ΚΑΙΡΟΣ

Τι αλλάζει στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ μετά τη νίκη των Δημοκρατικών

Τα νέα δεδομένα για την εσωτερική πολιτική, τον πόλεμο με το Ιράν, την Ουκρανία και τις σχέσεις με την Ευρώπη

Του Αντώνη Ζήβα

Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ αλλάζουν τις ισορροπίες στην Ουάσιγκτον και δημιουργούν μια νέα πολιτική πραγματικότητα για τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος καλείται πλέον να διαχειριστεί τη δεύτερη θητεία του χωρίς τον έλεγχο του Κογκρέσου.

Η νίκη των Δημοκρατικών και στα δύο νομοθετικά σώματα δεν ανατρέπει την κυβέρνηση ούτε αφαιρεί από τον Αμερικανό πρόεδρο τις εκτελεστικές του εξουσίες. Περιορίζει, όμως, σημαντικά τα περιθώρια κινήσεών του, καθώς οι πολιτικοί του αντίπαλοι αποκτούν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν νομοθετικές πρωτοβουλίες, να ελέγχουν τις αποφάσεις της κυβέρνησης και να διερευνούν τη λειτουργία του Λευκού Οίκου.

Η αλλαγή αυτή δεν αφορά μόνο την εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον εμπλέκεται στον πόλεμο με το Ιράν, διαχειρίζεται τις σχέσεις της με τη Ρωσία και την Ουκρανία, επαναπροσδιορίζει τη στάση της απέναντι στο ΝΑΤΟ και βρίσκεται σε διαρκή ανταγωνισμό με την Κίνα, η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να επηρεάσει και τις διεθνείς επιλογές της αμερικανικής κυβέρνησης.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν οι Δημοκρατικοί μπορούν να ανατρέψουν την πολιτική Τραμπ από τη μια ημέρα στην άλλη.

Είναι μέχρι ποιο σημείο μπορούν να περιορίσουν την εφαρμογή της, ποιες από τις αποφάσεις του προέδρου θα βρεθούν υπό αμφισβήτηση και εάν η νέα ισορροπία στην Ουάσιγκτον θα οδηγήσει σε ουσιαστικές αλλαγές στην αμερικανική στάση απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο.

Τι αλλάζει στην εσωτερική πολιτική

1. Ο Τραμπ χάνει την ευχέρεια να νομοθετεί με τους δικούς του όρους

Η αλλαγή στον έλεγχο της Βουλής και της Γερουσίας σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί πλέον να θεωρεί δεδομένη την κοινοβουλευτική υποστήριξη για τις νομοθετικές της πρωτοβουλίες.

Οι Δημοκρατικοί θα ελέγχουν τις επιτροπές και την ημερήσια διάταξη των δύο σωμάτων. Μπορούν να εμποδίσουν νομοσχέδια των Ρεπουμπλικανών, να επιβάλουν ακροάσεις και να αναγκάσουν την κυβέρνηση να διαπραγματευτεί για κρίσιμα ζητήματα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να περνούν ανεμπόδιστα τη δική τους ατζέντα. Πολλά νομοσχέδια στη Γερουσία χρειάζονται 60 ψήφους για να ξεπεράσουν το διαδικαστικό εμπόδιο του filibuster, ενώ ο πρόεδρος διατηρεί το δικαίωμα του βέτο. Για την ανατροπή ενός προεδρικού βέτο απαιτούνται τα δύο τρίτα των ψήφων και στα δύο σώματα. 

Επομένως, η νέα κατάσταση παραπέμπει περισσότερο σε περίοδο πολιτικής διαπραγμάτευσης και θεσμικών συγκρούσεων παρά σε αλλαγή κυβερνητικής πολιτικής από τη μια ημέρα στην άλλη.

2. Οι έρευνες για τον Τραμπ και το περιβάλλον του αποκτούν άλλη διάσταση

Αυτό ενδέχεται να είναι το πιο άμεσο και ορατό αποτέλεσμα της εκλογικής ανατροπής.

