Του Στέφανου Νικολαΐδη
Η εκλογική αναμέτρηση στο Ισραήλ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αποχώρησης του Μπενιαμίν Νετανιάχου από την πρωθυπουργία, χωρίς ωστόσο να διαμορφώνει μια εύκολη εναλλακτική λύση διακυβέρνησης. Η αντιπολίτευση και τα αραβικά κόμματα διαθέτουν, αριθμητικά, τη δυνατότητα να συγκροτήσουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όμως η προοπτική συνεργασίας τους προσκρούει σε βαθιές πολιτικές διαφορές, προεκλογικές δεσμεύσεις και ισχυρές πιέσεις από τη δεξιά και την ακροδεξιά.
Όπως επισημαίνουν, μιλώντας στο skai.gr, οι αναλυτές Αναστάσιος Καράμπαμπας και Τριαντάφυλλος Καρατράντος, η απομάκρυνση του Νετανιάχου δεν θα σήμαινε αυτομάτως και ριζική αλλαγή της ισραηλινής πολιτικής. Ο Γκάντι Άιζενκοτ, βασικός εναλλακτικός διεκδικητής της πρωθυπουργίας, κινείται στον χώρο της κεντροδεξιάς και διατηρεί σκληρές θέσεις σε κρίσιμα ζητήματα ασφάλειας και στο Παλαιστινιακό. Την ίδια ώρα, το προηγούμενο της κυβέρνησης Μπένετ–Λαπίντ αναδεικνύει τις δυσκολίες διατήρησης μιας σταθερής συνεργασίας με τα αραβικά κόμματα.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση χωρίς τον Νετανιάχου, αλλά και ποια πολιτική θα μπορούσε να εφαρμόσει μέσα από τους αναγκαίους συμβιβασμούς. Η στάση απέναντι στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν, η αντιμετώπιση των εποίκων και οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη θα αποτελέσουν βασικούς δείκτες για το αν μια αλλαγή ηγεσίας θα μεταφραστεί σε ουσιαστική μεταβολή της στρατηγικής του Ισραήλ.
Καράμπαμπας: Δεν αρκεί ο στόχος να φύγει ο Νετανιάχου, υπάρχει δυσπιστία και στην αντιπολίτευση
Όπως επισημαίνει ο πολιτικός επιστήμονας και ιστορικός Αναστάσης Καράμπαμπας, οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ αναδεικνύουν μια βασική πολιτική αντίφαση: ο Μπενιαμίν Νετανιάχου διατηρεί σημαντική εκλογική επιρροή, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίζει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ η αντιπολίτευση συγκεντρώνει σημαντικές δυνάμεις, αλλά δυσκολεύεται να διαμορφώσει μια κοινή κυβερνητική πρόταση.
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της εκλογικής αναμέτρησης είναι η ενίσχυση της αραβικής εκπροσώπησης. Η Κοινή Λίστα και το Ραάμ του Μανσούρ Αμπάς συγκεντρώνουν, σύμφωνα με τα στοιχεία, συνολικά 18 έδρες.
Αριθμητικά, η συνεργασία των αραβικών κομμάτων με τις 48 έδρες της αντιπολίτευσης θα μπορούσε να δημιουργήσει πλειοψηφία 66 βουλευτών, ανοίγοντας τον δρόμο για τον σχηματισμό κυβέρνησης χωρίς τον Νετανιάχου. Πολιτικά, ωστόσο, το εγχείρημα είναι πολύ πιο σύνθετο. Σημαντικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης έχουν αποκλείσει μια τέτοια συνεργασία, ενώ και τα αραβικά κόμματα δεν ακολουθούν ενιαία στρατηγική.
«Υπάρχει το προηγούμενο του 2021, όταν το Ραάμ συμμετείχε στην κυβέρνηση Μπένετ–Λαπίντ. Το ερώτημα είναι αν το συγκεκριμένο μοντέλο μπορεί να επαναληφθεί, ενδεχομένως ακόμη και με τη μορφή εξωτερικής κοινοβουλευτικής στήριξης, χωρίς δηλαδή τα αραβικά κόμματα να συμμετέχουν επισήμως στον κυβερνητικό συνασπισμό».
