ΚΑΙΡΟΣ

Η Shell συνέχισε για χρόνια τη λειτουργία αγωγού στη Νιγηρία παρά τις προειδοποιήσεις για εκτεταμένη ρύπανση

Κοινότητες στο Δέλτα του Νίγηρα διεκδικούν αποζημιώσεις ύψους 1 δισ. δολαρίων, καταγγέλλοντας καταστροφή του περιβάλλοντος και των μέσων βιοπορισμού τους

Η πετρελαϊκή Shell συνέχισε να λειτουργεί επί σειρά ετών έναν από τους βασικούς αγωγούς πετρελαίου της στη Νιγηρία, παρότι γνώριζε ότι προκαλούσε εκτεταμένη περιβαλλοντική ρύπανση, αγνοώντας προειδοποιήσεις στελεχών της και παραβιάζοντας ακόμη και τα δικά της τεχνικά πρότυπα, σύμφωνα με εσωτερικά έγγραφα που εξασφάλισε το BBC.

Τα έγγραφα, που περιλαμβάνουν ηλεκτρονική αλληλογραφία και εσωτερικές παρουσιάσεις, αποκαλύπτουν ότι ανώτατο στέλεχος της εταιρείας είχε ήδη από το 2008 προειδοποιήσει για τους κινδύνους που συνεπαγόταν η συνέχιση της μεταφοράς εκατομμυρίων βαρελιών ακατέργαστου πετρελαίου μέσω ενός από τους σημαντικότερους αγωγούς της εταιρείας στη μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγό χώρα της Αφρικής. Την περίοδο εκείνη ο αγωγός δεχόταν εκτεταμένες επιθέσεις κλοπής πετρελαίου και παρουσίαζε σοβαρές τεχνικές αστοχίες.

Στο πετρελαιοφόρο Δέλτα του Νίγηρα, στη νότια Νιγηρία, δεκαετίες διαρροών έχουν αφήσει πίσω τους ένα βαθιά τραυματισμένο περιβάλλον, με τους υγροτόπους να καλύπτονται ολοένα και περισσότερο από αργό πετρέλαιο και μολυσμένα ιζήματα.

Το BBC απέκτησε τα συγκεκριμένα έγγραφα στο πλαίσιο δικαστικής διαμάχης που εκκρεμεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κοινότητες που ζουν γύρω από τα ποτάμια και τα μακρόβια δάση του Δέλτα του Νίγηρα ζητούν να αναγνωριστεί η ευθύνη της Shell για τη ρύπανση που προκλήθηκε από περισσότερες από 100 διαρροές πετρελαίου, οι οποίες συνδέονται με κλοπές και παράνομη διύλιση μεταξύ 2011 και 2013 και, όπως υποστηρίζουν, έπληξαν την υγεία, το περιβάλλον και τα μέσα βιοπορισμού τους.

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο αγωγός Nembe Creek Trunk Line, μήκους περίπου 96,5 χιλιομέτρων, ο οποίος διέρχεται κοντά από την κοινότητα Μπιλέ, ένα σύμπλεγμα 45 νησιών, μεταφέροντας πετρέλαιο από τα εσωτερικά κοιτάσματα σε παράκτια εγκατάσταση εξαγωγής.

Ο αγωγός, τον οποίο η Shell πούλησε πέρυσι, ήταν μία από τις σημαντικότερες αλλά και πιο προβληματικές υποδομές της εταιρείας στη Νιγηρία. Είχε δυνατότητα μεταφοράς έως και 150.000 βαρελιών ημερησίως, αλλά βρέθηκε επανειλημμένα στο στόχαστρο διαρροών και κυκλωμάτων παράνομης άντλησης πετρελαίου.

Στα δικαστικά έγγραφα η Shell υποστηρίζει ότι η πλειονότητα της ρύπανσης προκλήθηκε από «εκτεταμένες κλοπές πετρελαίου, δολιοφθορές» και δεκάδες παράνομα διυλιστήρια, επισημαίνοντας ότι η θυγατρική της στη Νιγηρία επένδυσε σημαντικά ποσά επί σειρά ετών για την πρόληψη και αντιμετώπιση διαρροών.

Ωστόσο, κάτοικοι της περιοχής περιγράφουν μια δραματικά διαφορετική εικόνα. Ο 64χρονος ψαράς Μπαλαφάμα Αουγκούστους Μπρους, ένας από τους ενάγοντες στην υπόθεση, δήλωσε ότι πριν από τις διαρροές η περιοχή διέθετε πλούσιους αλιευτικούς πόρους.

«Πριν από το 2011 εδώ ήταν ένας πανέμορφος τόπος. Οι άνθρωποι έπαιζαν και κολυμπούσαν στο ποτάμι», ανέφερε. Όπως είπε, κάποτε έπιανε σαρδέλες, γατόψαρα, τιλάπιες και στρείδια, όμως σήμερα πολλά είδη έχουν εξαφανιστεί ή εμφανίζονται παραμορφωμένα. «Κανείς δεν ψαρεύει πλέον εδώ. Εξαιτίας αυτής της καταστροφής έχω φτωχύνει. Ζω κυριολεκτικά από μέρα σε μέρα», είπε χαρακτηριστικά.

