Stress test γεωπολιτικού κινδύνου της ΕΚΤ: Ανθεκτικές οι τράπεζες, αλλά «ρωγμές» στην άμυνά τους

Η άσκηση αποκάλυψε κενά στη σύνδεση κεφαλαίων και ρευστότητας, στον κυβερνοκίνδυνο και στον ρεαλισμό των σχεδίων αντιμετώπισης

ΕΚΤ

Ικανές να σχεδιάσουν σενάρια κρίσης προσαρμοσμένα στις ιδιαίτερες ευπάθειές τους εμφανίζονται οι 110 τράπεζες της ευρωζώνης που συμμετείχαν στην αντίστροφη άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για τους γεωπολιτικούς κινδύνους. 

Ωστόσο, τα αποτελέσματα των stress tests αποκάλυψαν σημαντικά κενά στον τρόπο με τον οποίο ορισμένα πιστωτικά ιδρύματα αποτυπώνουν τις επιπτώσεις των γεωπολιτικών εντάσεων στη φερεγγυότητα και τη ρευστότητά τους, καθώς και υπερβολικά αισιόδοξες παραδοχές για τα μέτρα αντιμετώπισης μιας συστημικής κρίσης.

Η άσκηση εντάσσεται στο ευρύτερο εποπτικό έργο της ΕΚΤ για τον γεωπολιτικό κίνδυνο, ο οποίος αποτελεί εποπτική προτεραιότητα για την περίοδο 2026-2028. Στόχος είναι η ενίσχυση της προνοητικής διαχείρισης κινδύνων και των δυνατοτήτων των τραπεζών να διενεργούν ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Στο πλαίσιο της άσκησης, οι τράπεζες κλήθηκαν να διενεργήσουν αντίστροφη προσομοίωση ακραίων καταστάσεων, εντοπίζοντας εύλογα γεωπολιτικά σενάρια τα οποία θα ήταν αρκετά σοβαρά ώστε να επηρεάσουν ουσιωδώς την κεφαλαιακή τους θέση. Σε γενικές γραμμές, οι τράπεζες κατάφεραν να διαμορφώσουν οικονομικά ουσιώδη σενάρια ακραίων καταστάσεων, τα οποία αντανακλούσαν τις ιδιαίτερες ευπάθειές τους.

Ωστόσο, η άσκηση ανέδειξε και τομείς στους οποίους απαιτούνται περαιτέρω βελτιώσεις. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ο βαθμός ανάλυσης και η ευαισθησία των εκτιμήσεων κινδύνου, η συνέπεια μεταξύ των περιγραφών των σεναρίων και της αποτύπωσής τους στις επιπτώσεις για τη φερεγγυότητα και τη ρευστότητα, ο ρεαλισμός των μέτρων μετριασμού -ιδίως σε καταστάσεις συστημικής κρίσης που προκαλούνται από αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις- καθώς και η αποτύπωση της αλληλεπίδρασης μεταξύ φερεγγυότητας και ρευστότητας στα πλαίσια προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων.

Η άσκηση του 2026 βασίστηκε σε μεθοδολογία αντίστροφης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων. Στις τράπεζες τέθηκε ως στόχος η μείωση κατά 300 μονάδες βάσης του δείκτη κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1) και ζητήθηκε να σχεδιάσουν σενάρια με γεωπολιτική αφήγηση κινδύνου που θα οδηγούσαν σε αυτό το αποτέλεσμα. 

Η προσέγγιση αυτή διαφέρει θεμελιωδώς από τις παραδοσιακές ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, όπως η πανευρωπαϊκή άσκηση που διενεργείται ανά διετία υπό την καθοδήγηση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, όπου όλες οι τράπεζες υποβάλλονται στο ίδιο σενάριο. Σε μια παραδοσιακή άσκηση, το βάρος δίνεται στη μέτρηση του ποσοτικού αντίκτυπου στα κεφάλαια. Αντίθετα, σε μια αντίστροφη άσκηση, η έμφαση δίνεται στην ικανότητα των τραπεζών να αναλύουν ευρύτερα τον τρόπο με τον οποίο οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα.

Στο πλαίσιο των προσπαθειών της ΕΚΤ να απλουστεύσει τις εποπτικές διαδικασίες, η προσομοίωση ακραίων καταστάσεων αντικατέστησε την ετήσια άσκηση που διαφορετικά θα έπρεπε να υποβάλουν οι τράπεζες στο πλαίσιο της εσωτερικής διαδικασίας αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας (ICAAP), συμβάλλοντας έτσι στη μείωση του κόστους συμμόρφωσης.

Τα σενάρια γεωπολιτικού κινδύνου

Οι τράπεζες ανέπτυξαν ένα ευρύ φάσμα γεωπολιτικών σεναρίων, τα οποία περιελάμβαναν στρατιωτικές συγκρούσεις, διαταραχές στο εμπόριο, στην ενέργεια και στις εφοδιαστικές αλυσίδες, οικονομικές κυρώσεις, μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς και κυβερνοπεριστατικά. Η ποικιλομορφία αυτή αναδεικνύει την ικανότητα των τραπεζών να προσαρμόζουν τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων στα ιδιαίτερα επιχειρηματικά μοντέλα και προφίλ κινδύνου τους.

Καθώς ο γεωπολιτικός κίνδυνος αποτελεί οριζόντιο παράγοντα κινδύνου, ο οποίος μπορεί να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα τόσο χρηματοοικονομικούς όσο και μη χρηματοοικονομικούς κινδύνους, οι τράπεζες έπρεπε να διακρίνουν μεταξύ τριών διαύλων μετάδοσης: του διαύλου των χρηματοπιστωτικών αγορών, του διαύλου της πραγματικής οικονομίας και του διαύλου ασφάλειας και προστασίας.

