Όταν το χρήμα ακριβαίνει: Τι σημαίνει για την αμερικανική οικονομία το sell off των ομολόγων 

Ακριβότερα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, μεγαλύτερο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και νέες πιέσεις στις αγορές από την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων 

αμερικανικά ομόλογα

Η αγορά των αμερικανικών κρατικών ομολόγων δέχεται ισχυρές πιέσεις. Την Πέμπτη, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου έφτασε το 5,342%, στο υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2002. Η απόδοση του 30ετούς κινήθηκε πάνω από το 5,5%, ενώ συνολικά η αγορά των Treasuries έκλεισε για το τρίτο τρίμηνο με τη μεγαλύτερη τριμηνιαία άνοδο των αποδόσεων στον 21ο αιώνα.

Το sell-off δεν αφορά μόνο τους επενδυτές ομολόγων. Οι αποδόσεις τους επηρεάζουν το κόστος δανεισμού από τα στεγαστικά και τα επιχειρηματικά δάνεια μέχρι το κόστος με το οποίο δανείζεται το ίδιο το αμερικανικό Δημόσιο. Δηλαδή αφορούν το σύνολο της οικονομίας. 

Η απόσταση μάλιστα σε σχέση με τιμές στις αρχές του έτους είναι πλέον μεγάλη. Το 10ετές ξεκίνησε το 2026 με απόδοση γύρω στο 4,15% και τον Φεβρουάριο είχε υποχωρήσει κάτω από το 4%, πριν πάρει ξανά την ανηφόρα. Πέντε χρόνια νωρίτερα, βρισκόταν περίπου στο 1,3%.

Γιατί ανεβαίνουν οι αποδόσεις

Στην άνοδο των αποδόσεων συντελούν περισσότεροι από ένας παράγοντες. Ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από τον στόχο της Fed, το ακριβότερο πετρέλαιο εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις και οι αγορές δεν προβλέπουν πλέον, άμεσα αν μη τι άλλο, αποκλιμάκωση των επιτοκίων.

Η άνοδος του πετρελαίου και των καυσίμων, απόρροια της σύγκρουσης με το Ιράν, δυσκολεύει τη δουλειά της Fed. Όσο οι υψηλές τιμές της ενέργειας περνούν στην οικονομία, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος ο πληθωρισμός να μείνει υψηλός για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. 

Στις 16 Σεπτεμβρίου η Fed αύξησε το βασικό επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης, στο 3,75%-4%. Ήταν η πρώτη αύξηση από τον Ιούλιο του 2023 και η απόφαση ελήφθη ομόφωνα. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ επανέλαβε ότι ο πληθωρισμός παραμένει αυξημένος και ότι στόχος της είναι να επιστρέψει στο 2%.

Τα στοιχεία που ακολούθησαν έδωσαν πάντως μια ανάσα στις αγορές. Ο PCE, ο δείκτης τιμών προσωπικής καταναλωτικής δαπάνης που παρακολουθεί στενά η Fed, αυξήθηκε 3,4% τον Αύγουστο σε ετήσια βάση, ενώ ο δομικός PCE, που δεν περιλαμβάνει τα τρόφιμα και την ενέργεια, αυξήθηκε 3%. Η εξέλιξη αυτή περιόρισε τις πιθανότητες που έδιναν οι αγορές για νέα αύξηση επιτοκίων τον Οκτώβριο.

Και στο βάθος, το χρέος

Υπάρχει όμως και κάτι μεγαλύτερο από τη Fed κι αυτό είναι πόσο χρέος καλούνται να απορροφήσουν οι αγορές.

Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει πλέον ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, φτάνοντας τα 40,2 τρισ. τον Αύγουστο. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να χρειάζονται τεράστια ποσά για να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματά τους. Όσο περισσότερο χρέος βγαίνει στην αγορά, τόσο μεγαλύτερη σημασία έχει το πόσο πρόθυμοι είναι οι επενδυτές να το αγοράσουν και σε ποια τιμή.

Όταν οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερη απόδοση για να αγοράσουν αμερικανικά ομόλογα, το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ ανεβαίνει. Πίεση η οποία δεν αφορά μόνο την Ουάσιγκτον. Οι αποδόσεις έχουν αυξηθεί και σε άλλες μεγάλες αγορές κρατικού χρέους, από την Ευρώπη έως την Ιαπωνία.

Το πρόβλημα είναι ότι η άνοδος των αποδόσεων μπορεί να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα δημόσια οικονομικά καθώς αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και εντείνει τις ανησυχίες των επενδυτών. Και αν αυτές οι ανησυχίες μεγαλώσουν, μπορεί να ζητήσουν ακόμη υψηλότερη απόδοση για να αγοράσουν αμερικανικό χρέος. 