Το ενδεχόμενο αυτό - συνεχίζει - αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της αντιπολίτευσης: η κοινή επιδίωξη για αλλαγή ηγεσίας δεν αρκεί από μόνη της για τη συγκρότηση μιας σταθερής κυβέρνησης. Απαιτούνται συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα, κοινές προτεραιότητες και συμφωνία για τους κυβερνητικούς εταίρους.
Πέρα από την εκλογική αριθμητική, η κάλπη προσφέρει σημαντικά πολιτικά διδάγματα για την επόμενη ημέρα. Το πρώτο είναι ότι η τραγωδία της 7ης Οκτωβρίου 2023 και οι πόλεμοι που ακολούθησαν δεν οδήγησαν στην πολιτική κατάρρευση του Νετανιάχου. Το Λικούντ παραμένει πρώτο κόμμα, ενώ σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος εξακολουθεί να εμπιστεύεται τη δεξιά σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Το αποτέλεσμα δείχνει ότι η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση συνυπάρχει με την επιφυλακτικότητα απέναντι στην εναλλακτική πρόταση. Η ασφάλεια εξακολουθεί να αποτελεί καθοριστικό κριτήριο για τους ψηφοφόρους, αλλά η ισραηλινή κοινωνία δεν εμφανίζεται ενωμένη γύρω από τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διασφαλιστεί.
Το δεύτερο δίδαγμα αφορά την αντιπολίτευση. Ο πρώην αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ αναδείχθηκε σε κεντρικό αντίπαλο του Νετανιάχου, χωρίς ωστόσο να έχει εξασφαλίσει μια πλειοψηφία ικανή να κυβερνήσει.
Οι δυνάμεις που επιδιώκουν πολιτική αλλαγή περιλαμβάνουν τον κεντρώο χώρο, την κοσμική δεξιά του Άβιγκντορ Λίμπερμαν και τους κεντροαριστερούς Δημοκράτες. Παρότι συμφωνούν στην ανάγκη αλλαγής ηγεσίας, διαφωνούν σε κρίσιμα ζητήματα, από το Παλαιστινιακό μέχρι τη σχέση θρησκείας και κράτους.
«Έτσι, η αντίθεση στον Νετανιάχου δεν αρκεί για τη συγκρότηση μιας βιώσιμης κυβερνητικής πλειοψηφίας», τονίζει ο κ. Καράμπαμπας. «Η αντιπολίτευση καλείται να υπερβεί τις εσωτερικές της διαφορές και να συμφωνήσει όχι μόνο στο ποιος θα κυβερνήσει, αλλά και στο πώς θα κυβερνήσει».
Καθοριστικό ρόλο εξακολουθούν να διαδραματίζουν οι μικρότεροι θρησκευτικοί και εθνικιστικοί σχηματισμοί του στρατοπέδου Νετανιάχου. Οι υπερορθόδοξοι διεκδικούν ειδικές ρυθμίσεις για τη στρατιωτική θητεία, ενώ οι εθνικιστές πιέζουν για ακόμη σκληρότερη πολιτική στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη.
Παράλληλα, υπογραμμίζει το εξής:
«Πίσω από τα εκλογικά ποσοστά βρίσκεται μια ισραηλινή κοινωνία κουρασμένη από τρία χρόνια πολέμων, βαθιά διχασμένη πολιτικά και αντιμέτωπη με σημαντικές οικονομικές πιέσεις. Η αυξημένη συμμετοχή δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι οι πολίτες έχουν συσπειρωθεί γύρω από μία πολιτική επιλογή. Αντιθέτως, αποτυπώνει πόσο κρίσιμη θεωρούν την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει το Ισραήλ».
Όποια κυβέρνηση και αν προκύψει από τις διαπραγματεύσεις, θα κληθεί να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις σε μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων.
