Στέλεχος των New York Times δολοφονήθηκε από τα πεθερικά του – Η δικαστική διαμάχη για τα παιδιά και οι αλληλοκατηγορίες

Ο 40χρονος διευθυντής μηχανικής των New York Times έπεσε νεκρός σε χώρο στάθμευσης στην Καλιφόρνια, ενώ βρισκόταν σε προγραμματισμένη επίσκεψη με τα τρία παιδιά του.

Στέλεχος των New York Times δολοφονήθηκε από τα πεθερικά του

Ο Τζόναθαν ΜακΚίνσεϊ, 40 ετών, διευθυντής μηχανικής στον τομέα των παιχνιδιών των New York Times, δολοφονήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου σε χώρο στάθμευσης αθλητικών εγκαταστάσεων στο Δουβλίνο της Καλιφόρνιας, με κατηγορούμενους τους γονείς της εν διαστάσει συζύγου του. Σύμφωνα με όσα αποκάλυψαν οι εισαγγελείς, ο ΜακΚίνσεϊ βρισκόταν εκεί για να συναντήσει τα τρία παιδιά του στο πλαίσιο επίσκεψης υπό την επίβλεψη κοινωνικού λειτουργού.

Η Σίλι Τσεν και ο Σούγιονγκ Ζανγκ, αμφότεροι 77 ετών, εμφανίστηκαν τη Δευτέρα ενώπιον δικαστηρίου και δήλωσαν αθώοι στις κατηγορίες για φόνο πρώτου βαθμού. Η υπόθεση αφορά τη δολοφονία του γαμπρού τους, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικογένεια βρισκόταν σε έντονη αντιπαράθεση για το διαζύγιο και την επιμέλεια των παιδιών.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα των αμερικανικών μέσων ενημέρωσης, αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν ότι οι δύο ηλικιωμένοι πυροβόλησαν διαδοχικά τον ΜακΚίνσεϊ. Οι κατηγορούμενοι συνελήφθησαν λίγο μετά το περιστατικό και παραμένουν υπό κράτηση χωρίς δυνατότητα καταβολής εγγύησης.

Οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης και οι καταγγελίες για απειλές

Κατά την ακροαματική διαδικασία της Δευτέρας, ο δικηγόρος της Τσεν, Κέρτις Μπριγκς, υποστήριξε ότι η εντολέας του φοβόταν τον ΜακΚίνσεϊ και ότι η επίθεση δεν ήταν προσχεδιασμένη, αλλά προέκυψε αυθόρμητα.

Ο δικηγόρος ισχυρίστηκε ότι ο 40χρονος είχε απειλήσει επανειλημμένα τη μητέρα της συζύγου του, φτάνοντας, σύμφωνα με τον ίδιο, να αναφέρει ότι θα προσλάμβανε τρίτο πρόσωπο για να τη σκοτώσει. Υποστήριξε επίσης ότι το ζευγάρι αγόρασε όπλα τον Μάρτιο του 2026, επειδή φοβόταν τον γαμπρό του και ήθελε να προστατευθεί.

Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν μέρος της υπερασπιστικής γραμμής και δεν συνιστούν δικαστικά αποδεδειγμένα γεγονότα. Οι εισαγγελείς δεν έχουν ανακοινώσει δημοσίως οριστικό κίνητρο για τη δολοφονία.

Ο Μπριγκς ανέφερε ακόμη ότι ο ΜακΚίνσεϊ ολοκλήρωνε την εποπτευόμενη επίσκεψή του με τα παιδιά όταν σημειώθηκε το περιστατικό. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, η παρουσία κοινωνικού λειτουργού είχε κριθεί αναγκαία λόγω ανησυχιών για την ασφάλεια των παιδιών.

Ένα διαζύγιο με αλληλοκατηγορίες για κακοποίηση

Ο ΜακΚίνσεϊ και η σύζυγός του, Κάντις Τζανγκ, είχαν παντρευτεί το 2011 και απέκτησαν τρία παιδιά. Η Τζανγκ υπέβαλε αίτηση διαζυγίου το 2025, ενώ στη συνέχεια οι δύο πλευρές προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη ζητώντας περιοριστικά μέτρα η μία σε βάρος της άλλης.

Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα που επικαλούνται αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, η Τζανγκ κατηγόρησε τον σύζυγό της για σωματική και συναισθηματική κακοποίηση. Μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι είχε χτυπήσει τον εξάχρονο γιο τους και ότι είχε αφήσει το μικρότερο παιδί τους, ηλικίας δύο ετών, μόνο σε υπνοδωμάτιο για περισσότερο από μία ώρα, ενώ ο ίδιος είχε φύγει για ψώνια.

Ο ΜακΚίνσεϊ είχε αρνηθεί ότι εγκατέλειψε σκόπιμα το μικρό παιδί και είχε υποστηρίξει ότι η σύζυγός του δεν τον είχε ενημερώσει πως το νήπιο βρισκόταν στο σπίτι. Είχε επίσης ζητήσει να του επιτραπεί περισσότερος χρόνος με τα παιδιά του.

Από την πλευρά του, ο ίδιος είχε καταθέσει καταγγελίες για σωματική και συναισθηματική κακοποίηση από τη σύζυγό του και τους γονείς της. Οι δύο πλευρές παρουσίαζαν διαφορετικές εκδοχές για όσα συνέβαιναν στο οικογενειακό περιβάλλον, με τη διαμάχη να επεκτείνεται και στην επιμέλεια των παιδιών.

Η ταυτότητα φύλου και οι καταγγελίες για ομοφοβική συμπεριφορά

Ο ΜακΚίνσεϊ ήταν τρανς άνδρας και είχε μιλήσει σε δικαστικά έγγραφα για περιστατικά που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, συνδέονταν με την ταυτότητα φύλου του.

Όπως αναφέρει η San Francisco Chronicle, ο ίδιος είχε υποστηρίξει ότι ο πεθερός του τον γρονθοκόπησε στο στήθος ενώ ανάρρωνε από διπλή μαστεκτομή, επέμβαση που είχε πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της φυλομετάβασής του. Είχε επίσης καταγγείλει ότι η πεθερά του χρησιμοποιούσε προσβλητικούς χαρακτηρισμούς κατά της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.

Σε άλλη καταγγελία του, ο ΜακΚίνσεϊ είχε υποστηρίξει ότι η Τσεν επιτέθηκε λεκτικά στον ίδιο και στον μικρό γιο του, όταν το παιδί εξέφρασε την επιθυμία να φορέσει φορέματα.

Οι καταγγελίες αυτές περιλαμβάνονται στη δικαστική διαμάχη της οικογένειας, ωστόσο δεν έχουν αποδειχθεί στο σύνολό τους δικαστικά. Ο δικηγόρος της Τσεν αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς περί εχθρικής συμπεριφοράς λόγω της ταυτότητας φύλου του ΜακΚίνσεϊ, υποστηρίζοντας ότι η μετάβασή του δεν είχε σχέση με τη δολοφονία.

Οι επόμενες δικαστικές κινήσεις

Η υπόθεση συνεχίζεται, ενώ οι δύο κατηγορούμενοι παραμένουν κρατούμενοι. Η επόμενη ακρόαση έχει προγραμματιστεί για τις 4 Νοεμβρίου, όταν η υπεράσπιση αναμένεται να ζητήσει την αποφυλάκιση της Τσεν, επικαλούμενη την ηλικία της, προβλήματα υγείας και την απουσία προηγούμενου ποινικού μητρώου.

Για τον Ζανγκ, η υπεράσπιση έχει επίσης εκφράσει ανησυχίες για την κατάσταση της υγείας του, κάνοντας αναφορά σε ενδείξεις άνοιας και άλλες παθήσεις που σχετίζονται με την ηλικία.

Οι εισαγγελείς κατηγορούν το ζευγάρι για φόνο πρώτου βαθμού, με ειδική επιβαρυντική περίσταση που αφορά την αναμονή του θύματος πριν από την επίθεση. Οι κατηγορίες δεν έχουν κριθεί δικαστικά και οι δύο κατηγορούμενοι δηλώνουν αθώοι.

Πηγή: skai.gr
TAGS: ΗΠΑ
10 0 Bookmark

Απόρρητο