Του Αντώνη Ζήβα
Η Ευρωπαϊκή Ένωση απαγορεύει τη χρήση συγκεκριμένων φυτοφαρμάκων στο έδαφός της εξαιτίας των κινδύνων που ενέχουν για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον.
Ωστόσο, χημικές ουσίες που δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στις ευρωπαϊκές καλλιέργειες εξακολουθούν να εξάγονται σε χώρες της Αφρικής, όπου οι εργαζόμενοι έρχονται καθημερινά σε επαφή μαζί τους, συχνά χωρίς τον κατάλληλο προστατευτικό εξοπλισμό.
Μια νέα δημοσιογραφική έρευνα του Guardian από την Κένυα φέρνει στο προσκήνιο τις συνέπειες αυτής της πρακτικής, καταγράφοντας τις μαρτυρίες ανθρώπων που εργάστηκαν σε μεγάλες αγροτικές και ανθοκομικές εκμεταλλεύσεις και σήμερα αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας. Παράλληλα, αποκαλύπτει τη διάσταση μιας δικαστικής διαμάχης στην οποία δεκάδες εργαζόμενοι ζητούν να αποδοθούν ευθύνες στην κυβέρνηση της χώρας και σε εταιρείες της βιομηχανίας αγροχημικών.
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο την Κένυα. Αγγίζει ένα ευρύτερο ζήτημα διεθνούς εμπορίου και εταιρικής ευθύνης: πώς προϊόντα που κρίνονται υπερβολικά επικίνδυνα για τους Ευρωπαίους μπορούν να συνεχίζουν να διατίθενται σε αγορές άλλων χωρών, όπου οι μηχανισμοί ελέγχου και προστασίας των εργαζομένων είναι συχνά ασθενέστεροι.
Η ιστορία ενός 30χρονου που δεν μπορεί πλέον να περπατήσει
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις που παρουσιάζει ο Guardian είναι αυτή του 30χρονου Ρούμπεν Μουρίκι, ο οποίος εργαζόταν ως ψεκαστής σε ανθοκομική μονάδα στην περιοχή Τιμάου, στην κεντρική Κένυα.
Η κατάσταση της υγείας του άρχισε να επιδεινώνεται σταδιακά. Αρχικά εμφάνισε πρηξίματα στις αρθρώσεις και αλλαγές στο χρώμα του δέρματός του, ενώ στη συνέχεια αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες στην αναπνοή και επανειλημμένα επεισόδια απώλειας συνείδησης. Οι νοσηλείες ήταν συνεχείς, ενώ οι αρχικές ιατρικές εκτιμήσεις περιλάμβαναν ακόμη και την πιθανότητα φυματίωσης.
Σήμερα, ο Μουρίκι δεν μπορεί να περπατήσει χωρίς βοήθεια, αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην επικοινωνία και παρουσιάζει προβλήματα μνήμης. Η μητέρα του, Μάργκαρετ Μουαντζάρο, θεωρεί ότι η κατάσταση του γιου της συνδέεται με τα χημικά στα οποία εκτέθηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας του.
Και η ίδια εργάστηκε για πέντε χρόνια σε αγροτική εκμετάλλευση, όπου ασχολούνταν με το ξεχορτάριασμα και τη συλλογή λουλουδιών, μεταξύ των οποίων τριαντάφυλλα. Όπως περιγράφει, οι εργαζόμενοι ξεκινούσαν τη δουλειά τους λίγες ώρες μετά τους ψεκασμούς, χωρίς να διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό προστασίας.
Η ίδια θυμάται ότι αισθανόταν τις αναθυμιάσεις να ερεθίζουν τον λαιμό της.
Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της εργασίας της, άρχισε να εμφανίζει δερματικές αλλοιώσεις και έντονη αδυναμία, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει τη δουλειά της. Σήμερα αντιμετωπίζει δικά της προβλήματα υγείας, ενώ έχει αναλάβει και τη φροντίδα του γιου της.
