Πώς οι πολυεθνικές τροφίμων μπλόκαραν στην Ινδία τις προειδοποιητικές ετικέτες στις συσκευασίες

Η βιομηχανία τροφίμων αντιστάθηκε στις εμφανείς προειδοποιήσεις για ζάχαρη, αλάτι και λιπαρά, ενώ η υπόθεση έφτασε στο Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει το Reuters

 οι πολυεθνικές τροφίμων μπλόκαραν στην Ινδία τις προειδοποιητικές ετικέτες στις συσκευασίες

Επιμέλεια: Αντώνης Ζήβας

Ένα κουτί Fanta που πωλείται στο Λονδίνο έχει 63 θερμίδες. Εάν αγοράσετε την ίδια μάρκα στην Ινδία το αναψυκτικό περιέχει τρεις φορές περισσότερη ζάχαρη. Περιέχει επίσης μία τεχνητή χρωστική ουσία, η παρουσία της οποίας στα τρόφιμα στην Ευρώπη απαιτεί εμφανή προειδοποίηση για την υγεία επάνω στην ετικέτα του.

Στην Ινδία όμως, η παρουσία της χρωστικής ουσίας αναφέρεται απλώς με ψιλά γράμματα στο πίσω μέρος του κουτιού. 

Η διαφορά αυτή αναδεικνύει μια ευρύτερη διαμάχη γύρω από την επισήμανση των τροφίμων στην Ινδία, όπου ορισμένες από τις μεγαλύτερες εταιρείες τροφίμων και ποτών στον κόσμο αντιστέκονται εδώ και χρόνια στις προσπάθειες των αρχών να επιβάλουν ευδιάκριτες προειδοποιήσεις στο μπροστινό μέρος των συσκευασιών.

Η υποχώρηση των ρυθμιστικών αρχών

Οι πολυεθνικοί όμιλοι, μεταξύ των οποίων η Coca-Cola, παραγωγός της Fanta, φαίνεται να έχουν μέχρι στιγμής το πάνω χέρι.
Η ρυθμιστική αρχή της Ινδίας για την ασφάλεια των τροφίμων ανακοίνωσε τον Αύγουστο ότι εγκαταλείπει την προσπάθεια να καθιερώσει πολύχρωμες προειδοποιητικές ετικέτες στο μπροστινό μέρος των συσκευασιών.
Αντ' αυτού, πρότεινε στις εταιρείες να εμφανίζουν έναν ασπρόμαυρο πίνακα με πληροφορίες για την περιεκτικότητα των προϊόντων σε ζάχαρη, λιπαρά και αλάτι.

Η Αρχή Ασφάλειας και Προτύπων Τροφίμων της Ινδίας (FSSAI) υποστήριξε ότι οι χρωματικές προειδοποιήσεις δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τις ιδιαιτερότητες της ινδικής διατροφής και τις πιο έντονες γεύσεις της σε σύγκριση με πολλά δυτικά τρόφιμα.

Η απόφαση στο Ανώτατο Ινδικό Δικαστήριο

Η απόφαση αυτή εξετάζεται πλέον από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας, έπειτα από προσφυγή οργανώσεων δημόσιας υγείας.
Το διακύβευμα είναι σημαντικό για μια χώρα με τεράστιο πληθυσμό και αυξανόμενα ποσοστά παχυσαρκίας. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet, έως το 2050 περίπου 450 εκατομμύρια Ινδοί ενδέχεται να είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι.

Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι μεγαλύτερη διαφάνεια στην επισήμανση των τροφίμων μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση πιο υγιεινών διατροφικών συνηθειών.
Με την υποστήριξή τους, περίπου 20 χώρες έχουν υιοθετήσει ερμηνευτικές ετικέτες στο μπροστινό μέρος των συσκευασιών.

Πρόκειται για συστήματα που επιτρέπουν στον καταναλωτή να αντιλαμβάνεται με μια ματιά εάν ένα προϊόν έχει υψηλή περιεκτικότητα, για παράδειγμα, σε ζάχαρη, αλάτι ή λιπαρά, συχνά μέσω χρωματικής κωδικοποίησης.

Η κρίσιμη συνάντηση με τη βιομηχανία

Η αλλαγή στάσης της FSSAI ήρθε μετά από μια τεταμένη συνάντηση με εκπροσώπους της βιομηχανίας τον Μάρτιο.
Σύμφωνα με το Reuters, στελέχη εταιρειών τροφίμων υποστήριξαν ότι οι προειδοποιητικές ετικέτες θα ήταν συγκεχυμένες και αναποτελεσματικές.