Οι περισσότερες τράπεζες παρουσίασαν τον δίαυλο της πραγματικής οικονομίας ως τον βασικό μηχανισμό μετάδοσης των κινδύνων, με δεύτερο σημαντικότερο τον αντίκτυπο στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σε σενάρια που αφορούσαν στρατιωτικές συγκρούσεις και κυβερνοεπιθέσεις, σημαντικό ρόλο στη μετάδοση των κινδύνων διαδραμάτιζε ο δίαυλος ασφάλειας και προστασίας, ο οποίος περιλαμβάνει φυσικούς κινδύνους, καθώς και κυβερνοαπειλές και υβριδικές απειλές.

Κοινοί δίαυλοι μετάδοσης στα κεφάλαια

Στα σενάρια των τραπεζών, ο πιστωτικός κίνδυνος και οι πιέσεις στην κερδοφορία αποτέλεσαν κοινούς διαύλους μέσω των οποίων η γεωπολιτική πίεση μεταφράστηκε σε επιπτώσεις στα κεφάλαια. Οι ζημίες απομείωσης δανείων αναδείχθηκαν συχνά ως σημαντικός μηχανισμός μετάδοσης, ιδίως σε κλάδους που είναι ευάλωτοι στις γεωπολιτικές εξελίξεις, όπως η μεταποίηση, η ενέργεια και οι μεταφορές. Για τις τράπεζες με μεγάλα χαρτοφυλάκια συναλλαγών, η μείωση των προμηθειών και των εσόδων από συναλλαγές συνέβαλε επίσης στη διάβρωση των κεφαλαίων.

Ρευστότητα και χρηματοδότηση

Οι θέσεις ρευστότητας των τραπεζών παρέμειναν γενικά πάνω από τις ελάχιστες κανονιστικές απαιτήσεις στα σενάρια ακραίων καταστάσεων. Πολλές τράπεζες μοντελοποίησαν με εύλογο τρόπο τη μετάδοση των γεωπολιτικών γεγονότων στις θέσεις ρευστότητας και χρηματοδότησής τους. Ωστόσο, αρκετές τράπεζες παρουσίασαν περιορισμένη μόνο μεταβολή στους δείκτες ρευστότητάς τους, παρά τη σημαντική μείωση κεφαλαίου που προβλεπόταν στο σενάριο. Επειδή οι πιέσεις στη φερεγγυότητα και στη ρευστότητα συχνά συνδέονται στενά κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, η ΕΚΤ θα δώσει συνέχεια με τις συγκεκριμένες τράπεζες, προκειμένου να βελτιώσουν τα πλαίσια προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων.

Μη χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι

Η ΕΚΤ ζήτησε από τις τράπεζες να εξηγήσουν τους μη χρηματοοικονομικούς κινδύνους που θα μπορούσαν να εκδηλωθούν στο επιλεγμένο σενάριο. Τα κυβερνοπεριστατικά και η διακοπή υπηρεσιών από τρίτους παρόχους αναδείχθηκαν ως οι σημαντικότερες απειλές. Γενικά, η ΕΚΤ καλεί τις τράπεζες να ενσωματώνουν στα πλαίσια προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων ζητήματα επιχειρησιακής ανθεκτικότητας και κυβερνοκινδύνου, παράλληλα με τους παραδοσιακούς χρηματοοικονομικούς κινδύνους.

Μέτρα θωράκισης

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αντίστροφης άσκησης ήταν η απαίτηση να παρουσιάσει κάθε τράπεζα τις διοικητικές ενέργειες που θα εφάρμοζε στο πλαίσιο του γεωπολιτικού σεναρίου κινδύνου. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν η άντληση κεφαλαίων, η πώληση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, η μείωση του κόστους και η προσαρμογή των ποσοστών διανομής κερδών.

Συνολικά, οι προβλεπόμενες ενέργειες κρίθηκαν γενικά εύλογες και σχετικές με το εκάστοτε σενάριο. Ωστόσο, η ΕΚΤ εντόπισε περιπτώσεις στις οποίες οι παραδοχές φαίνονταν υπερβολικά αισιόδοξες, όπως η εκτίμηση ότι χαρτοφυλάκια δανείων μπορούν να πωληθούν ή κεφάλαια να αντληθούν σε ιδιαίτερα υψηλές τιμές υπό δυσμενείς συνθήκες αγοράς. Οι εποπτικές αρχές θα δώσουν συνέχεια στις περιπτώσεις αυτές στο πλαίσιο του συνεχιζόμενου διαλόγου για τον κεφαλαιακό σχεδιασμό και τα σχέδια ανάκαμψης. Η ΕΚΤ υπογραμμίζει επίσης τον καθοριστικό ρόλο των διοικητικών συμβουλίων των τραπεζών, ώστε η ανάλυση σεναρίων και ο σχεδιασμός έκτακτης ανάγκης να λαμβάνονται δεόντως υπόψη.

Τα αποτελέσματα θα ενσωματωθούν στον συνεχιζόμενο εποπτικό διάλογο με τις τράπεζες και ενδέχεται να ληφθούν υπόψη στις ποιοτικές αξιολογήσεις στο πλαίσιο της Διαδικασίας Εποπτικού Ελέγχου και Αξιολόγησης (SREP). Η άσκηση δεν θα οδηγήσει σε προσαρμογές των κατευθύνσεων του Πυλώνα 2 ούτε των κατευθύνσεων του Πυλώνα 2 για τον δείκτη μόχλευσης.

 
Πηγή: skai.gr
17 0 Bookmark

Απόρρητο