Οι μαρτυρίες αυτές αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης καταγραφής εργαζομένων και οικογενειών στην περιοχή, οι οποίοι αποδίδουν τις ασθένειές τους στην επαγγελματική έκθεση σε φυτοφάρμακα. Η σύνδεση, ωστόσο, δεν έχει κριθεί οριστικά από τη δικαιοσύνη.
Οι εξετάσεις σε 87 ανθρώπους και η δικαστική προσφυγή
Η υπόθεση έχει πλέον αποκτήσει και δικαστική διάσταση. Συνολικά 87 άνθρωποι επιδιώκουν να ενταχθούν σε συλλογική προσφυγή κατά της κυβέρνησης της Κένυας και πέντε εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των αγροχημικών.
Η δικαστική διαδικασία ξεκίνησε το 2022, ενώ τον Νοέμβριο του 2025 το δικαστήριο επέτρεψε στους προσφεύγοντες να δημοσιεύσουν πρόσκληση προς ανθρώπους που θεωρούν ότι έχουν επηρεαστεί από την έκθεση σε 11 συγκεκριμένες δραστικές ουσίες φυτοφαρμάκων.
Η απόφαση για την ένταξη των 87 νέων αιτούντων στην υπόθεση αναμένεται στις αρχές του 2027.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η νομική ομάδα των προσφευγόντων, επιστημονικές εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν στους 87 ανθρώπους εντόπισαν επίπεδα παρακουάτ και γλυφοσάτης πάνω από τα όρια αναφοράς που χρησιμοποιήθηκαν από τους ερευνητές.
Στην περίπτωση του Μουρίκι, οι συγκεντρώσεις παρακουάτ στα ούρα του φέρονται να ήταν σχεδόν 200 φορές υψηλότερες από το όριο αναφοράς, ενώ τα επίπεδα γλυφοσάτης ήταν 48 φορές υψηλότερα.
Το παρακουάτ είναι ένα ιδιαίτερα τοξικό ζιζανιοκτόνο, η χρήση του οποίου έχει συνδεθεί σε επιστημονικές μελέτες με νευρολογικούς κινδύνους, μεταξύ των οποίων και η νόσος Πάρκινσον.
Η γλυφοσάτη χρησιμοποιείται ευρέως για την καταπολέμηση ζιζανίων και αποτελεί αντικείμενο μακροχρόνιας επιστημονικής και ρυθμιστικής αντιπαράθεσης σχετικά με τους κινδύνους για την υγεία.
Ο παθολογοανατόμος Ζακάγιο Τάιμουτα, ο οποίος συνεργάστηκε με τη νομική ομάδα, δήλωσε ότι δεν εντοπίστηκε άλλη αιτία που να εξηγεί την κατάσταση του Μουρίκι, επικαλούμενος τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
Ωστόσο, πρόκειται για εκτιμήσεις επιστημόνων που συνεργάζονται με τους προσφεύγοντες και όχι για δικαστικά διαπιστωμένη αιτιώδη σύνδεση ανάμεσα στην έκθεση στα φυτοφάρμακα και στις παθήσεις.
Οι εταιρείες και οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν αποδεχθεί τους ισχυρισμούς ως αποδεδειγμένους.
Πέντε εταιρείες στο στόχαστρο
Στη δικαστική προσφυγή κατονομάζονται πέντε εταιρείες: η Monsanto, η Syngenta, η Bayer, η BASF και η Twiga Chemical Industries, με έδρα το Ναϊρόμπι. Η υπόθεση αφορά την πώληση φυτοφαρμάκων που περιέχουν δραστικές ουσίες υψηλής επικινδυνότητας.
Η Bayer, η οποία εξαγόρασε τη Monsanto το 2016, υποστήριξε ότι τα προϊόντα της είναι ασφαλή για τον άνθρωπο και το περιβάλλον όταν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις οδηγίες της ετικέτας, προσθέτοντας ότι εφαρμόζει ενιαία πρότυπα ασφαλείας διεθνώς.