Με τον έλεγχο της Βουλής, οι Δημοκρατικοί αποκτούν τη δυνατότητα να οργανώσουν εκτεταμένες κοινοβουλευτικές έρευνες για τις αποφάσεις της κυβέρνησης, τις σχέσεις του Λευκού Οίκου με επιχειρηματικά συμφέροντα, τις δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ και τη λειτουργία ομοσπονδιακών υπηρεσιών.

Θα μπορούν να ζητούν έγγραφα, να καλούν κυβερνητικούς αξιωματούχους και να εκδίδουν κλητεύσεις. Η Γερουσία, από την πλευρά της, αποκτά τον έλεγχο των δικών της ερευνητικών επιτροπών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η δυνατότητα διερεύνησης των οικονομικών δραστηριοτήτων του προέδρου και των μελών της οικογένειάς του, καθώς και του κατά πόσο οι επιχειρηματικές τους δραστηριότητες συνδέονται με κυβερνητικές αποφάσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε έρευνα θα οδηγήσει σε αποκαλύψεις ή νομικές συνέπειες. Σημαίνει, όμως, ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει έναν κοινοβουλευτικό μηχανισμό ελέγχου που μέχρι σήμερα δεν λειτουργούσε με αντίστοιχη ένταση. 

3. Η μετανάστευση και η πολιτική των απελάσεων μπαίνουν σε νέα φάση

Η μεταναστευτική πολιτική αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πεδία αντιπαράθεσης.

Οι Δημοκρατικοί μπορούν να επιχειρήσουν να περιορίσουν τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων επιχειρήσεων της ICE, να απαιτήσουν αυστηρότερη εποπτεία των κέντρων κράτησης και να θέσουν στο Κογκρέσο ζητήματα που αφορούν τις μαζικές απελάσεις και τις πρακτικές των ομοσπονδιακών υπηρεσιών.

Ωστόσο, ο Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες στον τομέα της μετανάστευσης. Δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί δεδομένο ότι η πολιτική των απελάσεων θα ανατραπεί.

Η πραγματική σύγκρουση θα αφορά τη χρηματοδότηση, το θεσμικό πλαίσιο και τα όρια των εξουσιών της κυβέρνησης.

4. Δασμοί, ακρίβεια και οικονομία: το πρώτο μεγάλο πεδίο σύγκρουσης

Η οικονομία ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες που διαμόρφωσαν το εκλογικό αποτέλεσμα.

Οι Δημοκρατικοί έχουν δεσμευτεί να αμφισβητήσουν την εμπορική πολιτική του Τραμπ, ιδίως τους δασμούς που έχουν επιβαρύνει το κόστος εισαγωγών και έχουν προκαλέσει αντιδράσεις σε επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Μπορούν να προωθήσουν νομοθετικές πρωτοβουλίες για την κατάργηση ή τον περιορισμό δασμών, την υγειονομική περίθαλψη και το κόστος ζωής. Η δυνατότητά τους, όμως, να επιβάλουν αλλαγές είναι περιορισμένη, καθώς ο πρόεδρος διαθέτει σημαντικές αρμοδιότητες στην εμπορική πολιτική.

Η σύγκρουση θα έχει και μια δεύτερη διάσταση: οι Δημοκρατικοί δεν θα μπορούν πλέον να περιορίζονται στην κριτική της οικονομικής πολιτικής του Τραμπ. Θα πρέπει να παρουσιάσουν και συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, έχοντας πλέον την ευθύνη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Ψηφοφόροι των Δημοκρατικών πανηγυρίζουν την εκλογική νίκη στην πολιτεία του Μίσιγκαν

Τι αλλάζει στην εξωτερική πολιτική

Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διάσταση για την Ευρώπη και τη διεθνή ασφάλεια.

Η εκλογική νίκη των Δημοκρατικών δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ επιστρέφουν αυτομάτως στην εξωτερική πολιτική της περιόδου Μπάιντεν.

