- Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ξεσπάσει βίαιες διαδηλώσεις λόγω της δυσαρέσκειας για το κόστος διαβίωσης.
- Στις διαδηλώσεις στη Γαλλία, ταραχοποιοί έβαλαν φωτιά σε δημαρχεία και επιτέθηκαν σε αστυνομικούς.
- Ξεχωριστές διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν επίσης το Σάββατο και την Κυριακή στην Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Αλβανία.
Η οργή για το αυξημένο κόστος διαβίωσης και την πίεση που δέχονται οι δημόσιες υπηρεσίες έχει βγάλει στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Τα αιτήματά τους αφορούν ζητήματα όπως το υψηλό κόστος στέγασης, αλλά και οι κακές συνθήκες στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, σύμφωνα με ανάλυση του CNBC.
Η Γαλλία κατέγραψε τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις το Σαββατοκύριακο, με περισσότερους από 500.000 ανθρώπους να συμμετέχουν στις πορείες. Οι περισσότεροι διαδήλωσαν ειρηνικά, ωστόσο ορισμένοι προχώρησαν σε λεηλασίες και βανδαλισμούς καταστημάτων, έβαλαν φωτιά σε δημαρχεία και επιτέθηκαν σε αστυνομικούς.
Ξεχωριστές διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν επίσης το Σάββατο και την Κυριακή στην Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Αλβανία. Οι αφορμές για τις κινητοποιήσεις διέφεραν από χώρα σε χώρα, ωστόσο σε αρκετές περιπτώσεις το υψηλό κόστος των καυσίμων και της ενέργειας αποτελούσε μέρος του ευρύτερου προβλήματος. Οι πόλεμοι στο Ιράν και την Ουκρανία έχουν οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των τιμών του ντίζελ σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο.
«Δεν υπάρχει μία και μοναδική αιτία που να εξηγεί τα επεισόδια βίας», δήλωσε στο CNBC ο Άντριου Κένινγκχαμ, επικεφαλής οικονομολόγος για την Ευρώπη στην Capital Economics. Όπως πρόσθεσε, η αύξηση του ενεργειακού κόστους ενδέχεται να διαδραματίζει κάποιο ρόλο, ωστόσο είναι μικρότερη σε σύγκριση με εκείνη του 2022, όταν ξέσπασε ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας και δεν σημειώθηκαν αντίστοιχες βίαιες διαδηλώσεις.
Ωστόσο, οι διαδηλώσεις αναδεικνύουν μια κοινή πρόκληση για τις κυβερνήσεις: πώς να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης και να διασφαλίσουν τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, στηρίζοντας παράλληλα τα νοικοκυριά και συγκρατώντας τα δημόσια οικονομικά, τα οποία βρίσκονται ήδη υπό έντονη πίεση.
Τι πυροδότησε τις διαδηλώσεις;
Οι διαδηλώσεις στη Γαλλία ξεκίνησαν τον περασμένο μήνα, όταν μαθητές λυκείου επέκριναν τις κακές συνθήκες εκπαίδευσης, όπως τις κακές εγκαταστάσεις και την έλλειψη εκπαιδευτικών. Έκτοτε έχουν εξελιχθεί σε ευρύτερες διαδηλώσεις για το βιοτικό επίπεδο και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών.
Στην Ισπανία, οι διαδηλώσεις για το στεγαστικό ζήτημα ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο, αφού μια 87χρονη γυναίκα, η Μαρικάρμεν Αμπασκάλ, εκδιώχθηκε από το σπίτι της μετά από αύξηση του ενοικίου κατά 230% από ένα επενδυτικό ταμείο. Πέθανε δύο εβδομάδες αργότερα.
Χιλιάδες διαδηλωτές βγήκαν επίσης στους δρόμους της Πορτογαλίας το Σάββατο για να διαδηλώσουν ενάντια στην εκτόξευση των τιμών των κατοικιών και του κόστους διαβίωσης.
«Ο κόσμος διαμαρτύρεται προφανώς για το κόστος διαβίωσης, λόγω των τιμών του ντίζελ και των καυσίμων, αλλά κυρίως για το κόστος στέγασης, το οποίο αυξάνεται σημαντικά σε όλη την Ευρώπη, και ειδικότερα στην Πορτογαλία», δήλωσε τη Δευτέρα η Μιράντα Σαρμέντο, υπουργός Επικρατείας και Οικονομικών της Πορτογαλίας.