Το πρώτο αφορά τις ευθύνες για την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023. Πώς κατέστη δυνατή η επίθεση, παρά τις δυνατότητες των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών και του στρατού; Θα συγκροτηθεί ανεξάρτητη κρατική εξεταστική επιτροπή με ουσιαστικές αρμοδιότητες;
Δεύτερο κρίσιμο ζήτημα είναι οι απαλλαγές των υπερορθόδοξων από τη στρατιωτική θητεία. Πώς θα αντιμετωπιστεί το θέμα, όταν οι υπόλοιποι πολίτες και οι έφεδροι επωμίζονται το βάρος της παρατεταμένης στρατιωτικής κινητοποίησης;
Στο πεδίο της ασφάλειας, το Ισραήλ θα πρέπει να καθορίσει τη στρατηγική του απέναντι στο Ιράν, στη Χεζμπολάχ και στη Χαμάς. Θα συνεχιστεί η λογική των στρατιωτικών επιχειρήσεων ή θα διαμορφωθεί μια πιο μακροπρόθεσμη πολιτική ασφάλειας και περιφερειακής σταθερότητας;
Τέλος, η οικονομία και το κόστος ζωής αποτελούν ένα ακόμη σημαντικό μέτωπο. Πώς θα αντιμετωπιστεί η ακρίβεια, ιδιαίτερα στο κόστος στέγασης, τροφίμων και ενέργειας; Η αύξηση του ΦΠΑ στο 18% από το 2025, σε συνδυασμό με τις υψηλές αμυντικές δαπάνες, επιβαρύνει μια οικονομία στην οποία το κόστος ζωής αποτελεί ήδη κεντρικό κοινωνικό πρόβλημα.
Καρατράντος: Δύσκολη η συμπόρευση Άιζενκοτ με αραβικά κόμματα
Μια ουσιαστική μετατόπιση στην πολιτική του Ισραήλ δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη σε περίπτωση αποχώρησης του Μπενιαμίν Νετανιάχου από την πρωθυπουργία, εκτιμά ο ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ Τριαντάφυλλος Καρατράντος, αναλύοντας τα πιθανά σενάρια για τον σχηματισμό κυβέρνησης μετά τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου.
Όπως επισημαίνει, ο βασικός εναλλακτικός υποψήφιος για την πρωθυπουργία, ο στρατηγός Γκάντι Άιζενκοτ, προέρχεται από την ίδια ευρύτερη πολιτική οικογένεια με τον Νετανιάχου. Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, κινείται στον χώρο της κεντροδεξιάς, ενώ οι θέσεις τους σε κρίσιμα ζητήματα ασφάλειας και στο Παλαιστινιακό δεν παρουσιάζουν, σε αυτή τη φάση, ριζικές αποκλίσεις.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση χωρίς τον Νετανιάχου, αλλά και κατά πόσο μια τέτοια αλλαγή θα μεταφραζόταν σε διαφορετική πολιτική στο εσωτερικό του Ισραήλ και στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με τον κ. Καρατράντο, τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Άιζενκοτ θεωρούν ότι το Ισραήλ πρέπει να διατηρεί ισχυρή στρατιωτική ισχύ.
Όπως εξηγεί, στο Παλαιστινιακό, ο Άιζενκοτ δεν υποστηρίζει αυτή τη στιγμή την προοπτική λύσης δύο κρατών όσο υπάρχει η Χαμάς. Επομένως, μια αλλαγή πρωθυπουργού δεν θα σήμαινε αυτομάτως μεταβολή της ισραηλινής πολιτικής απέναντι στους Παλαιστινίους.
Οι διαφοροποιήσεις των δύο πολιτικών θα μπορούσαν να εντοπιστούν περισσότερο στον τρόπο διαχείρισης των διεθνών σχέσεων. Ο Άιζενκοτ, εκτιμά ο αναλυτής, θα επιχειρούσε να ακολουθήσει λιγότερο οξεία ρητορική από εκείνη του Νετανιάχου. Μια αλλαγή ηγεσίας θα μπορούσε επίσης να προσφέρει πολιτικό χρόνο στον νέο πρωθυπουργό, οδηγώντας ενδεχομένως σε αποκλιμάκωση των τόνων στις σχέσεις με ορισμένες χώρες.