Οι κοινότητες διεκδικούν συνολικά αποζημιώσεις ύψους 1 δισ. δολαρίων, εκ των οποίων 250 εκατ. δολάρια αφορούν αποζημιώσεις και 750 εκατ. δολάρια έργα αποκατάστασης του περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, από το 1958, όταν η Shell πραγματοποίησε την πρώτη εξαγωγή πετρελαίου από τη Νιγηρία, έχουν χυθεί τουλάχιστον 13 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου σε περισσότερα από 7.000 περιστατικά.

Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις επιχειρούν εδώ και δεκαετίες να αποδώσουν ευθύνες στις πολυεθνικές πετρελαϊκές εταιρείες για τις ζημιές στην περιοχή. Μεταξύ των πιο γνωστών επικριτών της Shell ήταν ο συγγραφέας και ακτιβιστής Κεν Σάρο-Ουίβα, ο οποίος εκτελέστηκε το 1995 από το τότε στρατιωτικό καθεστώς της Νιγηρίας, έπειτα από κινητοποιήσεις κατά της ρύπανσης στην περιοχή Ογκονιλάντ.

Οι προειδοποιήσεις του 2008

Εσωτερική αλληλογραφία της Shell από τον Οκτώβριο του 2008 αποκαλύπτει έντονη διαφωνία μεταξύ ανώτατων στελεχών για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η συνέχιση της λειτουργίας του αγωγού.

Ο τότε τεχνικός αντιπρόεδρος της εταιρείας, Μάρκους Ντρολ, εξέφραζε σοβαρές επιφυλάξεις για την απόφαση να παραμείνει σε λειτουργία ο αγωγός εκτός των προβλεπόμενων τεχνικών προδιαγραφών.

«Αν υπάρξει ακόμη μία μεγάλη εκρηκτική επίθεση αύριο, μπορεί να βρεθούμε στη θέση να αναγκαστούμε να σταματήσουμε πλήρως την παραγωγή», έγραφε.

Παράλληλα αμφισβητούσε αν υπήρχαν επαρκείς δικλίδες ασφαλείας, προειδοποιώντας ότι και άλλα τμήματα του αγωγού ενδεχομένως βρίσκονταν σε κακή κατάσταση.

Η τότε περιφερειακή αντιπρόεδρος της Shell, Αν Πίκαρντ, απάντησε επικρίνοντάς τον επειδή δεν είχε χαρακτηρίσει το email ως «νομικά προστατευμένο», γεγονός που θα απέτρεπε τη χρήση του σε μελλοντικές δικαστικές διαδικασίες.

Παρότι παραδέχθηκε ότι η απόφαση δεν ήταν εύκολη, υποστήριξε πως η συνέχιση της λειτουργίας αποτελούσε τη λύση με το μικρότερο ρίσκο τόσο για τους ανθρώπους όσο και για το περιβάλλον.

Το 2012 ο αγωγός χαρακτηρίστηκε «κόκκινος»

Άλλο εσωτερικό έγγραφο του 2012, το οποίο παρέμενε μέχρι σήμερα εμπιστευτικό, δείχνει ότι στελέχη της Shell είχαν κατατάξει τμήματα του αγωγού στην κατηγορία «κόκκινο», λόγω εκτεταμένων παράνομων συνδέσεων που χρησιμοποιούνταν για κλοπή πετρελαίου.

Σύμφωνα με τους ίδιους τους κανονισμούς της εταιρείας, ο χαρακτηρισμός αυτός απαιτούσε είτε άμεση διακοπή λειτουργίας είτε άμεσες διορθωτικές παρεμβάσεις.

Παρά τις διαπιστώσεις αυτές, οι υπεύθυνοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το κλείσιμο του αγωγού θα οδηγούσε απλώς στη δημιουργία νέων παράνομων συνδέσεων σε άλλα σημεία του δικτύου. Έτσι δόθηκε άδεια να συνεχιστεί η άντληση πετρελαίου.

Η Shell υποστήριξε στο BBC ότι οι αποφάσεις ελήφθησαν λαμβάνοντας υπόψη ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον, το οποίο περιλάμβανε μαζικές κλοπές πετρελαίου, παράνομη διύλιση και δράση ένοπλων ομάδων.

Ανησυχίες για πιθανό έλεγχο

Σε ηλεκτρονική αλληλογραφία του Φεβρουαρίου του 2013, στελέχη της εταιρείας συζητούσαν τη διεξαγωγή ελέγχου σχετικά με τη διαχείριση των κλοπών πετρελαίου και την ακεραιότητα των αγωγών την περίοδο 2009-2012.