Ο πρόεδρος εξακολουθεί να έχει καθοριστικό ρόλο στη διπλωματία, στη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων και στη διαμόρφωση της στρατηγικής της χώρας.

Ωστόσο, η απώλεια του Κογκρέσου αλλάζει το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λαμβάνονται οι αποφάσεις.

1. Ο πόλεμος με το Ιράν γίνεται η πρώτη μεγάλη δοκιμασία

Το αποτέλεσμα των εκλογών συνδέεται άμεσα με τη δυσαρέσκεια για τον πόλεμο με το Ιράν και τις οικονομικές συνέπειές του.

Οι Δημοκρατικοί έχουν ήδη θέσει ως προτεραιότητα την αμφισβήτηση της στρατιωτικής πολιτικής της κυβέρνησης και έχουν υποσχεθεί πρωτοβουλίες για τον τερματισμό της σύγκρουσης.

Με τον έλεγχο του Κογκρέσου θα μπορούν να ζητούν εξηγήσεις από το Πεντάγωνο και τον Λευκό Οίκο για τους στρατιωτικούς στόχους, το κόστος των επιχειρήσεων, τις απώλειες και τη στρατηγική εξόδου από τον πόλεμο.

Μπορούν επίσης να επιχειρήσουν να περιορίσουν ή να θέσουν όρους στη χρηματοδότηση στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Δεν μπορούν, όμως, να διατάξουν από μόνοι τους τον τερματισμό του πολέμου.

Ο Τραμπ διατηρεί τις εξουσίες του ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, ενώ οποιαδήποτε νομοθετική προσπάθεια περιορισμού των πολεμικών αρμοδιοτήτων του θα πρέπει να ξεπεράσει τα εμπόδια της Γερουσίας και το ενδεχόμενο προεδρικού βέτο.

Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι ο πρόεδρος θα δυσκολευτεί να συνεχίσει μια στρατιωτική επιχείρηση χωρίς να λογοδοτεί πολιτικά και θεσμικά για τις επιλογές του.

2. Ουκρανία: μεγαλύτερη κοινοβουλευτική πίεση για τη συνέχιση της αμερικανικής στήριξης

Η αλλαγή συσχετισμών μπορεί να δημιουργήσει νέα δεδομένα για το Κίεβο.

Στο Κογκρέσο υπάρχουν Δημοκρατικοί που υποστηρίζουν τη συνέχιση της αμερικανικής στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία, ενώ η στάση του Τραμπ έχει συνδεθεί με μεγαλύτερη πίεση προς το Κίεβο για διαπραγματεύσεις και τερματισμό του πολέμου.

Η νέα πλειοψηφία μπορεί να πιέσει για τη διατήρηση της βοήθειας, να ελέγξει τη διαχείριση των διαθέσιμων κονδυλίων και να απαιτήσει μεγαλύτερη διαφάνεια για τις αποφάσεις σχετικά με τα οπλικά συστήματα και τις παραδόσεις.

Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι η νίκη των Δημοκρατικών ισοδυναμεί με αυτόματη επιστροφή στην πολιτική Μπάιντεν. Η αποστολή στρατιωτικής βοήθειας, οι αποφάσεις για τα αποθέματα και οι διπλωματικές πρωτοβουλίες εξακολουθούν να εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από την εκτελεστική εξουσία.

Το Κίεβο αποκτά, πάντως, έναν ισχυρότερο θεσμικό συνομιλητή στην Ουάσιγκτον, ο οποίος μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο σε αποφάσεις του Λευκού Οίκου.

3. ΝΑΤΟ και Ευρώπη: το Κογκρέσο μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στον Τραμπ

Για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, το αποτέλεσμα έχει ιδιαίτερη σημασία.

