DBRS: Κεφαλαιακή αντοχή για τις ελληνικές τράπεζες παρά τα αυξημένα μερίσματα και τις εξαγορές

 Η αύξηση των δανείων και οι εξαγορές ενίσχυσαν τα σταθμισμένα στοιχεία ενεργητικού κατά 18% από το τέλος του 2022

DBRS: Στο 14,9% ο δείκτης CET1 των ελληνικών τραπεζών τον Ιούνιο του 2026

Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντικά κεφαλαιακά αποθέματα, παρά την αύξηση των μερισμάτων που καταβάλλουν στους μετόχους τους και τις εξαγορές που έχουν πραγματοποιήσει. Αυτό προκύπτει από ανάλυση του οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης DBRS, η οποία εξετάζει την κεφαλαιακή θέση 40 ευρωπαϊκών τραπεζών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάλυσης, στα τέλη Ιουνίου 2026 ο δείκτης κεφαλαίων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1) για τις τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες —Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς, Eurobank και Alpha Bank— ανερχόταν στο 14,9%. Το επίπεδο αυτό υπερέβαινε κατά 4,7 ποσοστιαίες μονάδες, ή 470 μονάδες βάσης, τις ελάχιστες εποπτικές απαιτήσεις.

Στο σύνολο του δείγματος, ο μέσος δείκτης CET1 των 40 ευρωπαϊκών τραπεζών ξεπερνούσε το 15%, με το αντίστοιχο κεφαλαιακό περιθώριο να διαμορφώνεται περίπου στις 450 μονάδες βάσης. Ωστόσο, ο μέσος δείκτης ήταν ελαφρώς χαμηλότερος σε σύγκριση με το τέλος του 2025.

Η επίδραση των μερισμάτων και των εξαγορών

Η κεφαλαιακή απόσταση από τις εποπτικές απαιτήσεις περιορίστηκε για τις ελληνικές και τις ιταλικές τράπεζες κατά τους τελευταίους 12 έως 18 μήνες. Όπως επισημαίνει ο DBRS, οι μεγαλύτερες διανομές μερισμάτων και οι εξαγορές απορρόφησαν μέρος των κεφαλαίων που δημιουργήθηκαν χάρη στην ισχυρή κερδοφορία.

Παράλληλα, στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν ότι οι εποπτικές απαιτήσεις του Πυλώνα 2 μειώθηκαν το 2026 σε επτά χώρες σε σύγκριση με το 2025, με τις μεγαλύτερες μεταβολές να καταγράφονται στην Ελλάδα και τη Γερμανία.

Ο οίκος εκτιμά ότι τα υψηλά κεφαλαιακά αποθέματα των ευρωπαϊκών τραπεζών εξακολουθούν να προσφέρουν ουσιαστική προστασία απέναντι σε ενδεχόμενες ζημίες. Παράλληλα, αναμένει σταδιακή εξομάλυνση των κεφαλαιακών δεικτών.

Η διατήρηση της κερδοφορίας αναμένεται να λειτουργήσει υποστηρικτικά για την κεφαλαιακή επάρκεια. Ωστόσο, η δυνατότητα των τραπεζών να συνεχίσουν τις διανομές προς τους μετόχους ενδέχεται να περιοριστεί από την πιστωτική επέκταση, τις αυξημένες εποπτικές απαιτήσεις και τις ανάγκες χρηματοδότησης νέων εξαγορών και συγχωνεύσεων.

Η μεγαλύτερη αύξηση στα σταθμισμένα στοιχεία ενεργητικού

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αύξηση των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού (RWA) των ελληνικών τραπεζών. Από το τέλος του 2022 έως τον Ιούνιο του 2026, το μέγεθός τους αυξήθηκε κατά 18%, κυρίως λόγω της ισχυρής πιστωτικής επέκτασης και των εξαγορών.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των τραπεζών που περιλαμβάνονται στην ανάλυση του DBRS. Στο σύνολο του δείγματος, η αντίστοιχη μεταβολή διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 10% για την ίδια περίοδο.

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την επέκταση των δραστηριοτήτων των ελληνικών τραπεζών, αλλά παράλληλα σημαίνει ότι απαιτούνται περισσότερα κεφάλαια για την κάλυψη των κινδύνων που συνδέονται με το διευρυμένο ενεργητικό τους.

Αυξημένες οι αποδόσεις προς τους μετόχους

Η ισχυρή κερδοφορία και η διατήρηση υψηλών κεφαλαιακών δεικτών επέτρεψαν στις ευρωπαϊκές τράπεζες να αυξήσουν τις αποδόσεις προς τους μετόχους τους.

Οι 40 τράπεζες που εξετάζει ο DBRS διένειμαν συνολικά 81 δισ. ευρώ από τα κέρδη της χρήσης του 2025. Το ποσό ήταν αυξημένο κατά 8% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και κατά 28% σε σύγκριση με το 2023.

Σε επίπεδο χωρών, οι ελληνικές τράπεζες κατέγραψαν αύξηση 36% στις διανομές μερισμάτων, ενώ στη Γερμανία η άνοδος έφτασε το 42% και στην Ιταλία το 37%.

Ο DBRS εκτιμά ότι οι διανομές θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα τα επόμενα χρόνια, με τον ρυθμό αύξησής τους, ωστόσο, να ενδέχεται να επιβραδυνθεί.

Καθοριστικοί παράγοντες θα είναι η σταδιακή εξομάλυνση της κερδοφορίας, η επίτευξη των εσωτερικών κεφαλαιακών στόχων των τραπεζών και η ανάγκη να διατηρηθούν επαρκή κεφάλαια για εξαγορές και συγχωνεύσεις.

Επιπλέον, οι τράπεζες θα πρέπει να προσαρμοστούν στις εποπτικές απαιτήσεις που απορρέουν από το αναθεωρημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο κεφαλαιακών κανόνων CRR3, το οποίο επηρεάζει τον τρόπο υπολογισμού των κεφαλαιακών αναγκών τους.

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν ισχυρή κεφαλαιακή βάση, αλλά η συνέχιση της πιστωτικής επέκτασης, οι εξαγορές και η πολιτική υψηλών μερισμάτων θα εξακολουθήσουν να καθορίζουν τα περιθώρια κεφαλαιακής τους ενίσχυσης.
 

Πηγή: skai.gr
10 0 Bookmark

Απόρρητο