ΚΑΙΡΟΣ

Τι κρύβει η εμπορική σύγκρουση ΗΠΑ-Καναδά;

Η εμπορική διαμάχη Καναδά-ΗΠΑ εξελίσσεται σε ζήτημα εθνικής κυριαρχίας για τον Καναδά, που αντιστέκεται στις πιέσεις του Τραμπ, μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων και την επιβολή αμοιβαίων δασμών σε δισεκατομμύρια δολάρια.

Για τον Καναδά η εμπορική διένεξη με τις ΗΠΑ εξελίσσεται σε διακύβευμα για την εθνική κυριαρχία της χώρας. Θα ακολουθήσουν και άλλοι τη σκληρή στάση του πρωθυπουργού Κάρνεϊ;Διακριτική επιδοκιμασία προκαλεί η στάση του Καναδά στη μακροχρόνια εμπορική διαμάχη με τις ΗΠΑ και η άρνηση της καναδικής κυβέρνησης να υποχωρήσει στις πιέσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Ο τελευταίος γύρος συνομιλιών μεταξύ των δύο χωρών έληξε στις 21 Αυγούστου χωρίς αποτέλεσμα και ενώ, ακόμη και μέχρι την τελευταία στιγμή, οι δύο πλευρές έδιναν την εντύπωση πως θα ήταν εφικτή μία συμφωνία.

Στη συνέχεια, όμως, οι ΗΠΑ επέβαλαν δασμούς 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας περίπου 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων (17,2 δισ. ευρώ), ενώ από την πλευρά της η Οτάβα δεσμεύτηκε να επιβάλει αντίστοιχους δασμούς στις αμερικανικές εισαγωγές.

Μέχρι να ναυαγήσουν οι συνομιλίες, η καναδική στρατηγική ήταν να επιτευχθεί μια συμφωνία που θα μείωνε τους δασμούς και θα διατηρούσε τη λειτουργία των διασυνοριακών αλυσίδων εφοδιασμού, ιδιαίτερα στους κλάδους της αυτοκινητοβιομηχανίας και του χάλυβα. Οι Αμερικανοί κατηγορούνται τώρα ότι άλλαξαν τους όρους της διαπραγμάτευσης την τελευταία στιγμή, σε μία προσπάθεια να υποχρεώσουν τον Καναδά να ευθυγραμμιστεί με τους αμερικανικούς δασμούς εναντίον της Κίνας.

Σύμφωνα με την Οτάβα, η Ουάσινγκτον επιδίωκε να έχει λόγο σε μελλοντικές εμπορικές συμφωνίες του Καναδά με τρίτες χώρες, ώστε να αποτρέψει μία μελλοντική εισαγωγή κινεζικών προϊόντων μέσω Καναδά κατά παράκαμψη των δασμών που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ.

Ζήτημα κυριαρχίας η εμπορική διένεξη

Μιλώντας στην Deutsche Welle ο Νταν Τσιούριακ, συνεργάτης του καναδικού Center for International Governance Innovation, υποστηρίζει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ οικοδομεί ένα «βορειοαμερικανικό φρούριο» στο διεθνές εμπόριο και αγγίζει ένα ζήτημα εθνικής κυριαρχίας για την Οτάβα. «Ο Καναδάς είναι εμπορικό έθνος», λέει ο Τσιούριακ. «Αν ευθυγραμμιστούμε πλήρως με τους Αμερικανούς, ιδιαίτερα όσον αφορά την Κίνα, είναι σαν να θυσιάζουμε τη δική μας εμπορική πολιτική».

Υπάρχει πρόσφατο προηγούμενο. Όταν οι ΗΠΑ είχαν επιβάλει, πέρυσι, δασμούς 100% στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα, ο Καναδάς ακολούθησε το παράδειγμά τους. Το Πεκίνο αντέδρασε επιβάλλοντας δασμούς 100% στην ελαιοκράμβη, ένα από τα πιο σημαντικά εξαγωγικά προϊόντα του Καναδά. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του Canada-China Business Council (CCBC), οι εξαγωγές ελαίου, ζωοτροφών και σπόρων ελαιοκράμβης προς την Κίνα, συνολικής αξίας 4,9 δισ. δολαρίων, μειώθηκαν κατά το ήμισυ το περασμένο έτος.

«Η μικρότερη χώρα πληρώνει το μεγαλύτερο τίμημα σε αυτά τα παιχνίδια ισχύος και για τον Καναδά αυτός είναι ένας πολύ καλός λόγος να διατηρεί μία δική του, ανεξάρτητη εμπορική πολιτική» προειδοποιεί ο Τσιούριακ.

Επιπλέον, η Οτάβα καταγγέλλει ότι η Ουάσιγκτον ζητούσε εξαιρέσεις από τους υφιστάμενους κανόνες προστασίας των γαλλόφωνων ταινιών και τηλεοπτικών παραγωγών . Για τον Καναδά, αυτό συνιστά παρέμβαση στη γλώσσα και τον πολιτισμό του.

Οι Καναδοί θέλουν σκληρή στάση

Η διαπραγματευτική γραμμή του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ απέναντι στις ΗΠΑ συγκεντρώνει ευρεία λαϊκή υποστήριξη, παρά την αβεβαιότητα και το αυξημένο κόστος που επωμίζονται οι καναδικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με έρευνα του Angus Reid Institute, τρεις στους τέσσερις Καναδούς στηρίζουν την σκληρή διαπραγματευτική στάση.