Παράλληλα, ζήτησαν από τις ρυθμιστικές αρχές να επικεντρωθούν περισσότερο στην εκπαίδευση των καταναλωτών και στον έλεγχο των μερίδων.

Η Mili Bhattacharya, ανώτερη διευθύντρια της Coca-Cola στην Ινδία χρακτήρισε «πολύ απλοϊκή» την αντίληψη ότι ένας καταναλωτής που δεν έχει διαβάσει τη λίστα των συστατικών ενός προϊόντος, θα ενημερωθεί σε σημαντικό βαθμό βλέποντας μόνο ένα σύμβολο ή ένα εικονίδιο στην ετικέτα.


Η ίδια υποστήριξε ότι οι προειδοποιητικές ετικέτες δεν θα εμπόδιζαν τους καταναλωτές να καταναλώνουν προϊόντα με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη ή αλάτι.

Υποστήριξε επίσης ότι οι ετικέτες ήταν περιττές, καθώς οι Ινδοί γιατροί έχουν ήδη διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ενημέρωση των ασθενών τους για τα τρόφιμα που πρέπει να αποφεύγουν.
Ωστόσο, η Coca-Cola και οι συνεργάτες εμφιάλωσής της, έχουν υιοθετήσει οικειοθελώς προειδοποιητικές  ετικέτες σε περίπου δύο δωδεκάδες ευρωπαϊκές αγορές.

Οι συγκεκριμένες ετικέτες παρέχουν «σαφείς και διαφανείς» πληροφορίες στους καταναλωτές, αναφέρει στην ιστοσελίδα της η Coca-Cola HBC, εταιρεία εμφιάλωσης με έδρα την Ελβετία.

Η Nestlé είναι επίσης μέλος του κλάδου που αντιτάχθηκαν σε προηγούμενες προτάσεις της ρυθμιστικής αρχής στην Ινδία. Την ίδια στιγμή, η εταιρεία χρησιμοποιεί οικειοθελώς ερμηνευτικές ετικέτες στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 2013.

Η μάχη για την υγεία των Ινδών

Για την έρευνά του, το Reuters εξέτασε ηχογραφήσεις, εκατοντάδες σελίδες κυβερνητικών και εταιρικών εγγράφων και πήρε συνεντεύξεις από 11 στελέχη του κλάδου και ειδικούς στον τομέα της υγείας.
Αρκετές εταιρείες τροφίμων έχουν επίσης κινηθεί νομικά εναντίον influencers στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίοι έχουν επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο οι εταιρείες προωθούν τα προϊόντα τους στην Ινδία.

Η Simone Pettigrew, επικεφαλής πολιτικής τροφίμων στο George Institute for Global Health στην Αυστραλία, υποστηρίζει ότι η βιομηχανία έχει ισχυρό οικονομικό κίνητρο για να καθυστερεί την υιοθέτηση αυστηρότερων κανόνων.

Η απειλή που συνιστούν οι προειδοποιητικές ετικέτες για τα κέρδη των εταιρειών σημαίνει, σύμφωνα με την ίδια, ότι η βιομηχανία έχει κάθε λόγο «να περιμένει όσο το δυνατόν περισσότερο», χωρίς να ενημερώνει επαρκώς το ινδικό κοινό για τη διατροφική ποιότητα των προϊόντων που πωλεί.

Η άσκηση πίεσης από ομάδες συμφερόντων έχει «σχεδόν παραλύσει» τις προσπάθειες των ρυθμιστικών αρχών να θεσπίσουν αυστηρότερα πρότυπα, δήλωσε η Pettigrew, η οποία έχει μελετήσει τις ετικέτες στο μπροστινό μέρος των συσκευασιών σε περισσότερες από δύο δωδεκάδες χώρες.

«Να κάνουμε ξανά την Ινδία υγιή;»

Η ινδική αγορά συσκευασμένων τροφίμων και ποτών αποτιμάται σε περισσότερα από 100 δισ. δολάρια.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του κλάδου, σχεδόν το 80% των προϊόντων της αγοράς θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά, ζάχαρη ή αλάτι.

Αυτό σημαίνει ότι οι συσκευασίες πολλών προϊόντων θα μπορούσαν να κατακλυστούν από κόκκινες προειδοποιητικές ενδείξεις, εάν εφαρμοζόταν ένα σύστημα χρωματικής κωδικοποίησης.