Από τα ομόλογα στα στεγαστικά

Για τα αμερικανικά νοικοκυριά, η άνοδος των αποδόσεων δεν είναι μια ιστορία που αφορά μόνο traders και διαχειριστές κεφαλαίων.

Το 10ετές ομόλογο αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για τα στεγαστικά επιτόκια. Το μέσο επιτόκιο για 30ετές στεγαστικό σταθερού επιτοκίου έφτασε το 6,95% την εβδομάδα έως τις 17 Σεπτεμβρίου και την επόμενη εβδομάδα ανέβηκε πάνω από το 7%, στο 7,03%.

Για έναν αγοραστή κατοικίας αυτό σημαίνει μεγαλύτερη μηνιαία δόση και λιγότερες επιλογές. Σε μια αγορά όπου οι τιμές των κατοικιών παραμένουν ήδη υψηλές, τα ακριβότερα στεγαστικά δάνεια κάνουν ακόμη πιο δύσκολη την αγορά ενός σπιτιού.

Η πίεση, όμως, δεν σταματά στα στεγαστικά. Ακριβότερη χρηματοδότηση σημαίνει υψηλότερο κόστος και για αυτοκίνητα και άλλες μεγάλες αγορές. Οι πιστωτικές κάρτες, βέβαια, επηρεάζονται περισσότερο από τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια παρά από το 10ετές ομόλογο. 

Παρ΄όλα αυτά, υπάρχουν και κερδισμένοι, όπως οι αποταμιευτές οι οποίοι μπορούν να βρουν υψηλότερες αποδόσεις σε προθεσμιακές καταθέσεις και βραχυπρόθεσμα επενδυτικά προϊόντα. Για όποιον όμως χρειάζεται να δανειστεί, το χρήμα έχει ακριβύνει.

Οι επιχειρήσεις πληρώνουν ακριβότερα για να δανειστούν

Το ίδιο συμβαίνει και στις επιχειρήσεις. Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου αποτελεί σημείο αναφοράς για μεγάλο μέρος του εταιρικού δανεισμού. Όσο ανεβαίνει, ανεβαίνει και το κόστος με το οποίο οι εταιρείες βγαίνουν στην αγορά για να δανειστούν.

Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο όταν λήγουν παλαιότερα δάνεια που είχαν συναφθεί με πολύ χαμηλότερα επιτόκια. Η αναχρηματοδότηση μπορεί πλέον να κοστίζει αισθητά περισσότερο, πιέζοντας τα κέρδη και τις ταμειακές ροές, ιδιαίτερα για τις εταιρείες με χαμηλότερη πιστοληπτική διαβάθμιση.

Γεγονός που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς πλέον υπάρχει και ένας νέος μεγάλος δανειζόμενος: η βιομηχανία της τεχνητής νοημοσύνης. Οι επενδύσεις σε data centers και άλλες υποδομές απαιτούν τεράστια κεφάλαια και ένα μέρος τους χρηματοδοτείται μέσω της αγοράς εταιρικών ομολόγων. Σε μια αγορά όπου το κόστος του χρήματος ήδη ανεβαίνει, η ζήτηση αυτή προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα πίεσης.

Για το αμερικανικό Δημόσιο, η επίπτωση είναι ακόμη πιο άμεση. Όσο υψηλότερες είναι οι αποδόσεις, τόσο ακριβότερα κοστίζει η έκδοση νέου χρέους και, σταδιακά, η αναχρηματοδότηση του παλαιότερου. Οι τόκοι καταλαμβάνουν έτσι μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού.

Το υπουργείο Οικονομικών προσπαθεί βέβαια να βελτιώσει τη λειτουργία της αγοράς με επαναγορές παλαιότερων ομολόγων. Οι αγορές αυτές έχουν στόχο κυρίως τη βελτίωση της ρευστότητας και όχι τη διατήρηση των αποδόσεων σε συγκεκριμένο επίπεδο. Το πρόγραμμα έχει επεκταθεί, αλλά οι επαναγορές παραμένουν μικρές σε σχέση με το συνολικό μέγεθος της αγοράς.

Οι μετοχές αντέχουν

Παρότι οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν ανέβει απότομα, η Wall Street δείχνει μέχρι στιγμής να αντέχει. Η άνοδος των επιτοκίων δεν έχει μεταφραστεί σε αντίστοιχη πίεση στις μετοχές, με τον S&P 500 και τον Nasdaq να κλείνουν το τρίτο τρίμηνο σε θετικό έδαφος.