Το αν αυτό θα μεταφραζόταν σε ουσιαστική βελτίωση των σχέσεων θα εξαρτιόταν από τις πρωτοβουλίες της νέας κυβέρνησης. Ένα άνοιγμα προς τους Παλαιστινίους θα μπορούσε να διαφοροποιήσει την εικόνα, ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Καρατράντος, κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται προς το παρόν.
Ένα ακόμη πεδίο στο οποίο θα μπορούσε να υπάρξει διαφοροποίηση αφορά την αντιμετώπιση των εποίκων. Πρόκειται για ζήτημα στο οποίο, σύμφωνα με την ανάλυσή του, εμφανίζεται σημαντική διαφορά ανάμεσα στον Άιζενκοτ και τον Νετανιάχου.
Από την άλλη πλευρά, δεν θεωρεί δεδομένο ότι η Χαμάς ή ευρύτερα οι Παλαιστίνιοι θα αντιμετώπιζαν τον Άιζενκοτ ως ουσιαστικά διαφορετικό από τον Νετανιάχου, εφόσον δεν αναλάμβανε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Αντίστοιχα, δεν αναμένει δομική μεταβολή στις σχέσεις του Ισραήλ με το Ιράν, το οποίο αντιμετωπίζει το Τελ Αβίβ ως υπαρξιακό εχθρό.
Παρόμοια είναι η εκτίμησή του για τις σχέσεις με την Τουρκία. Τα ανταγωνιστικά και στρατηγικά συμφέροντα των δύο χωρών δεν αναμένεται να μεταβληθούν ουσιαστικά με μια αλλαγή πρωθυπουργού, αν και η προσωπική χημεία μεταξύ των ηγετών θα μπορούσε να επηρεάσει τον τρόπο διαχείρισης των σχέσεων.
Εφόσον λοιπόν ο Άιζενκοτ δεν έχει εξασφαλίσει εντολή αυτοδυναμίας, μια ενδεχόμενη πρωθυπουργία του θα προϋπέθετε πολλούς συμβιβασμούς. Συνεπώς, το τελικό κυβερνητικό πρόγραμμα θα εξαρτιόταν και από τις συμφωνίες που θα απαιτούνταν για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Το ενδεχόμενο συμπόρευσης του Άιζενκοτ με τα αραβικά κόμματα αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα σενάρια για την επόμενη ημέρα.
Το μοντέλο θα μπορούσε να περιλαμβάνει είτε την άμεση συμμετοχή αραβικών κομμάτων στην κυβέρνηση είτε την εξωτερική κοινοβουλευτική στήριξη μιας κυβέρνησης μειοψηφίας, ώστε να εξασφαλίζεται η δυνατότητα ψήφισης νομοσχεδίων. Και στις δύο περιπτώσεις, ο αναλυτής εκτιμά ότι η βιωσιμότητα της συνεργασίας θα ήταν αμφίβολη.
Ο πρώτος λόγος αφορά τις θέσεις του ίδιου του Άιζενκοτ. Για να προχωρήσει σε μια τέτοια συμφωνία, θα έπρεπε να αλλάξει ριζικά τις θέσεις που έχει ήδη εκφράσει. Δεν πρόκειται, όπως επισημαίνει ο κ. Καρατράντος, για μια θεωρητική διαφωνία ή για ένα ενδεχόμενο που συζητείται για πρώτη φορά, αλλά για μια πάγια θέση του πολιτικού.
Ο δεύτερος λόγος αφορά τις πολιτικές πιέσεις που θα ακολουθούσαν. Το Λικούντ, εφόσον έμενε εκτός κυβέρνησης, καθώς και τα υπερορθόδοξα και ακροδεξιά κόμματα, θα ασκούσαν σημαντική πίεση σε ένα τέτοιο κυβερνητικό σχήμα.
Εάν δεν υπάρξει συνεργασία με τα αραβικά κόμματα, ένα από τα σενάρια που θα μπορούσαν να τεθούν στο τραπέζι είναι η συγκρότηση ενός μεγάλου συνασπισμού δεξιών σιωνιστικών κομμάτων, με τη συμμετοχή του Λικούντ, του Γιασάρ, του Μπένετ και άλλων δυνάμεων, αλλά με τους ακροδεξιούς και τους υπερορθόδοξους εκτός κυβέρνησης.