Ο Βίνσεντ Χόλταμ, τότε γενικός διευθυντής χερσαίων εγκαταστάσεων της θυγατρικής της Shell στη Νιγηρία, προειδοποιούσε ότι ένας τέτοιος έλεγχος ίσως «προκαλούσε περισσότερο κακό παρά καλό».

«Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το αποτέλεσμα θα είναι ΜΗ ΑΠΟΔΕΚΤΟ, οπότε ενδέχεται να βρεθούμε ιδιαίτερα εκτεθειμένοι απέναντι σε διεκδικήσεις αποζημιώσεων από την κυβέρνηση ή τις τοπικές κοινότητες», ανέφερε.

Τα έγγραφα δεν αποκαλύπτουν εάν ο συγκεκριμένος έλεγχος πραγματοποιήθηκε τελικά.

Η μυστική επιχείρηση «Project Madrid»

Τον επόμενο μήνα, η Shell ξεκίνησε μια άκρως εμπιστευτική εσωτερική πρωτοβουλία με την κωδική ονομασία «Project Madrid», προκειμένου να αξιολογήσει τη διαχείριση των διαρροών στη Νιγηρία.

Εσωτερική παρουσίαση 36 σελίδων υπολόγιζε ότι περίπου 100 παράνομα διυλιστήρια λειτουργούσαν γύρω από τον αγωγό, προκαλώντας ρύπανση σε περίπου 9.000 εκτάρια υδάτινων εκτάσεων και άλλα 9.000 εκτάρια γης.

Παράλληλα, καταγραφόταν ότι συνεργεία της εταιρείας πραγματοποιούσαν εργασίες καθαρισμού σε 18 καταγεγραμμένες διαρροές που συνδέονταν με περίπου 60 σημεία παράνομης άντλησης πετρελαίου.

Στα στελέχη παρουσιάστηκαν διάφορα σενάρια, από προσωρινές διακοπές λειτουργίας για επισκευές έως και πολυετή αναστολή της παραγωγής προκειμένου να αντιμετωπιστεί συνολικά το πρόβλημα.

Τα έγγραφα δεν αποκαλύπτουν ποια επιλογή υιοθετήθηκε τελικά, ωστόσο ο αγωγός επανήλθε σε λειτουργία μετά από σειρά προσωρινών διακοπών για επισκευές μέσα στο 2013.

Η Shell υποστηρίζει ότι τα έγγραφα παρουσιάζονται εκτός του ευρύτερου πλαισίου λειτουργίας στο Δέλτα του Νίγηρα και ότι δεν αποτυπώνουν τις προκλήσεις που δημιουργούσε η εκτεταμένη οργανωμένη εγκληματικότητα στην περιοχή.

«Οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονταν στο Λονδίνο»

Το δικηγορικό γραφείο Leigh Day, που εκπροσωπεί τις κοινότητες στη βρετανική δικαιοσύνη, υποστηρίζει ότι οι κρίσιμες αποφάσεις για τη λειτουργία της θυγατρικής στη Νιγηρία λαμβάνονταν τελικά από τη μητρική εταιρεία στο Λονδίνο και ότι αυτές οι αποφάσεις οδήγησαν στην περιβαλλοντική καταστροφή της περιοχής.

Η Shell δήλωσε ότι επικοινώνησε με τα τρία πρώην στελέχη που κατονομάζονται στα έγγραφα, χωρίς κανένα από αυτά να επιθυμεί να σχολιάσει δημόσια. Παράλληλα, υποστήριξε ότι μέλη της κοινότητας του Μπιλέ συμμετείχαν επίσης σε κλοπές πετρελαίου.

Η εταιρεία εμφανίζεται αποφασισμένη να υπερασπιστεί τη θέση της στη δίκη που αναμένεται να διεξαχθεί το επόμενο έτος.

Την ίδια ώρα, κάτοικοι όπως η 49χρονη Ταμινοϊμπιτέιν Φίλιπ, η οποία συλλέγει θαλάσσια σαλιγκάρια από τα μακρόβια δάση, υποστηρίζουν ότι η Shell εξακολουθεί να φέρει ευθύνη για τις επιπτώσεις, ακόμη και μετά την πώληση του αγωγού.

«Πηγαίνεις πια στους βάλτους και δεν βρίσκεις τίποτα. Η μυρωδιά μάς σκοτώνει. Άλλοτε μυρίζει αργό πετρέλαιο, άλλοτε αέριο. Εμείς δεν έχουμε κανένα όφελος. Μόνο υποφέρουμε», λέει.

Για πολλούς κατοίκους, η μοναδική ελπίδα είναι η δικαστική μάχη να οδηγήσει τελικά σε ουσιαστικό καθαρισμό της περιοχής.

«Ας έρθουν να καθαρίσουν το ποτάμι μας», καταλήγει.

Πηγή: skai.gr