Την ίδια στιγμή, η αμερικανική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Το δεύτερο τρίμηνο το αμερικανικό ΑΕΠ αναθεωρήθηκε σε ετήσιο ρυθμό 2,2%, ενώ οι καταναλωτικές δαπάνες και οι επιχειρηματικές επενδύσεις παρέμειναν ισχυρές. Σημαντικό μέρος των επενδύσεων κατευθύνεται πλέον σε υποδομές για την τεχνητή νοημοσύνη, από data centers μέχρι εξοπλισμό και υπολογιστική ισχύ. Η ζήτηση αυτή στηρίζει τα έσοδα και τις επενδύσεις των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών, που έχουν και μεγάλο βάρος στους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι μετοχές μένουν ανεπηρέαστες από την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων. Όσο αυτές ανεβαίνουν, οι επενδυτές γίνονται πιο επιφυλακτικοί απέναντι σε μετοχές με υψηλές αποτιμήσεις, ιδιαίτερα όταν τα κέρδη των εταιρειών δεν αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό. Αν το κόστος δανεισμού συνεχίσει να ανεβαίνει, η πίεση στη Wall Street μπορεί να μεγαλώσει.

Ο κίνδυνος δεν είναι μόνο η άνοδος των αποδόσεων

Το θέμα δεν είναι μόνο πού θα φτάσουν οι αποδόσεις. Είναι και το πώς θα φτάσουν εκεί. Μια σταδιακή άνοδος μπορεί να απορροφηθεί από τις αγορές. Ένα απότομο sell off στα ομόλογα, ειδικά σε μια αγορά τόσο μεγάλη και σημαντική όσο η αμερικανική, είναι άλλη υπόθεση. 

Επενδυτές που έχουν δανειστεί για να πάρουν θέσεις στην αγορά μπορεί, σε μια απότομη πτώση των τιμών, να βρεθούν αντιμέτωποι με απαιτήσεις για πρόσθετες εγγυήσεις. Αν αναγκαστούν να πουλήσουν, οι πωλήσεις μπορούν να προκαλέσουν νέες πωλήσεις, με αποτέλεσμα η πτώση να γίνει ακόμη πιο απότομη.

Ακριβό χρήμα και πολιτικό κόστος

Η χρονική συγκυρία προσθέτει και μια πολιτική διάσταση. Στις 3 Νοεμβρίου οι Αμερικανοί ψηφίζουν για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, στις ενδιάμεσες εκλογές.

Και το κόστος του χρήματος είναι από εκείνα τα οικονομικά μεγέθη που αργά ή γρήγορα φτάνουν στην καθημερινότητα: στεγαστικά επιτόκια, κόστος καυσίμων, τιμές και γενικότερο κόστος ζωής.

Η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε τον Σεπτέμβριο σε χαμηλό 12,5 ετών, με τις ανησυχίες για την αγορά εργασίας και τις οικονομικές συνθήκες να αυξάνονται.

Ο Ντόναλντ Τραμπ παραδέχθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου ότι δεν έχει καταφέρει να επικοινωνήσει αποτελεσματικά τα οικονομικά πεπραγμένα της κυβέρνησής του. Παράλληλα, έχει ζητήσει επανειλημμένως χαμηλότερα επιτόκια, ενώ η Fed κινήθηκε τον Σεπτέμβριο προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Βέβαια ακόμη και αν η Fed μειώσει τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πέσουν αυτόματα και οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις. Αν οι επενδυτές θεωρήσουν ότι αυξάνονται οι δημοσιονομικοί ή πληθωριστικοί κίνδυνοι, μπορεί να ζητήσουν μεγαλύτερη απόδοση για να κρατήσουν μακροπρόθεσμο αμερικανικό χρέος.

Η νέα πραγματικότητα για την αμερικανική οικονομία

Η άνοδος των αποδόσεων δεν σημαίνει από μόνη της ότι η αμερικανική οικονομία βρίσκεται σε κρίση. Δείχνει όμως ότι το κόστος χρηματοδότησης έχει ανέβει και ότι η εποχή των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων απέχει πλέον αρκετά.

Αυτό περνά σταδιακά παντού. Στο στεγαστικό ενός νοικοκυριού, στο δάνειο μιας επιχείρησης, στις επενδύσεις των εταιρειών και, τελικά, στον λογαριασμό τόκων του αμερικανικού Δημοσίου.

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η αμερικανική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται αρκετά γρήγορα ώστε να αντέξει το ακριβότερο χρήμα, ή αν, κάποια στιγμή, το υψηλότερο κόστος δανεισμού θα αρχίσει να φρενάρει την ίδια την ανάπτυξη.


 

 
Πηγή: skai.gr
1 0 Bookmark

Απόρρητο