ΚΑΙΡΟΣ

Επίθεση στο Μονακό: Παραμένει το μυστήριο μετά τη δολοφονία της 39χρονης «εκτελέστριας»- Τι λέει ο ουκρανός ολιγάρχης

Ο ουκρανός ολιγάρχης που έγινε στόχος της εμπρηστικής επίθεσης μίλησε στο CNN για τη μέρα που έζησε το απόλυτο χάος αλλά κατάφερε να βγει ζωντανός

Ένα σύνθετο και σκοτεινό κουβάρι βίας, χρημάτων και μυστηρίου ξετυλίγεται πίσω από τη βομβιστική επίθεση που σημειώθηκε στις 29 Ιουνίου έξω από το πολυτελές διαμέρισμα του Ουκρανού εκατομμυριούχου Βαντίμ Γερμολάγιεφ στο Μονακό.

Σχεδόν δυο μήνες μετά, το βασικό ερώτημα της υπόθεσης παραμένει αναπάντητο: ποιος ήθελε να σκοτώσει τον Βαντίμ Γερμολάγιεφ και γιατί; Ο ίδιος ο επιχειρηματίας δήλωσε στο CNN ότι δεν γνωρίζει ποιος μπορεί να βρίσκεται πίσω από την επίθεση. Όπως υποστηρίζει, δεν είχε εχθρούς και δεν θεωρεί τον εαυτό του άνθρωπο που προκαλεί συγκρούσεις.

Ο ουκρανός ολιγάρχης Γερμολάγιεφ έχει αφήσει πίσω του μια σημαντική επιχειρηματική διαδρομή. Έκανε την περιουσία του στο Ντνίπρο της Ουκρανίας, κυρίως μέσω του κλάδου των ακινήτων, και κάποια στιγμή συγκαταλεγόταν στους πλουσιότερους Ουκρανούς.

Το 2019 εγκατέλειψε την Ουκρανία και απέκτησε κυπριακή υπηκοότητα. Το 2023 του επιβλήθηκαν κυρώσεις από το Κίεβο για επιχειρηματική δραστηριότητα στην κατεχόμενη από τη Ρωσία Κριμαία, κατηγορία που ο ίδιος αρνείται.

Παράλληλα, ο μεγαλύτερος γιος του, Αρτούρ Γερμολάγιεφ, έχει καταδικαστεί στην Εσθονία για τη συμμετοχή του σε μεγάλο δίκτυο τηλεφωνικής απάτης, μέσω του οποίου, σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα, είχαν κλαπεί περίπου 100 εκατομμύρια ευρώ από θύματα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Ο Γερμολάγιεφ αρνείται οποιαδήποτε σχέση με το συγκεκριμένο δίκτυο και απορρίπτει επίσης το ενδεχόμενο η απόπειρα δολοφονίας να οργανώθηκε από κάποιο μέλος της οικογένειάς του.

Το χρονικό της εμπρηστικής επίθεσης

Η έκρηξη σημειώθηκε λίγο πριν από την είσοδο του σπιτιού του, την ώρα που ο επιχειρηματίας επέστρεφε μαζί με την οικογένειά του. Ο ίδιος τραυματίστηκε σοβαρά, ενώ τραυματίστηκαν επίσης η σύντροφός του και ο 13χρονος γιος του.

Ο Γερμολάγιεφ περιγράφει τη στιγμή της έκρηξης ως μια στιγμή απόλυτου χάους. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πίστεψε ότι είχε εκραγεί κάτι που κρατούσε στα χέρια του. Στη συνέχεια αντίκρισε τη σύντροφό του τραυματισμένη στα σκαλιά και τον γιο του με αίματα στα χέρια.

Αρχικά, οι αστυνομικοί αναζητούσαν έναν άνδρα με μαύρο καπέλο τύπου bucket. Τρεις ημέρες αργότερα, όμως, διαπίστωσαν ότι ο ύποπτος ήταν μια 39χρονη γυναίκα, η Αναστασία Μπερεζόφσκα, Ουκρανή μητέρα ενός παιδιού, η οποία έφερε ένα μεγάλο τατουάζ με φίδι στο χέρι.

