Η Ντόλι Πάρτον, η εμβληματική τραγουδίστρια και τραγουδοποιός της κάντρι, ηθοποιός και επιχειρηματίας, η οποία από τη φτώχεια έφτασε στην κορυφή της παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας χάρη στη μοναδική προσωπικότητα, το όραμα και το ταλέντο της, πέθανε την Τρίτη στο Νάσβιλ σε ηλικία 80 ετών.
Τον θάνατό της ανακοίνωσε ο ανιψιός της, Μπράιαν Σίβερ, με βίντεο που αναρτήθηκε στον λογαριασμό της στο Instagram.
Τον Μάιο, η Πάρτον είχε ακυρώσει μια σειρά προγραμματισμένων εμφανίσεων στο Λας Βέγκας λόγω προβλημάτων υγείας, τα οποία, όπως είχε πει η ίδια, της προκαλούσαν ζαλάδες.
Η Ντόλι Πάρτον ήταν περίπου έξι ετών όταν έγραψε το πρώτο της τραγούδι, το «Little Tiny Tasseltop», αφιερωμένο στην κούκλα της, που ήταν φτιαγμένη από καλαμπόκι. Η μητέρα της φύλαξε το τραγούδι σαν θησαυρό μέσα σε ένα κουτί παπουτσιών.
«Αγαπούσα πολύ εκείνη τη μικρή κούκλα», έγραψε η Πάρτον δεκαετίες αργότερα. «Εξέφραζα τον εαυτό μου και τα συναισθήματά μου μέσα από το γράψιμο. Είμαι σίγουρη ότι αυτό που σκεφτόμουν ήταν: Η Tasseltop πρέπει να έχει ένα τραγούδι γραμμένο γι’ αυτήν».
Από τότε, η Πάρτον δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει και να δημιουργεί μουσική. Η θρυλική τραγουδίστρια και τραγουδοποιός της κάντρι και ηθοποιός, που για σχεδόν έξι δεκαετίες κέρδισε το κοινό με το χάρισμά της, την αμεσότητα των στίχων της και το επιχειρηματικό της δαιμόνιο, πέθανε την Τρίτη σε ηλικία 80 ετών, όπως ανακοίνωσε η οικογένειά της.
Στη διάρκεια της καριέρας της κέρδισε 11 βραβεία Grammy, μεταξύ των οποίων και το βραβείο για το σύνολο της προσφοράς της στη μουσική.
Με κλασικά πλέον τραγούδια όπως τα «Coat of Many Colors», «Jolene» και «I Will Always Love You», έγινε μία από τις πιο εμπορικά επιτυχημένες γυναίκες καλλιτέχνιδες όλων των εποχών, έχοντας πουλήσει περισσότερους από 100 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως.
Η ζεστή και προσιτή προσωπικότητά της, σε συνδυασμό με τα εντυπωσιακά ξανθά μαλλιά, τα εκκεντρικά κοστούμια και τη χαρά με την οποία καταλάμβανε τη σκηνή, την έκαναν αγαπητή σε Αμερικανούς από κάθε κοινωνικό υπόβαθρο και βοήθησαν την κάντρι μουσική να αποκτήσει ένα πολύ ευρύτερο διεθνές κοινό.
Στη μακρά καριέρα της, η Πάρτον παρουσίασε τη δική της τηλεοπτική ψυχαγωγική εκπομπή, πρωταγωνίστησε σε κινηματογραφικές ταινίες και δημιούργησε ακόμη και το δικό της θεματικό πάρκο, το Dollywood, που εξελίχθηκε σε έναν από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς του Τενεσί και όλα αυτά παράλληλα με τη σπουδαία και πολυβραβευμένη πορεία της ως τραγουδοποιού.
Από μια καλύβα στο Τενεσί στην κορυφή της κάντρι
Η Ντόλι Ρεμπέκα Πάρτον γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1946 στο Πίτμαν Σέντερ του Τενεσί και μεγάλωσε σε μια μικρή καλύβα με ένα μόνο δωμάτιο, στο κοντινό Λόουκαστ Ριτζ. Ήταν ένα από τα 12 παιδιά του καλλιεργητή καπνού Ρόμπερτ Λι Πάρτον και τα δύσκολα παιδικά της χρόνια έδωσαν αυθεντικότητα στα τραγούδια της, τα οποία ερμήνευε με τη χαρακτηριστική σοπράνο φωνή της.
Η Πάρτον απέκτησε την πρώτη της κανονική κιθάρα όταν ήταν οκτώ ετών. Όποτε η μητέρα της είχε επισκέπτες, τους έλεγε: «Θέλω να ακούσετε αυτό το τραγούδι που έφτιαξε η μικρή. Είναι πραγματικά πολύ καλό».
Στα 11 της τραγουδούσε ήδη σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό και στα 13 της εμφανιζόταν στο Grand Ole Opry, τη θρυλική εβδομαδιαία μουσική σκηνή της κάντρι στο Νάσβιλ του Τενεσί.
Μόλις τελείωσε το λύκειο, μετακόμισε στο Νάσβιλ για να κυνηγήσει το όνειρό της στη μουσική και ξεκίνησε τη διάσημη συνεργασία της με τον τραγουδιστή της κάντρι Πόρτερ Γουάγκονερ. Η συνεργασία τους κράτησε χρόνια, με την Πάρτον να εμφανίζεται στην τηλεοπτική εκπομπή του και τους δυο τους να ηχογραφούν μαζί 14 ντουέτα που έφτασαν στο Top 10.
Όταν αποφάσισε να ακολουθήσει σόλο καριέρα, έγραψε ως αποχαιρετισμό στον Γουάγκονερ ένα τραγούδι που έμελλε να γίνει ένα από τα διασημότερα της καριέρας της: το «I Will Always Love You».
Η Πάρτον κυκλοφόρησε το «I Will Always Love You» το 1974, όμως το τραγούδι γνώρισε μια δεύτερη, ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία όταν το ερμήνευσε η Γουίτνεϊ Χιούστον για την ταινία «The Bodyguard» το 1992.
Η Πάρτον είχε πει ότι δεν την ενοχλούσε το γεγονός ότι πολλοί πίστευαν λανθασμένα πως το τραγούδι είχε γράψει η Χιούστον.
Την πρώτη κιόλας ημέρα που έφτασε στο Νάσβιλ, γνώρισε τον Καρλ Ντιν, ο οποίος εργαζόταν στην ασφαλτόστρωση δρόμων. Δύο χρόνια αργότερα, το 1966, παντρεύτηκαν. Σε όλη τη διάρκεια του μακρόχρονου γάμου τους, ο Ντιν απέφευγε συστηματικά τα φώτα της δημοσιότητας και δεν τη συνόδευε στις περιοδείες της.
Υπήρξε, ωστόσο, πηγή έμπνευσης για αρκετές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της, μεταξύ αυτών και το «Jolene», που γεννήθηκε από το ενδιαφέρον μιας κοκκινομάλλας τραπεζικής υπαλλήλου για τον σύζυγό της.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.