Ο Νταν Τσιούριακ υπογραμμίζει ότι οι επανειλημμένες αναφορές του Τραμπ για μετατροπή του Καναδά στην 51η πολιτεία των ΗΠΑ, καθώς και οι απειλές για μετονομασία της λίμνης Οντάριο σε «Lake America», ενισχύουν την επιθυμία των Καναδών να μποϊκοτάρουν τα αμερικανικά προϊόντα, αλλά και να απέχουν από ταξίδια στις ΗΠΑ. Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι οι επισκέψεις στις ΗΠΑ έχουν μειωθεί κατά 500.000 το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ οι δαπάνες των Καναδών επισκεπτών σε όσα ταξίδια πραγματοποίησαν τελικά, έχουν επίσης μειωθεί κατά 800 εκατομμύρια δολάρια.

Σύμφωνα με έρευνα που διενήργησε τον Ιούλιο το Angus Reid Institute, το 40% των Καναδών που αγοράζουν τρόφιμα ελέγχει τη χώρα προέλευσης και πολλοί αποφεύγουν τα προϊόντα «made in USA», όταν υπάρχει εναλλακτική επιλογή.

Παρότι οι οικονομίες των ΗΠΑ και του Καναδά είναι στενά συνδεδεμένες, οι νέοι αμερικανικοί δασμοί αφορούν μόλις το 5% των καναδικών εξαγωγών αγαθών προς τις ΗΠΑ (συνολικής αξίας 382 δισ. δολαρίων). Η Royal Bank of Canada προειδοποιεί, πάντως, ότι η αποτυχία για την επίτευξη εμπορικής συμφωνίας θα μπορούσε να επηρεάσει κατά 0,4% το ΑΕΠ και την απασχόληση. Ο Τρέβορ Τομπ, οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Κάλγκαρι, εκτιμά ότι κινδυνεύουν έως και 90.000 θέσεις εργασίας στον Καναδά.

Η στάση του Καναδά παρακολουθείται διεθνώς

Άλλες κυβερνήσεις παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τις εξελίξεις. Στις δικές τους εμπορικές διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και δεκάδες εμπορικοί εταίροι μικρότερου βεληνεκούς έχουν συμφωνήσει σε συμβιβαστικές λύσεις. Μόνο η Κίνα έχει αντιμετωπίσει δυναμικά τις απειλές Τραμπ περί δασμών, απαντώντας με αντίστοιχα αντίμετρα και επιχειρώντας να διαπραγματευθεί ως ισότιμη υπερδύναμη, αντί να αποδεχθεί την πρώτη συμφωνία που έπεσε στο τραπέζι.

Τον περασμένο Ιανουάριο, μιλώντας στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, ο Καναδός πρωθυπουργός Κάρνεϊ προειδοποιούσε ότι οι μεσαίες δυνάμεις πρέπει να δράσουν από κοινού, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «όταν δεν παρακάθεσαι στο τραπέζι, τότε θα βρεθείς στο μενού».

Προς το παρόν, ο Κάρνεϊ είναι σχεδόν ο μόνος που διατηρεί αυτή τη γραμμή. Στις 8 Σεπτεμβρίου τίθενται σε ισχύ οι νέοι δασμοί της Οτάβα σε αμερικανικά αγαθά όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο, τα γαλακτομικά προϊόντα και τα ηλεκτρονικά είδη, συνολικής αξίας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Δεν αποκλείεται να προκαλέσουν αντίμετρα από την πλευρά των ΗΠΑ.

Νέες πιέσεις από Τραμπ

Ήδη από τον Ιανουάριο, ο πρόεδρος Τραμπ απειλεί να αυξήσει τους δασμούς σε καναδικά αυτοκίνητα, φορτηγά, εξαρτήματα και προϊόντα χάλυβα, εκτός εάν η παραγωγή τους μεταφερθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παράλληλα, αρνείται να παρατείνει για ακόμη 16 χρόνια την εμπορική συμφωνία ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά (USMCA) και υποστηρίζει ότι η συμφωνία αυτή θα πρέπει να επανεξετάζεται κάθε χρόνο. Από τη στιγμή που δεν έχουν προγραμματιστεί νέες συνομιλίες με τις ΗΠΑ, οι Καναδοί νομοθέτες διερευνούν τώρα εμπορικές ευκαιρίες σε άλλες αγορές, αλλά και πρόσθετα αντίμετρα έναντι των ΗΠΑ. Σε αυτά περιλαμβάνεται η υπαναχώρηση από τη συμφωνία για την αγορά αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών.

Μέχρι στιγμής, ο Καναδάς σχεδίαζε να αγοράσει 88 μαχητικά F‑35, τα οποία κατασκευάζει η αμερικανική Lockheed Martin. Ήδη έχουν παραγγελθεί 16 αεροσκάφη, αλλά οι υπόλοιπες παραγγελίες έχουν πλέον «παγώσει».

Και αυτό γιατί, όπως λέει ο πρωθυπουργός της καναδικής επαρχίας British Columbia, Ντέιβιντ Ίμπι, «όταν ένας φίλος σου σε χτυπάει πισώπλατα, ένας βασικός κανόνας είναι ότι δεν πας αμέσως μετά να αγοράσεις από αυτόν μαχητικά αεροσκάφη αξίας 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων…».

Επιμέλεια: Γιάννης Παπαδημητρίου

Πηγή: Deutsche Welle