Στην Αλβανία, οι διαδηλωτές εξέφρασαν την οργή τους για τις κακές συνθήκες στα πανεπιστήμια και τα υψηλά δίδακτρα, και ζήτησαν την παραίτηση του πρωθυπουργού Έντι Ράμα. Ορισμένοι έριξαν μολότοφ και άλλα αντικείμενα κατά της αστυνομίας και έβαλαν φωτιά σε αυτοκίνητα και κάδους απορριμμάτων.
Στην Ιταλία, μια διαδήλωση στο κέντρο του Μιλάνου το Σάββατο με αφορμή το κόστος διαβίωσης κατέληξε επίσης σε βίαιες συγκρούσεις, με διαδηλωτές να επιτίθενται στην αστυνομία με πέτρεςκαι να πυρπολούν οδοφράγματα.
«Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι πολιτικοί δεν είναι σε θέση να προσφέρουν ελπίδα για μια καλύτερη ζωή σε πολλούς Ευρωπαίους, επειδή η οικονομία αναπτύσσεται αργά και οι κυβερνήσεις έχουν συσσωρεύσει τεράστια χρέη, αφήνοντάς τους ελάχιστα περιθώρια να στηρίξουν υψηλότερες δημόσιες δαπάνες ή να μειώσουν τους φόρους», δήλωσε ο Κένινχαμ της Capital Economics.
Γιατί τώρα;
Η κλιμάκωση της βίας, ειδικά στη Γαλλία, οφείλεται σε έναν «συνδυασμό διαφόρων παραγόντων», δήλωσε ο Ντάγκλας Γέιτς, καθηγητής στο American Graduate School του Παρισιού.
«Ήταν μια καταιγίδα που εξελίχθηκε σε τυφώνα», δήλωσε ο Γέιτς στο CNBC. «Υπάρχει ο πληθωρισμός, ο οποίος έφερε στο προσκήνιο τους διαδηλωτές κατά του κόστους διαβίωσης, οι οποίοι ούτως ή άλλως ήταν δυσαρεστημένοι».
Ο Γέιτς ανέφερε ότι ένας άλλος παράγοντας είναι οι προεδρικές εκλογές της Γαλλίας το 2027, καθώς τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν την αυξανόμενη δυσαρέσκεια του κοινού απέναντι στον πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν.
Ο Γάλλος πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί πρότεινε έναν προϋπολογισμό για το 2027 με στόχο τη μείωση του ελλείμματος της Γαλλίας, το οποίο προβλέπεται να ανέλθει στο 5,4% του ΑΕΠ φέτος. Τα μέτρα περιλαμβάνουν το πάγωμα της μισθολογικής αναπροσαρμογής των δημοσίων υπαλλήλων και την αυστηροποίηση των όρων αποζημίωσης για αναρρωτικές άδειες.
«Τέλος, υπάρχουν και οι φοιτητές, οι οποίοι ξεκίνησαν τις κινητοποιήσεις ζητώντας εύλογα πράγματα: να επισκευαστούν οι εγκαταστάσεις των πανεπιστημίων, που βρίσκονται σε άθλια κατάσταση, και ενδεχομένως να τοποθετηθούν κλιματιστικά στις αίθουσες διδασκαλίας. Έτσι, αυτές οι τρεις δυνάμεις ενώθηκαν και δημιούργησαν έναν ανεξέλεγκτο κυκλώνα», πρόσθεσε ο Γέιτς.
Το οικονομικό κλίμα έχει επίσης επιδεινωθεί. Το δεύτερο τρίμηνο του 2026, το ποσοστό ανεργίας στη Γαλλία αυξήθηκε στο 8,3%, αριθμώντας 2,7 εκατομμύρια άτομα, σύμφωνα με την INSEE, την εθνική στατιστική υπηρεσία. Το ποσοστό ανεργίας μεταξύ των ατόμων ηλικίας 15 έως 24 ετών ανήλθε στο 21,6%.
Οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν κατά 3,1% τον Σεπτέμβριο σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, σημειώνοντας άνοδο από το 2,4% του Αυγούστου, σύμφωνα με τα τελικά στοιχεία της INSEE. Οι τιμές της ενέργειας σημείωσαν άνοδο 21,3%. Εν τω μεταξύ, η αγοραστική δύναμη ανά μονάδα κατανάλωσης προβλέπεται να μειωθεί κατά 0,7% το 2026, σύμφωνα με στοιχεία της INSEE που παρουσίασε η γαλλική εφημερίδα Le Monde.