Η γυναίκα δεν είχε ποινικό μητρώο ούτε υπήρχε κάποια σύνδεσή της με τον Γερμολάγιεφ, έτσι δεν είχε γίνει σαφές ποιο θα μπορούσε να είναι το κίνητρό της.

Η έρευνα και η διαφυγή στην Ουκρανία

Οι Αρχές του Μονακό κινητοποίησαν περίπου 250 αστυνομικούς μέσα σε λίγες ώρες μετά την έκρηξη, ενώ ειδική ομάδα περίπου 70 ερευνητών εξέτασε υλικό από κάμερες ασφαλείας.

Σύμφωνα με τις έρευνες, η Μπερεζόφσκα είχε βρεθεί πολλές φορές έξω από το σπίτι του επιχειρηματία. Σε κάμερες ασφαλείας εμφανίζεται να φορά μαύρο καπέλο, φαρδιά μπλούζα και παντελόνι, ενώ σε μία από τις εμφανίσεις της δεν είχε καλυμμένο το πρόσωπό της. Οι ερευνητές φέρεται να αξιοποίησαν αυτή την εικόνα, αλλά και το χαρακτηριστικό τατουάζ της, για να την ταυτοποιήσουν.

Το βράδυ της επίθεσης, σύμφωνα με τις ουκρανικές Αρχές, η γυναίκα κατέγραψε την ενέργειά της έχοντας μαζί της μια κρυφή κάμερα. Στο βίντεο φαίνεται ένα άτομο με μαύρο καπέλο να αφήνει ένα σακίδιο έξω από την κατοικία του Γερμολάγιεφ και στη συνέχεια να απομακρύνεται.

Μόλις 20 δευτερόλεπτα αργότερα σημειώνεται η ισχυρή έκρηξη.

Η Μπερεζόφσκα κατάφερε να φύγει από το Μονακό και να περάσει στη Γαλλία. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τους ερευνητές, κινήθηκε οδικώς μέσω Ιταλίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών έως τη Γερμανία, όπου εγκατέλειψε το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο. Από εκεί ταξίδεψε με λεωφορείο μέσω Πολωνίας και επέστρεψε στην Ουκρανία.

Πέρασε τα σύνορα την 1η Ιουλίου, πριν οι Αρχές την αναγννωρίσουν και αρχίσουν να την αναζητούν. 

Ποια ήταν η 39χρονη

Η Μπερεζόφσκα ζούσε ως πρόσφυγας στο Χόφχαϊμ, κοντά στη Φρανκφούρτη. Ήταν διαζευγμένη από τον πρώτο σύζυγό της και σε διάσταση με τον δεύτερο, έναν άνδρα περίπου 30 χρόνια μεγαλύτερό της.

Δικαστικά έγγραφα δείχνουν ότι το 2022 είχε προσφύγει στη δικαιοσύνη ζητώντας διατροφή από τον δεύτερο σύζυγό της. Είχε έναν επτάχρονο γιο, τον οποίο, σύμφωνα με τις ουκρανικές Αρχές, είχε στείλει στην Ουκρανία λίγες εβδομάδες πριν ταξιδέψει στο Μονακό. 

Οι κάτοικοι του χωριού Χοροντίστσε, όπου γεννήθηκε και όπου εξακολουθούσε να ζει η μητέρα της, δήλωσαν έκπληκτοι από το γεγονός όταν το έμαθαν. Οι γείτονες είπαν ότι επρόκειτο για μια γυναίκα για την οποία δεν είχαν ακούσει κάτι αρνητικό.

Τα 7.000 ευρώ και η εξαφάνιση

Μετά την επιστροφή της στην Ουκρανία, η Μπερεζόφσκα φέρεται να ζήτησε από τη μητέρα της να τη μεταφέρει σε πρατήριο καυσίμων. Από εκεί πήρε ταξί και κατευθύνθηκε σε σημείο που της είχε υποδειχθεί μέσω GPS, κοντά στον δρόμο προς το Κίεβο. Εκεί, σύμφωνα με τις εισαγγελικές Αρχές, την παρέλαβε ένα μαύρο BMW.