Από την πλευρά της, η Syngenta ανέφερε ότι όλα τα προϊόντα της που διατίθενται στην Κένυα συμμορφώνονται με τις εθνικές κανονιστικές απαιτήσεις και ότι εγγυάται την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους όταν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες οδηγίες.
Η αρμόδια αρχή της Κένυας για τον έλεγχο των φυτοφαρμάκων απέφυγε να σχολιάσει την υπόθεση, επικαλούμενη την εκκρεμή δικαστική διαδικασία. Η BASF και η Twiga Chemical Industries δεν απάντησαν στα ερωτήματα του Guardian.
Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται, επομένως, στο εάν συγκεκριμένα προϊόντα χρησιμοποιήθηκαν σωστά ή εάν οι εργαζόμενοι διέθεταν τον κατάλληλο εξοπλισμό. Αφορά και το κατά πόσο οι πολυεθνικές εταιρείες και οι εθνικές αρχές οφείλουν να διασφαλίζουν αντίστοιχα επίπεδα προστασίας ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία πωλούνται τα προϊόντα τους.
Το ευρωπαϊκό παράδοξο: 474 τόνοι φυτοφαρμάκων που απαγορεύονται στην Ευρώπη προς την Κένυα
Η πιο σημαντική διάσταση της υπόθεσης αφορά τις εξαγωγές χημικών ουσιών από την Ευρώπη.
Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσαν οι ερευνητικές ομάδες Unearthed, του Greenpeace UK, και Public Eye, το 2024 ευρωπαϊκές εταιρείες υπέβαλαν στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Χημικών Προϊόντων (ECHA) ειδοποιήσεις για την προγραμματισμένη εξαγωγή 474 τόνων φυτοφαρμάκων προς την Κένυα, τα οποία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στην ΕΕ.
Πρόκειται για ποσότητες που δηλώθηκαν ως προγραμματισμένες εξαγωγές και όχι για επιβεβαιωμένο απολογισμό των ποσοτήτων που τελικά παραδόθηκαν. Οι σχετικές ειδοποιήσεις αποτελούν, ωστόσο, το πιο αναλυτικό δημόσια διαθέσιμο αρχείο για το εμπόριο αυτών των ουσιών.
Η ευρύτερη εικόνα είναι ακόμη μεγαλύτερη. Σύμφωνα με την έρευνα των Unearthed και Public Eye, οι εταιρείες της ΕΕ είχαν δηλώσει προθέσεις εξαγωγής περίπου 122.000 τόνων φυτοφαρμάκων που απαγορεύονται για χρήση στις ευρωπαϊκές καλλιέργειες προς διάφορες χώρες του κόσμου το 2024.
Η Greenpeace Africa, σε έκθεση που δημοσίευσε τον Απρίλιο του 2026 με τίτλο «Food or Poison?», εξετάζει την εξάπλωση των ιδιαίτερα επικίνδυνων φυτοφαρμάκων σε τρεις αφρικανικές χώρες: την Κένυα, την Γκάνα και τη Νότια Αφρική.
Στην Κένυα, από τις 141 δραστικές ουσίες φυτοφαρμάκων που ήταν καταχωρισμένες το 2025, οι 48 χαρακτηρίζονταν ως ιδιαίτερα επικίνδυνες. Παράλληλα, το 47% των καταχωρισμένων δραστικών ουσιών στη χώρα περιλαμβανόταν σε εκείνες που έχουν απαγορευτεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση για λόγους προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος.
Η ίδια έκθεση καταγράφει ότι το 60% των δειγμάτων εδάφους που εξετάστηκαν στην Κένυα περιείχαν υπολείμματα φυτοφαρμάκων, με ορισμένες συγκεντρώσεις να είναι αρκετά υψηλές ώστε να προκαλούν βλάβες στους οργανισμούς του εδάφους.
Στη Γκάνα και τη Νότια Αφρική εντοπίστηκαν επίσης μείγματα φυτοφαρμάκων σε υδάτινα συστήματα, ενώ η Greenpeace προειδοποιεί ότι η διασπορά των χημικών ουσιών δεν περιορίζεται στις καλλιέργειες όπου εφαρμόζονται. Μέσω του αέρα και των υδάτων μπορούν να μεταφερθούν σε ποτάμια, εδάφη και προστατευόμενες φυσικές περιοχές.