Οι ανησυχίες για την αξιοπιστία των αμερικανικών δεσμεύσεων απέναντι στο ΝΑΤΟ, η συζήτηση για τις αμυντικές δαπάνες και οι πιέσεις του Τραμπ προς τους Ευρωπαίους συμμάχους έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον αβεβαιότητας.

Η νέα πλειοψηφία των Δημοκρατικών μπορεί να ενισχύσει την κοινοβουλευτική στήριξη προς τη Συμμαχία, να επιβάλει συζητήσεις για τις αμερικανικές δεσμεύσεις στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και να δυσκολέψει ενδεχόμενες μονομερείς κινήσεις του προέδρου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Κογκρέσο μπορεί να καθορίσει μόνο του τη στάση του Λευκού Οίκου απέναντι στη Ρωσία ή να ακυρώσει κάθε απόφαση του Τραμπ. Μπορεί, όμως, να αυξήσει το πολιτικό και θεσμικό κόστος μιας απότομης απομάκρυνσης των ΗΠΑ από τους ευρωπαϊκούς συμμάχους τους.

Για την Ευρώπη, επομένως, η εκλογική ανατροπή δημιουργεί ένα πρόσθετο κανάλι πολιτικής στήριξης στην Ουάσιγκτον, χωρίς να εξαλείφει την αβεβαιότητα που προκαλεί η προεδρική πολιτική.

4. Ισραήλ και Μέση Ανατολή: μεγαλύτερη πίεση προς τον Λευκό Οίκο

Η σχέση με το Ισραήλ αποτελεί ένα ακόμη πεδίο στο οποίο μπορεί να εκδηλωθεί η νέα ισορροπία.

Οι Δημοκρατικοί δεν έχουν ενιαία στάση απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση. Υπάρχουν στελέχη που διατηρούν παραδοσιακά ισχυρή υποστήριξη προς το Ισραήλ, αλλά και μια αυξανόμενη ομάδα που ζητά αυστηρότερους όρους στην αμερικανική στρατιωτική βοήθεια, μεγαλύτερη πίεση για την προστασία των Παλαιστινίων και διαφορετική αντιμετώπιση του πολέμου στη Γάζα.

Η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να ανοίξει συζητήσεις για τις πωλήσεις όπλων, τη στρατιωτική βοήθεια και τις προϋποθέσεις χρήσης αμερικανικού εξοπλισμού.

Δεν αναμένεται, ωστόσο, αυτομάτως ρήξη με το Ισραήλ. Ο Τραμπ διατηρεί την ευθύνη της αμερικανικής διπλωματίας και η στάση των Δημοκρατικών δεν είναι ομοιογενής.

Το πιθανότερο πεδίο αλλαγής είναι η αυξημένη κοινοβουλευτική εποπτεία και η μεγαλύτερη πολιτική πίεση προς την κυβέρνηση για τις επιλογές της στη Μέση Ανατολή.

5. Κίνα: δεν αναμένεται αλλαγή στρατηγικής, αλλά μπορεί να αλλάξει ο τρόπος εφαρμογής της

Στις σχέσεις με την Κίνα, η εκλογική νίκη των Δημοκρατικών δεν προμηνύει απαραίτητα μια θεαματική μεταστροφή.

Υπάρχει διακομματική συμφωνία στην Ουάσιγκτον για την ανάγκη αντιμετώπισης της κινεζικής οικονομικής και τεχνολογικής ισχύος, αλλά διαφωνίες για τα μέσα και την ένταση της αντιπαράθεσης.

Οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν συγκεκριμένες επιλογές της κυβέρνησης στους δασμούς, στις εξαγωγές τεχνολογίας, στις επενδύσεις και στους περιορισμούς προς κινεζικές εταιρείες.

Παράλληλα, θα έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν στενότερα τις συμφωνίες που επιχειρεί να διαπραγματευτεί ο Τραμπ με το Πεκίνο.

