δάνειά τους, συνδεδεμένο με το ευρωπαϊκό, θα δουν την δόση του δανείου τους να αυξάνεται: Υπολογίζεται πως σε δάνειο κυμαινόμενου επιτοκίου ύψους 100.000 ευρώ με εναπομένουσα διάρκεια 20 ετών, μια αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης επιβαρύνει τη μηνιαία δόση κατά 12-15 ευρώ. Και φυσικά όσο αυξάνεται η διάρκεια αποπληρωμής και το ποσό αντιστοίχως «τσιμπάει» και η επιβάρυνση στην δόση.
Είναι ενδεικτικό ότι για παράδειγμα, στεγαστικό δάνειο 100.000 ευρώ , διάρκειας 25 ετών με κυμαινόμενο επιτόκιο 4% έχει σήμερα δόση 534,49 ευρώ. Με την αύξηση του επιτοκίου στο 4,25% η μηνιαία δόση για το ίδιο δάνειο αυξάνεται στα 548,48 ευρώ.
Για στεγαστικό δάνειο ύψους 150.000 ευρώ με υπολειπόμενη διάρκεια 20 ετών, η αύξηση κατά 0,25% μπορεί να οδηγήσει σε επιβάρυνση της τάξης των 20 ευρώ τον μήνα ή περίπου 240 έως 300 ευρώ ετησίως.
Σε ένα δάνειο πχ 150.000 ευρώ κυμαινόμενου επιτοκίου αλλά με περίοδο αποπληρωμής 30 ετών, η δόση των 705 ευρώ θα γίνει 726 ευρώ.
Μικρότερη η επιβάρυνση για τα δάνεια που έχουν ληφθεί μέσω των προγραμμάτων Σπίτι μου Ι και ΙΙ: Η κρατική επιδότηση απορροφά το 50% της ζημιάς περιορίζοντας αντίστοιχα την επιβάρυνση της δόσης από την αύξηση των επιτοκίων.
Τι ισχύει με το υπολειπόμενο κεφάλαιο
Εδώ πάντως να σημειώσουμε πως «ζημιά» τα νοικοκυριά έχουν ήδη υποστεί από τις αναπροσαρμογές των επιτοκίων την διετία 2022-‘24, καθώς οι περισσότεροι δανειολήπτες εκείνο το διάστημα πλήρωναν μόνον τόκους και δεν αποπλήρωναν κεφάλαιο.
Κάτι που ήταν εμφανές ακόμη και σε δάνεια που αν και συνδεδεμένα με τα ευρωεπιτόκια είχαν ρυθμιστεί νωρίτερα σε «σταθερές» δόσεις.
Χαρακτηριστικό, είναι το παράδειγμα ενός στεγαστικού δανείου ύψους 250.000 ευρώ, το οποίο είχε ληφθεί το 2007 με επιτόκιο συνδεδεμένο με εκείνο της ΕΚΤ και περιθώριο κέρδους της Τράπεζας μόλις 0,80%.
Ο δανειολήπτης την περίοδο αυξήσεων των επιτοκίων από τον Ζαν Κλοντ Τρισέ αναγκάστηκε να το ρυθμίσει και να περιορίσει την δόση.
Έτσι, σε συνεργασία με την τράπεζά του την μετέτρεψε σε «σταθερή» με συμφωνία αναπροσαρμογής της ανά 3ετία και με το επιτόκιο να παραμένει κυμαινόμενο.
Το υπόλοιπο του δανείου, με τον κάτοχό του να είναι συνεπής στην εξόφληση των δόσεων, διαμορφωνόταν τον Ιούνιο του 2022 στο ποσό των 187.393 ευρώ.
Ο δανειολήπτης εκείνη την περίοδο είχε καταφέρει να πληρώνει μία δόση που κατά το ήμισυ κάλυπτε τον τόκο, με το υπόλοιπο ποσό να «ροκανίζει» το κεφάλαιο.
Τότε ήταν που άρχισαν οι αυξήσεις των επιτοκίων από την Κριστίν Λαγκάρντ.
Η δόση, η οποία κατέβαλλε ο εν λόγω δανειολήπτης και που διαμορφωνόταν στα 513 ευρώ, από τον Δεκέμβριο του 2022 και μετά πήγαινε ολόκληρη για να καλύψει τον αυξημένο τόκο… Έτσι, για σχεδόν δύο χρόνια πλήρωνε μόνον τόκους: Είχε καταβάλλει 7.695 ευρώ, χρήματα που δόθηκαν για καλυφθούν οι αυξήσεις των επιτοκίων.
Ως αποτέλεσμα το υπόλοιπο του δανείου του από 187.393 ευρώ τον Ιούνιο του ’22 αυξήθηκε στα 188.389 ως το α΄ τρίμηνο του ’24. Παρά το ότι πλήρωνε κανονικά λοιπόν τις δόσεις, το κεφάλαιο που χρωστά στην Τράπεζα «φούσκωσε» σχεδόν 1.000 ευρώ.
Με άλλα λόγια, δεν είναι μόνον ότι αυξάνονται οι δόσεις των δανείων, αλλά και το ότι ταυτόχρονα δεν μειώνεται το κεφάλαιο.
«Τυχεροί» μπορούν να αισθάνονται όσοι έχουν δάνεια με σταθερό επιτόκιο, καθώς οι όποιες αναπροσαρμογές του βασικού επιτοκίου του ευρώ δεν τους επηρεάζει.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.