Η εικόνα που προκύπτει είναι ότι το πρόβλημα δεν αφορά μεμονωμένες γεωργικές εκμεταλλεύσεις, αλλά ένα ευρύτερο μοντέλο χρήσης και εμπορίας αγροχημικών, με συνέπειες τόσο για την ανθρώπινη υγεία όσο και για τα οικοσυστήματα.
Η Ευρώπη έχει δεσμευτεί να σταματήσει τις εξαγωγές, αλλά η πρακτική συνεχίζεται
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε δεσμευτεί το 2020 να τερματίσει την πρακτική εξαγωγής φυτοφαρμάκων που απαγορεύονται στην ευρωπαϊκή αγορά.
Ωστόσο, το υφιστάμενο ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο δεν έχει θεσπίσει μια γενική απαγόρευση όλων αυτών των εξαγωγών. Ο κανονισμός 649/2012 προβλέπει συγκεκριμένες υποχρεώσεις ενημέρωσης, κοινοποίησης και, για ορισμένες ουσίες, προηγούμενης ρητής συγκατάθεσης της χώρας εισαγωγής.
Με άλλα λόγια, η απαγόρευση χρήσης μιας ουσίας εντός της ΕΕ δεν συνεπάγεται αυτομάτως και απαγόρευση εξαγωγής της σε τρίτες χώρες.
Η Γαλλία και το Βέλγιο έχουν προχωρήσει σε εθνικές απαγορεύσεις εξαγωγής φυτοφαρμάκων που δεν επιτρέπονται στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ σε επίπεδο ΕΕ εξακολουθεί να υπάρχει η συζήτηση για την ανάγκη μιας ενιαίας ρύθμισης.
Η διαφορά αυτή αποτυπώνει το βασικό ερώτημα της υπόθεσης: εάν μια χημική ουσία θεωρείται υπερβολικά επικίνδυνη για να χρησιμοποιείται στις ευρωπαϊκές καλλιέργειες, με ποια κριτήρια κρίνεται αποδεκτή η διάθεσή της σε χώρες εκτός Ευρώπης;
Οι εκπρόσωποι των εταιρειών επικαλούνται μεταξύ άλλων τις διαφορετικές αγρονομικές και κλιματικές συνθήκες, καθώς και τα διαφορετικά ρυθμιστικά συστήματα των χωρών εισαγωγής. Οι επικριτές της πρακτικής, από την άλλη, υποστηρίζουν ότι η προστασία της υγείας δεν μπορεί να εξαρτάται από τη γεωγραφική θέση του εργαζομένου.
Ο Όλοφ Μπγιόρνσον, στέλεχος της σουηδικής οργάνωσης Swedwatch, η οποία έχει ερευνήσει τις εξαγωγές σε συνεργασία με το Kenya Organic Agriculture Network, υποστηρίζει ότι η ευρωπαϊκή πολιτική εξαγωγών έχει αποτύχει και ότι το κόστος αυτής της αποτυχίας το πληρώνουν οι αγρότες της Κένυας.
Οι επιπτώσεις φτάνουν μέχρι το τραπέζι των Ευρωπαίων καταναλωτών
Η υπόθεση έχει και μια ακόμη διάσταση που αφορά άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά τροφίμων.
Η Κένυα αποτελεί σημαντικό παραγωγό και εξαγωγέα αγροτικών προϊόντων, με τις ανθοκομικές και τις κηπευτικές καλλιέργειες να αποτελούν βασική πηγή εισοδήματος για χιλιάδες οικογένειες.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι περιπτώσεις κατά τις οποίες φορτία κηπευτικών προϊόντων από την Κένυα αντιμετωπίζουν προβλήματα κατά τους ευρωπαϊκούς ελέγχους, εξαιτίας της παρουσίας δραστικών ουσιών που έχουν περιοριστεί ή απαγορευτεί στην ΕΕ ή επειδή τα υπολείμματά τους υπερβαίνουν τα επιτρεπόμενα όρια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο Guardian, τα έσοδα της Κένυας από τις εξαγωγές λαχανικών μειώθηκαν κατά 68% μεταξύ 2023 και 2025, με σημαντικό μέρος της πτώσης να αποδίδεται στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς για τα φυτοφάρμακα.