Ο Deepak Jolly της Ind Food & Beverage Association υποστήριξε στη συνάντηση του Μαρτίου ότι ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα, καθώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει ως «υψηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη» ακόμη και προϊόντα όπως το νερό καρύδας, στο οποίο η ζάχαρη είναι φυσική.

Η IFBA, η οποία εκπροσωπεί μεταξύ άλλων εταιρείες όπως η PepsiCo, δήλωσε στο Reuters ότι ζητά μεγαλύτερη σαφήνεια από τις ρυθμιστικές αρχές.

Η πολυετής διαμάχη για τις ετικέτες

Οι ινδικές ρυθμιστικές αρχές έχουν καταθέσει από το 2017 διάφορες προτάσεις για τη βελτίωση της διατροφικής επισήμανσης.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν εμφανείς προειδοποιήσεις με χρωματική κωδικοποίηση, αλλά και σύστημα αξιολόγησης με αστέρια που θα αποτύπωνε τη συνολική διατροφική αξία ενός προϊόντος.

Ωστόσο, οι παραγωγοί υποχρεούνται σήμερα ουσιαστικά να αναγράφουν τα συστατικά και τις βασικές διατροφικές πληροφορίες στο πίσω μέρος της συσκευασίας.

Ομάδες δημόσιας υγείας που ζητούν μεγαλύτερη διαφάνεια προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο τον Φεβρουάριο ζήτησε από τις ρυθμιστικές αρχές να εξετάσουν την καθιέρωση προειδοποιητικών ετικετών.

Το δικαστήριο πρότεινε, μεταξύ άλλων, να εξεταστεί το μοντέλο που εφαρμόζει το Ισραήλ με κόκκινες και πράσινες ενδείξεις.
Μετά τη συνάντηση του Μαρτίου με εκπροσώπους της βιομηχανίας, ωστόσο, η FSSAI υπαναχώρησε από την ερμηνευτική επισήμανση.

Τον Αύγουστο δήλωσε ενώπιον του δικαστηρίου ότι ήταν «δύσκολο» να ευθυγραμμιστεί η Ινδία με τα διεθνή πρότυπα για τις συσκευασίες, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά το ίδιο επιχείρημα που είχε προβάλει η βιομηχανία.

Η θέση αυτή προκάλεσε την αντίδραση των δικαστών.
«Ο κόσμος πρέπει να γνωρίζει ότι η Ινδία ανησυχεί πολύ για τη συνολική υγεία των πολιτών της», ανέφεραν.

Η «μάχη» για την απώλεια βάρους

Καθώς η Ινδία γίνεται πλουσιότερη, ένα τμήμα της μεσαίας τάξης δείχνει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση για θέματα υγείας και διατροφής.
Οι μηνιαίες πωλήσεις φαρμάκων για την απώλεια βάρους που καταστέλλουν την όρεξη αυξήθηκαν κατά 400% από τις αρχές του 2025, σύμφωνα με την εταιρεία ερευνών αγοράς Pharmarack.

Παράλληλα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ακτιβιστές και influencers έχουν ξεκινήσει εκστρατείες εναντίον των υπερ-επεξεργασμένων και συσκευασμένων τροφίμων.

Μεταξύ αυτών είναι ο Revant Himatsingka, πρώην σύμβουλος της McKinsey, ο οποίος έχει συγκεντρώσει περισσότερους από 5 εκατομμύρια ακολούθους στο YouTube και το Instagram.
Ο 34χρονος είναι γνωστός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως Food Pharmer.

Η σύγκρουση με την PepsiCo

Οι παρεμβάσεις του έχουν κατά καιρούς προκαλέσει αντιδράσεις.
Το 2023, ο Himatsingka δημοσίευσε βίντεο στο οποίο επέκρινε την ποσότητα ζάχαρης και τεχνητού γλυκαντικού που χρησιμοποιείται στο Sting, το καφεϊνούχο αναψυκτικό της PepsiCo που προωθείται ως ενεργειακό ποτό και είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στους νέους στην Ινδία.

Η PepsiCo προσέφυγε στη δικαιοσύνη και εξασφάλισε από δικαστήριο του Δελχί εντολή για την αφαίρεση του συγκεκριμένου βίντεο.
Η εταιρεία υποστήριξε ότι οι ισχυρισμοί του Himatsingka ήταν ψευδείς και εντάσσονταν σε προσπάθεια να ξεκινήσει εκστρατεία εναντίον του προϊόντος.