Στο όχημα βρίσκονταν δύο άνδρες, ο Βλάντισλαβ Ρόιτ και ο Βιτάλι Ζικόβιτς. Οι ουκρανικές Αρχές υποστηρίζουν ότι οι δύο άνδρες είχαν επικοινωνία με την Μπερεζόφσκα πριν από την επίθεση και ότι της είχαν καταβάλει συνολικά περίπου 6.000 έως 7.000 ευρώ μέσω κρυπτονομισμάτων και τραπεζικών μεταφορών.

Ο δικηγόρος του Ζικόβιτς υποστηρίζει ότι ο πελάτης του πίστευε πως συμμετείχε σε μυστική αποστολή για λογαριασμό των ουκρανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Οι ουκρανικές Αρχές αρνούνται ότι υπήρχε τέτοια επίσημη αποστολή.

Η υπόθεση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι ο Ρόιτ ήταν εν ενεργεία αξιωματικός της ουκρανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών GUR όταν σημειώθηκε η βομβιστική επίθεση.

Η δολοφονία της Μπερεζόφσκα

Το τι ακριβώς συνέβη μετά τη συνάντηση των τριών παραμένει αντικείμενο δικαστικής έρευνας. Οι δύο άνδρες έχουν δώσει διαφορετικές εκδοχές.

Ο Ρόιτ υποστήριξε ενώπιον δικαστηρίου ότι ο Ζικόβιτς του ζήτησε να τον παραλάβει και αρχικά του είπε ότι η Μπερεζόφσκα κινδύνευε και έπρεπε να κρυφτεί.

Στη συνέχεια, σύμφωνα με την κατάθεσή του, ο Ζικόβιτς έβγαλε όπλο από το σακίδιό του. Οι τρεις κατευθύνθηκαν σε δασική περιοχή κοντά στο χωριό Γιούριβ. Εκεί πυροβάλησαν και σκότωσαν την Μπερεζόφσκα.

Ο Ρόιτ αρχικά φέρεται να ομολόγησε ότι την πυροβόλησε ο ίδιος κατόπιν εντολής του Ζικόβιτς. Αργότερα, όμως, άλλαξε την κατάθεσή του και υποστήριξε ότι ο Ζικόβιτς ήταν εκείνος που τράβηξε τη σκανδάλη.

Ο δικηγόρος του Ζικόβιτς απορρίπτει την εκδοχή αυτή και υποστηρίζει ότι ο Ρόιτ ήταν ο οργανωτής και ο δολοφόνος και προσπαθεί να μεταφέρει την ευθύνη στον πελάτη του.

Σύμφωνα με τον Ρόιτ, οι δύο άνδρες έσκαψαν έναν πρόχειρο τάφο, έθαψαν τη γυναίκα και στη συνέχεια πέταξαν το όπλο και προσωπικά αντικείμενά της σε λίμνη. Το πτώμα εντοπίστηκε τρεις ημέρες αργότερα, όταν ο Ρόιτ οδήγησε τις Αρχές στο σημείο της ταφής.

Παραμένει το μυστήριο

Η Μπερεζόφσκα βρίσκεται πλέον θαμμένη στο χωριό όπου μεγάλωσε. Το φέρετρο μέσα στο οποίο βρισκόταν η σορός της παρέμεινε κλειστό κατά την κηδεία, ενώ η μητέρα της, σύμφωνα με γείτονες, ήταν απαρηγόρητη.

Ο Γερμολάγιεφ, ο οποίος επέζησε από την επίθεση αλλά υπέστη σοβαρά τραύματα, θεωρεί ότι η 39χρονη δεν ήταν ο εγκέφαλος της επιχείρησης. Εκτιμά ότι ήταν απλώς ένα πρόσωπο που χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση του σχεδίου και στη συνέχεια δολοφονήθηκε ώστε να μην μπορέσει να μιλήσει στις Αρχές.

Έτσι, πίσω από τη βομβιστική επίθεση στο Μονακό παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ερωτήματα: ποιος στρατολόγησε την Μπερεζόφσκα, ποιος χρηματοδότησε την επιχείρηση, ποιος έδωσε την εντολή για τη δολοφονία της και, κυρίως, ποιος ήταν ο πραγματικός στόχος πίσω από την απόπειρα δολοφονίας του Ουκρανού εκατομμυριούχου.

 

Πηγή: skai.gr