Η βασική διαφορά δεν είναι ότι οι ΗΠΑ θα εγκαταλείψουν την πολιτική ανταγωνισμού με την Κίνα. Είναι ότι ο πρόεδρος θα πρέπει να αντιμετωπίζει μια ισχυρότερη κοινοβουλευτική αντιπολίτευση ακόμη και σε ζητήματα όπου υπάρχει ευρύτερη συμφωνία για τους στρατηγικούς στόχους.

6. Διπλωματία και διορισμοί: η Γερουσία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα

Υπάρχει μία ακόμη διάσταση που συχνά περνά σε δεύτερο πλάνο, αλλά μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Η Γερουσία εγκρίνει τους διορισμούς υπουργών, πρεσβευτών και ομοσπονδιακών δικαστών. Με τον έλεγχό της στα χέρια των Δημοκρατικών, ο Τραμπ θα αντιμετωπίσει μεγαλύτερα εμπόδια στην τοποθέτηση προσώπων της επιλογής του σε κρίσιμες θέσεις.

Αυτό αφορά και τη διπλωματική εκπροσώπηση των ΗΠΑ στο εξωτερικό.

Ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον διαχειρίζεται ταυτόχρονα τον πόλεμο με το Ιράν, τις σχέσεις με τη Ρωσία, την Ουκρανία, την Κίνα και τους Ευρωπαίους συμμάχους, η δυνατότητα της Γερουσίας να καθυστερεί ή να απορρίπτει διορισμούς αποκτά ιδιαίτερη σημασία. 

Εργάτες φτιάχνουν μία τεράστια εικόνα σε κτίριο, στην οποία απεικονίζονται, από αριστερά, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή Στιβ Γουίτκοφ, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο Πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου και ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς, με εμφανή τραύματα και σκισμένα ρούχα, στο κέντρο της Τεχεράνης, την Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2026.

Θα αλλάξει πραγματικά η πολιτική του Τραμπ;

Εδώ χρειάζεται να διαχωρίσουμε τρία διαφορετικά επίπεδα:

Πρώτον, η νομοθετική ατζέντα. Σε αυτό το πεδίο η αλλαγή είναι άμεση. Ο Τραμπ δεν θα έχει πλέον ένα Κογκρέσο που μπορεί να εγκρίνει με σχετική ευκολία τις νομοθετικές του πρωτοβουλίες.

Οι Δημοκρατικοί μπορούν να μπλοκάρουν προτάσεις, να επιβάλουν διαπραγματεύσεις και να χρησιμοποιήσουν τον προϋπολογισμό ως μέσο πίεσης.

Δεύτερον, η εξωτερική πολιτική. Εδώ οι αλλαγές θα είναι περισσότερο έμμεσες. Ο πρόεδρος εξακολουθεί να έχει σημαντικές εξουσίες στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, στις στρατιωτικές αποφάσεις και στις διπλωματικές επαφές.

Το Κογκρέσο, όμως, ελέγχει τις πιστώσεις, εγκρίνει διορισμούς και μπορεί να ασκήσει θεσμικό έλεγχο.

Τρίτον, η πολιτική και προσωπική θέση του Τραμπ. Η ήττα των Ρεπουμπλικανών δημιουργεί ένα διαφορετικό εσωκομματικό περιβάλλον.

Στελέχη που μέχρι σήμερα απέφευγαν να διαφοροποιηθούν από τον πρόεδρο ενδέχεται να αρχίσουν να επανεξετάζουν τη στάση τους, καθώς πλησιάζει η προεδρική εκλογή του 2028.

Η νέα κατάσταση μπορεί να επιταχύνει τη συζήτηση για τη διαδοχή του Τραμπ και να ενισχύσει τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. 

Η παγίδα των δύο τελευταίων ετών

Υπάρχει, ωστόσο, και ένας κίνδυνος για τους Δημοκρατικούς.

Η εκλογική τους νίκη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι Αμερικανοί υιοθέτησαν συνολικά το πολιτικό τους πρόγραμμα. Η δυσαρέσκεια για τον Τραμπ, ο πόλεμος με το Ιράν και το αυξημένο κόστος ζωής φαίνεται ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο.