Έτσι, διαμορφώνεται μια ιδιαίτερα σύνθετη κατάσταση: οι παραγωγοί καλούνται να χρησιμοποιούν χημικές ουσίες που επιτρέπονται από τις εγχώριες αρχές, αλλά ορισμένες από αυτές δεν γίνονται αποδεκτές στην αγορά στην οποία προορίζονται τα προϊόντα τους.
Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι στις καλλιέργειες καταγγέλλουν ότι εκτίθενται σε ουσίες για τις οποίες υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τις επιπτώσεις στην υγεία και το περιβάλλον.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το εάν τα τρόφιμα που φτάνουν στην Ευρώπη πληρούν τις προδιαγραφές ασφαλείας. Αφορά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παράγονται, καθώς και το εάν οι άνθρωποι που εργάζονται για την παραγωγή τους απολαμβάνουν αντίστοιχη προστασία.
Μια κρίση που δεν περιορίζεται στα χωράφια
Στην περιοχή Τιμάου, οι συνέπειες της υπόθεσης αποτυπώνονται πλέον και στις οικογένειες των εργαζομένων.
Πολλοί από τους ανθρώπους που εμφανίζουν προβλήματα υγείας δεν μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται, ενώ η ανάγκη μακροχρόνιας φροντίδας επιβαρύνει οικονομικά συγγενείς που συχνά δεν έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν ακόμη και βασικές ανάγκες.
Ο επικεφαλής του ογκολογικού κέντρου του νοσοκομείου Meru Teaching and Referral Hospital, δρ Στίβεν Τσέγκε, δήλωσε στον Guardian ότι τα τελευταία χρόνια αυξάνονται οι παραπομπές εργαζομένων από τις αγροτικές περιοχές, ενώ έχει παρατηρήσει περισσότερες διαγνώσεις καρκίνων του αίματος και του γαστρεντερικού συστήματος.
Έσπευσε, ωστόσο, να θέσει το κρίσιμο ερώτημα εάν η αύξηση αυτή συνδέεται με την έκθεση στα φυτοφάρμακα, χωρίς να παρουσιάζει τη σχέση ως αποδεδειγμένη.
Οι ειδικοί και οι οργανώσεις που παρακολουθούν το ζήτημα ζητούν αυστηρότερους ελέγχους, καλύτερη ενημέρωση των εργαζομένων και σταδιακή αντικατάσταση των ιδιαίτερα επικίνδυνων φυτοφαρμάκων με ασφαλέστερες εναλλακτικές λύσεις.
Για τις οικογένειες της Τιμάου, όμως, η συζήτηση δεν είναι πλέον θεωρητική.
Είναι η καθημερινή προσπάθεια να εξασφαλίσουν περίθαλψη και να φροντίσουν ανθρώπους που, ενώ κάποτε εργάζονταν στα χωράφια και στις θερμοκηπιακές εγκαταστάσεις της περιοχής, σήμερα δυσκολεύονται ακόμη και να αυτοεξυπηρετηθούν.
Η δικαστική υπόθεση που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Κένυα ενδέχεται να αποτελέσει σημαντική δοκιμασία για την ευθύνη των εταιρειών αγροχημικών, αλλά και για το κατά πόσο οι κυβερνήσεις μπορούν να προστατεύουν αποτελεσματικά τους εργαζομένους τους από χημικές ουσίες υψηλής επικινδυνότητας.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι εάν η διεθνής αγορά θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει διαφορετικά την ανθρώπινη υγεία ανάλογα με τη χώρα στην οποία παράγονται τα τρόφιμα και χρησιμοποιούνται τα φυτοφάρμακα.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.