Η συμφωνία του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την επανέναρξη των εξαγωγών ρωσικού ντίζελ προς τις ΗΠΑ προκαλεί νέα πολιτική και νομική αντιπαράθεση, καθώς η κυβερνήτρια του Νιου Τζέρσεϊ, Μίκι Σέριλ, απειλεί να εμποδίσει την εκφόρτωση των φορτίων στα λιμάνια της πολιτείας.
«Μην έχετε καμία αμφιβολία: η συμφωνία Τραμπ με τον Πούτιν για το ντίζελ είναι διεφθαρμένη και παράνομη και εξετάζω τις επιλογές για να εμποδίσω την άφιξή του σε λιμάνι του Νιου Τζέρσεϊ», δήλωσε η Δημοκρατική κυβερνήτης σε αμερικανικά μέσα ενημέρωσης.
Η Σέριλ κατηγόρησε τον Αμερικανό πρόεδρο ότι ενισχύει οικονομικά τον Ρώσο πρόεδρο, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική του εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Μόσχας σε βάρος των Αμερικανών καταναλωτών και της Ουκρανίας.
Η παρέμβασή της έρχεται ενώ δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν ρωσικό καύσιμο βρίσκονται καθ' οδόν προς τις ΗΠΑ, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει, σύμφωνα με δημοσιεύματα, οριστικούς αγοραστές για τα φορτία τους.
Τρία δεξαμενόπλοια με 140.000 τόνους ρωσικού ντίζελ
Σύμφωνα με τους Financial Times, τρία δεξαμενόπλοια μεταφέρουν συνολικά περίπου 140.000 μετρικούς τόνους ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές ακτές του Ατλαντικού. Πρόκειται για τις πρώτες αποστολές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της συμφωνίας Ουάσιγκτον – Μόσχας.
Ένα από τα πλοία το οποίο είναι ελληνικών συμφερόντων, φόρτωσε περίπου 40.000 τόνους ντίζελ εξαιρετικά χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο στο ρωσικό λιμάνι Πριμόρσκ, στη Βαλτική, στις 22 Οκτωβρίου.
Με βάση τα αρχικά στοιχεία παρακολούθησης της ναυσιπλοΐας, το δεξαμενόπλοιο αναμενόταν να φτάσει στις ΗΠΑ στις 7 Νοεμβρίου, με αρχικό προορισμό την περιοχή του λιμανιού της Νέας Υόρκης και του Νιου Τζέρσεϊ.
Ωστόσο, η ένδειξη προορισμού του άλλαξε στη συνέχεια σε «for orders», κάτι που σημαίνει ότι δεν είχε οριστικοποιηθεί το λιμάνι εκφόρτωσης.
Εκπρόσωπος της εταιρείας διαχείρισης του πλοίου, δήλωσε στο Reuters ότι το λιμάνι ή η χώρα εκφόρτωσης δεν είχαν ακόμη καθοριστεί.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το Νιου Τζέρσεϊ φιλοξενεί τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και τους τερματικούς σταθμούς της πολιτείας που εξυπηρετούν το λιμάνι της Νέας Υόρκης και του Νιου Τζέρσεϊ.
Η Ουάσιγκτον αναζητά αγοραστές – Οι εταιρείες κρατούν αποστάσεις
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα του Washington Sun, στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ ασκούν ιδιωτικά πιέσεις σε αμερικανικές επιχειρήσεις να αποδεχθούν τα φορτία ρωσικού ντίζελ που βρίσκονται ήδη στον Ατλαντικό.
Τουλάχιστον τρία πλοία με ρωσικά καύσιμα αναχώρησαν για τις ΗΠΑ στα μέσα Οκτωβρίου, μετά την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να χαλαρώσει προσωρινά τους περιορισμούς στις συναλλαγές που αφορούν το συγκεκριμένο προϊόν.
Ωστόσο, σύμφωνα με πηγές από τον ενεργειακό κλάδο που επικαλείται το δημοσίευμα, τα φορτία δεν είχαν εξασφαλίσει αγοραστή ούτε κατά τη φόρτωσή τους στα δεξαμενόπλοια.
Οι εμπορικοί ιδιοκτήτες τους φέρονται να προσπαθούν επί εβδομάδες να βρουν αμερικανικές εταιρείες πρόθυμες να τα αγοράσουν, προσφέροντας μάλιστα σημαντικές εκπτώσεις. Παρά τα οικονομικά κίνητρα, οι επιχειρήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές, φοβούμενες τις νομικές συνέπειες αλλά και το ενδεχόμενο να βρεθούν στο επίκεντρο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η αβεβαιότητα δεν αφορά μόνο τους πιθανούς αγοραστές. Τράπεζες, ναυτιλιακές εταιρείες, λιμενικές αρχές και επιχειρήσεις αποθήκευσης καυσίμων καλούνται επίσης να αξιολογήσουν εάν η συμμετοχή τους στις συναλλαγές μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα με την αμερικανική νομοθεσία.
Η νομική διαμάχη για την άρση των κυρώσεων
Η συμφωνία Τραμπ – Πούτιν προβλέπει τη χαλάρωση των αμερικανικών περιορισμών στις συναλλαγές ρωσικού ντίζελ, μέσω ειδικής άδειας του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και της αρμόδιας υπηρεσίας OFAC.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι η προσωρινή άδεια επιτρέπει νόμιμα τις συγκεκριμένες συναλλαγές. Εκπρόσωπος του υπουργείου Οικονομικών δήλωσε ότι η γενική άδεια είναι συμβατή με προηγούμενες ενέργειες της υπηρεσίας και με την ισχύουσα νομοθεσία.