Υπολογισμοί του Γαλλικού Ινστιτούτου Οικονομικών για λογαριασμό της Le Monde εκτιμούν ότι η μείωση της αγοραστικής δύναμης από το 2024 ισοδυναμεί με απώλεια 1.200 ευρώ (1.345 δολάρια) ετησίως για ένα νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο παιδιά, και 600 ευρώ για έναν ενήλικα που ζει μόνος του.
Η Σαρμέντο δήλωσε ότι η κατάσταση διαφέρει από χώρα σε χώρα στην Ευρώπη, με την Πορτογαλία να βρίσκεται σε ισχυρότερη δημοσιονομική θέση και να έχει πολύ μικρότερο χρέος από τη Γαλλία. «Αυτές οι χώρες (εκείνες με υψηλότερο δημόσιο χρέος) διαθέτουν πολύ μικρότερο δημοσιονομικό περιθώριο για να αναλάβουν δράση, αλλά το κύριο ζήτημα είναι ότι πρέπει να επιλύσουμε το πρόβλημα της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο», ανέφερε.
«Η ευρωπαϊκή οικονομία δεν αναπτύσσεται τόσο όσο η αμερικανική, και χωρίς οικονομική ανάπτυξη είναι αδύνατο να υπάρξουν καλύτεροι μισθοί και να εξασφαλιστούν οι πόροι για καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες και κοινωνική στήριξη», πρόσθεσε η Σαρμέντο.
Σύμφωνα με την Eurostat, το δεύτερο τρίμηνο του 2026 η Πορτογαλία κατέγραψε την υψηλότερη ετήσια αύξηση των τιμών των κατοικιών στην ΕΕ, με άνοδο 16,5% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η Σαρμέντο σημείωσε η πορτογαλική κυβέρνηση επιδιώκει να αυξήσει την προσφορά κατοικιών προκειμένου να μειώσει το κόστος αγοράς και ενοικίασης και να επιλύσει το πρόβλημα.
Η δημοσιονομική πίεση στη Γαλλία
Οι αποδόσεις των γαλλικών κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν και το ευρώ αποδυναμώθηκε τη Δευτέρα, καθώς οι αναταραχές ενέτειναν τις ανησυχίες των επενδυτών σχετικά με το χρέος και τον προϋπολογισμό της Γαλλίας.
«Θα είναι δύσκολο να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα χωρίς δύσκολα μέτρα», δήλωσε τη Δευτέρα στο CNBC η Σάρον Μπελ, ανώτερη αναλύτρια ευρωπαϊκών μετοχών της Goldman Sachs. «Οι φόροι ενδέχεται να αυξηθούν για τις γαλλικές επιχειρήσεις. Πιστεύω ότι οι φόροι ενδέχεται να αυξηθούν γενικά στη Γαλλία. Η δημοσιονομική εξυγίανση σημαίνει ότι πρέπει είτε να μειωθούν οι δαπάνες είτε να αυξηθούν οι φόροι. Αυτά τα ζητήματα είναι πολύ περίπλοκα», σημείωσε.
Ο Μάικ Μπελ, επικεφαλής στρατηγικής αγοράς στην RBC BlueBay Asset Management, δήλωσε ότι η Γαλλία αντιμετωπίζει έναν «πολύ πραγματικό κίνδυνο» κρίσης χρέους. «Αυτό που χρειάζεται η Γαλλία είναι να βάλει σε τάξη τα δημόσια οικονομικά της. Πρέπει να αυξήσει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης - δεν μπορεί κανείς να συνταξιοδοτείται στα 62, όταν το προσδόκιμο ζωής φτάνει κατά μέσο όρο τα 84 έτη. Αν όμως επικρατεί αυτή η κατάσταση ακόμη και πριν αρχίσει η συζήτηση για ένα τέτοιο μέτρο, φανταστείτε τι θα συνέβαινε στους δρόμους της Γαλλίας αν γινόταν προσπάθεια να αυξηθεί το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης… Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, το όριο είναι τα 68 έτη», πρόσθεσε ο Μπελ.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.