Επομένως, άλλο πράγμα η ψήφος διαμαρτυρίας εναντίον του προέδρου και άλλο η θετική εντολή για την εφαρμογή μιας συγκεκριμένης δημοκρατικής πολιτικής.

Οι Δημοκρατικοί θα πρέπει τώρα να αποδείξουν ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν τα ζητήματα που απασχολούν τους ψηφοφόρους και όχι απλώς να εμποδίσουν τον Τραμπ.

Εάν περιοριστούν σε μια διαρκή σύγκρουση με τον Λευκό Οίκο, χωρίς απτά αποτελέσματα στην οικονομία και την καθημερινότητα, κινδυνεύουν να χάσουν το πολιτικό πλεονέκτημα που απέκτησαν στις ενδιάμεσες εκλογές.

Επιπλέον, η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν αναλαμβάνει καθήκοντα αμέσως. Το νέο Κογκρέσο θα ορκιστεί στις 3 Ιανουαρίου 2027. Μέχρι τότε, οι Ρεπουμπλικανοί εξακολουθούν να ελέγχουν τα δύο σώματα, γεγονός που δημιουργεί μια μεταβατική περίοδο ιδιαίτερης σημασίας, ειδικά για τον πόλεμο με το Ιράν και τις εκκρεμείς αποφάσεις χρηματοδότησης. 

Τα συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε

Η εκλογική νίκη των Δημοκρατικών δεν συνιστά αλλαγή κυβέρνησης, αλλά αλλαγή του τρόπου με τον οποίο θα λειτουργεί η αμερικανική κυβέρνηση για τα επόμενα δύο χρόνια.

Μπορούμε να ξεχωρίσουμε πέντε βασικές συνέπειες:

1. Ο Τραμπ εισέρχεται σε περίοδο περιορισμένης νομοθετικής ισχύος. Θα εξακολουθεί να αποφασίζει σε πολλούς τομείς, αλλά θα δυσκολεύεται να μετατρέπει τις πολιτικές του επιλογές σε νόμους.

2. Η κυβέρνηση θα βρίσκεται υπό διαρκέστερο κοινοβουλευτικό έλεγχο. Οι έρευνες για τις αποφάσεις του Λευκού Οίκου και τις σχέσεις πολιτικής εξουσίας και επιχειρηματικών συμφερόντων θα αποκτήσουν μεγαλύτερη ένταση.

3. Η εξωτερική πολιτική θα αποκτήσει περισσότερα εσωτερικά εμπόδια. Ειδικά στον πόλεμο με το Ιράν, στη χρηματοδότηση στρατιωτικών επιχειρήσεων και στη διαχείριση της βοήθειας προς την Ουκρανία.

4. Η Ευρώπη αποκτά έναν ισχυρότερο θεσμικό συνομιλητή στην Ουάσιγκτον. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στις επιλογές του Τραμπ, χωρίς να εγγυάται επιστροφή στην παραδοσιακή αμερικανική πολιτική απέναντι στο ΝΑΤΟ.

5. Ξεκινά ουσιαστικά η πολιτική προετοιμασία για το 2028. Οι Δημοκρατικοί θα επιχειρήσουν να αξιοποιήσουν την κοινοβουλευτική τους πλειοψηφία, ενώ στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θα αρχίσει να διαμορφώνεται η επόμενη ημέρα μετά τον Τραμπ.

Το σημαντικότερο συμπέρασμα: Ο Τραμπ δεν χάνει την προεδρία, αλλά χάνει ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής ελευθερίας κινήσεων που είχε μέχρι σήμερα.

Για πρώτη φορά στη δεύτερη θητεία του θα πρέπει να διαχειριστεί μια Ουάσιγκτον στην οποία οι αντίπαλοί του ελέγχουν και τα δύο νομοθετικά σώματα.

Και αυτό μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική ισχύς ασκείται διεθνώς.

Πηγή: skai.gr