Ωστόσο, Δημοκρατικοί βουλευτές και γερουσιαστές αμφισβητούν τη νομιμότητα της απόφασης, υποστηρίζοντας ότι η διοίκηση δεν μπορεί να παρακάμψει με μια διοικητική άδεια την απαγόρευση εισαγωγής ρωσικών ενεργειακών προϊόντων που θεσπίστηκε το 2022.
Η αντιπαράθεση αφορά, μεταξύ άλλων, τον νόμο Ending Importation of Russian Oil Act, ο οποίος θεσπίστηκε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και απαγορεύει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων στις ΗΠΑ.
Στις 27 Οκτωβρίου, ομάδα Αμερικανών νομοθετών απέστειλε επιστολές σε τράπεζες, λιμενικές αρχές και επιχειρήσεις του ενεργειακού κλάδου, προειδοποιώντας ότι η συμμετοχή τους στις εισαγωγές θα μπορούσε να επιφέρει αστικές ή ακόμη και ποινικές ευθύνες.
Οι επιστολές ζητούσαν από τις εταιρείες να μην προχωρήσουν σε αγορές, μεταφορές, εκφορτώσεις, αποθήκευση, χρηματοδότηση ή διανομή του ρωσικού καυσίμου έως ότου αποσαφηνιστούν οι νομικές προϋποθέσεις.
Παράλληλα, τους ζητήθηκε να διατηρήσουν όλα τα σχετικά έγγραφα και τις επικοινωνίες τους για τις συγκεκριμένες συναλλαγές, καθώς δεν αποκλείεται να αποτελέσουν αντικείμενο μελλοντικών κοινοβουλευτικών ερευνών.
Η αντίδραση της Ουκρανίας και οι πολιτικές συνέπειες
Η επανέναρξη των εξαγωγών ρωσικού ντίζελ προς την αμερικανική αγορά έχει προκαλέσει αντιδράσεις και στην Ουκρανία, καθώς το Κίεβο θεωρεί ότι τα έσοδα από την πώληση ενεργειακών προϊόντων ενισχύουν τη δυνατότητα της Μόσχας να χρηματοδοτεί τον πόλεμο.
Οι επικριτές της συμφωνίας επισημαίνουν ότι η χαλάρωση των περιορισμών έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική οικονομικής πίεσης που ακολουθούσαν οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους μετά τη ρωσική εισβολή.
Το ζήτημα αποκτά και εσωτερική πολιτική διάσταση, καθώς οι ΗΠΑ βρίσκονται λίγες ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Ο Τραμπ έχει παρουσιάσει τη συμφωνία ως μια προσπάθεια ενίσχυσης της προσφοράς καυσίμων και συγκράτησης των τιμών του ντίζελ για τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Ωστόσο, η χρονική συγκυρία προκαλεί ερωτήματα, καθώς τα πρώτα φορτία αναμένεται να φτάσουν μετά την εκλογική αναμέτρηση.
Παράλληλα, η προοπτική αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών στο Κογκρέσο δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις. Εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο ενός ή και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, οι συναλλαγές με το ρωσικό ντίζελ ενδέχεται να βρεθούν στο επίκεντρο ερευνών.
Μπορούν οι αρχές του Νιου Τζέρσεϊ να εμποδίσουν τα πλοία;
Παραμένει ανοιχτό το ερώτημα εάν η Μίκι Σέριλ διαθέτει πράγματι τις αρμοδιότητες που απαιτούνται για να εμποδίσει την είσοδο των δεξαμενόπλοιων ή την εκφόρτωση των φορτίων.
Η κυβερνήτης έχει δηλώσει ότι εξετάζει τις διαθέσιμες επιλογές, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ανακοινώσει συγκεκριμένο διοικητικό ή νομικό μέτρο.
Η υπόθεση περιπλέκεται από το γεγονός ότι πρόκειται για ομοσπονδιακή πολιτική κυρώσεων και διεθνές εμπόριο, τομείς στους οποίους η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διαθέτει ευρείες αρμοδιότητες. Από την άλλη πλευρά, η λειτουργία των λιμενικών εγκαταστάσεων και η εφαρμογή συγκεκριμένων κανονισμών εμπλέκουν και πολιτειακές και τοπικές αρχές.
Ένα ακόμη ενδεχόμενο είναι τα φορτία να αλλάξουν προορισμό. Αναλυτές της ενεργειακής αγοράς εκτιμούν ότι, εάν οι αμερικανικές επιχειρήσεις συνεχίσουν να αποφεύγουν τις συναλλαγές, μέρος του ρωσικού ντίζελ θα μπορούσε να κατευθυνθεί προς άλλες αγορές της αμερικανικής ηπείρου, με τη Βραζιλία να συγκαταλέγεται στους πιθανούς προορισμούς.
Προς το παρόν, η συμφωνία που παρουσιάστηκε ως μέσο ενίσχυσης της προσφοράς καυσίμων στις ΗΠΑ βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διαφορετικό εμπόδιο: όχι την έλλειψη διαθέσιμου ντίζελ, αλλά την απροθυμία των αμερικανικών εταιρειών να αναλάβουν το πολιτικό, νομικό και εμπορικό ρίσκο της εισαγωγής του.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.