Το σενάριο αυτό συναντά, ωστόσο, δύο βασικά εμπόδια. Από τη μία πλευρά, ο Άιζενκοτ δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση να παραμείνει ο Νετανιάχου πρωθυπουργός. Από την άλλη, ο Νετανιάχου, ως νικητής των εκλογών, δύσκολα θα υποχωρούσε από τη διεκδίκηση της πρωθυπουργίας. Για τον λόγο αυτό, ο κ. Καρατράντος δεν θεωρεί το συγκεκριμένο ενδεχόμενο ιδιαίτερα πιθανό.
Δύσκολη θεωρεί και τη συνεργασία του Άιζενκοτ και του Μπένετ με τους υπερορθόδοξους. Με τα δεδομένα αυτά, δεν διακρίνει εύκολη διέξοδο από το πολιτικό αδιέξοδο. Ένα ενδεχόμενο που θα μπορούσε να εμφανιστεί είναι η προσφυγή σε νέες εκλογές, οι οποίες θα λειτουργούσαν και ως μέσο άσκησης πίεσης κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.
Οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και η επόμενη ημέρα στη Μέση Ανατολή
Στη μεγάλη εικόνα, ο Τριαντάφυλλος Καρατράντος δεν θεωρεί πιθανή μια ριζική μεταστροφή της ισραηλινής πολιτικής σε αυτή τη φάση, καθώς το τραύμα της 7ης Οκτωβρίου παραμένει πρόσφατο και τα πολιτικά μέτωπα, ιδιαίτερα εκείνο με το Ιράν, παραμένουν ανοιχτά.
Αναφορικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επισημαίνει ότι δεν είναι σαφές ποια στάση θα τηρήσει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μετά τις ενδιάμεσες εκλογές. Οι προσωπικές σχέσεις του με τον Νετανιάχου δεν βρίσκονται, κατά την εκτίμησή του, ούτε στην καλύτερη ούτε στη χειρότερη φάση τους. Ωστόσο, τα στρατηγικά συμφέροντα και η αμερικανική υποστήριξη προς το Ισραήλ είναι τόσο δομικά στοιχεία της διμερούς σχέσης, ώστε δεν αναμένεται να μεταβληθούν επί της ουσίας με μια πρωθυπουργία Άιζενκοτ.
Διαφορετική θα μπορούσε να είναι η πρώτη αντίδραση ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών, ιδιαίτερα εκείνων που είχαν υιοθετήσει πιο επικριτική στάση απέναντι στον Νετανιάχου. Ο αναλυτής εκτιμά ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποια διαφοροποίηση, χωρίς όμως να είναι εκ των προτέρων δεδομένη η έκτασή της.
Θα ακολουθούσε μια πρώτη διερευνητική περίοδος, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα αξιολογούσαν τις επιλογές του Άιζενκοτ: τη στάση του στη Γάζα και στον Λίβανο, αλλά και τη συνολικότερη πολιτική του απέναντι στις περιφερειακές συγκρούσεις. Οι αποφάσεις αυτές θα επηρέαζαν τις σχέσεις του Ισραήλ με χώρες όπως η Ισπανία και η Ιρλανδία, οι οποίες έχουν διατυπώσει από τις πιο έντονες επικρίσεις απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση.
- Σάντσεθ: «Όλη η χώρα πενθεί. Δεν είναι αποδεκτό για μια χώρα να βιώνει δύο σιδηροδρομικά δυστυχήματα την ίδια χρονιά»
- ΗΠΑ: Στο Μαϊάμι ο Φλάβιο Μπολσονάρου με την οικογένειά του – Το ταξίδι μέσω Αργεντινής και Ισημερινού μετά την εκλογική ήττα
- «Ένα τρένο έλαβε άδεια διέλευσης παρά το κόκκινο φανάρι» - Δήλωση του υπουργού Μεταφορών της Ισπανίας
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.