Τον Ιούλιο, οι ινδικές ρυθμιστικές αρχές διέταξαν την PepsiCo και άλλες εταιρείες να αφαιρέσουν από τα προϊόντα τους την ένδειξη «ενεργειακό ποτό» μέσα σε 90 ημέρες.

Δύο χώρες, δύο διαφορετικές συνταγές

Οι πολυεθνικές εταιρείες τροφίμων παράγουν συχνά διαφορετικές εκδοχές των ίδιων προϊόντων, προσαρμόζοντας τις συνταγές στους τοπικούς κανονισμούς, τις γευστικές προτιμήσεις και την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.

Η Coca-Cola που παράγεται στο Μεξικό, για παράδειγμα, έχει αποκτήσει σχεδόν cult φήμη λόγω της διαφορετικής, λιγότερο σιροπώδους γεύσης της.

«Η τιμολόγηση και η οικονομική προσιτότητα είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους οι συνταγές διαφέρουν τόσο πολύ από χώρα σε χώρα», δήλωσε η Parul Sharma, πρώην στέλεχος της Mondelez.

Στην Ινδία, ωστόσο, πολλοί καταναλωτές αισθάνονται ότι τους πωλούνται προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας, υποστηρίζει ο Himatsingka.

Ο ίδιος έχει δημιουργήσει βίντεο στα οποία συγκρίνει τα συστατικά της ινδικής εκδοχής της Fanta και του KitKat της Nestlé με τις αντίστοιχες εκδοχές που πωλούνται στην Ευρώπη και την Αυστραλία.

Τα τυπικά KitKat που πωλούνται στην Ινδία περιέχουν 4,5% στερεά κακάο, ενώ η σοκολάτα γάλακτος στην αυστραλιανή έκδοση περιέχει τουλάχιστον 22% κακάο.

Παράλληλα, όλες οι παραλλαγές των στιγμιαίων noodles Maggi της Nestlé που πωλούνται στην Ινδία παρασκευάζονται με φοινικέλαιο, ενώ αρκετές εκδοχές που πωλούνται στη Βρετανία χρησιμοποιούν ακριβότερο ηλιέλαιο.

Πολλά από τα πακέτα Maggi που πωλούνται στη Βρετανία παρασκευάζονται στην Ινδία, αλλά φέρουν στο μπροστινό μέρος κόκκινη προειδοποιητική ένδειξη για την υψηλή περιεκτικότητά τους σε αλάτι.

«Είναι η απογοήτευση του να νιώθεις ότι σε εξαπατούν», δήλωσε ο Himatsingka.

Οι εταιρείες αρχίζουν να αλλάζουν

Υπάρχουν, πάντως, ενδείξεις ότι οι μεταβαλλόμενες καταναλωτικές προτιμήσεις αναγκάζουν τις εταιρείες να προσαρμοστούν.
Η Nestlé ανακοίνωσε το 2024 ότι θα αρχίσει να διαθέτει στην Ινδία βρεφικές τροφές Cerelac χωρίς προσθήκη ζάχαρης.

Ακτιβιστές, μεταξύ των οποίων και ο Himatsingka, είχαν καταγγείλει ότι επί περίπου 50 χρόνια η εταιρεία διέθετε στην ινδική αγορά μόνο την εκδοχή του προϊόντος που περιείχε προσθήκη ζάχαρης.

Η Nestlé διαθέτει εδώ και χρόνια Cerelac χωρίς προσθήκη ζάχαρης σε άλλες αγορές.

Η αλλαγή αυτή δείχνει ότι η πίεση των καταναλωτών μπορεί να επηρεάσει τις συνταγές των προϊόντων ακόμη και όταν οι ρυθμιστικές αρχές δεν έχουν επιβάλει νέους κανόνες.

Η μεγαλύτερη μάχη, ωστόσο, αφορά το τι ακριβώς θα βλέπει ο καταναλωτής όταν παίρνει ένα συσκευασμένο προϊόν από το ράφι: μια διατροφική πληροφορία κρυμμένη με μικρά γράμματα στο πίσω μέρος της συσκευασίας ή μια σαφή προειδοποίηση που θα μπορεί να γίνει αντιληπτή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα;

Για την Ινδία, η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την αγορά τροφίμων και ποτών, αλλά και τη δημόσια υγεία εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.
 

Πηγή: skai.gr
5 0 Bookmark

Απόρρητο