ΚΑΙΡΟΣ

ΗΠΑ: Οι πολίτες βάζουν «φρένο» στα data centers - «Δεν είμαστε προς πώληση»

Δεκάδες αμερικανικές κοινότητες ενέκριναν περιορισμούς για μεγάλα κέντρα δεδομένων, επικαλούμενες την κατανάλωση ενέργειας, το νερό και την ποιότητα ζωής

Ένα ισχυρό μήνυμα κατά της ανεξέλεγκτης ανάπτυξης μεγάλων κέντρων δεδομένων (data centers) έστειλαν οι ψηφοφόροι δεκάδων αμερικανικών πόλεων στις ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης (3/11), εγκρίνοντας περιορισμούς ή απαγορεύσεις για νέες εγκαταστάσεις. Η αντίδραση στην επέκταση των υποδομών που υποστηρίζουν την τεχνητή νοημοσύνη ξεπερνά πλέον τις παραδοσιακές κομματικές διαχωριστικές γραμμές στις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων Redbud Consulting, από τις 39 τοπικές ψηφοφορίες για data centers των οποίων η καταμέτρηση είχε ολοκληρωθεί, οι 38 κατέληξαν υπέρ της επιβολής αυστηρότερων περιορισμών.

Οι αποφάσεις αυτές προστίθενται στα μέτρα που έχουν ήδη υιοθετήσει σχεδόν 600 αμερικανικοί δήμοι και κοινότητες, σύμφωνα με την πλατφόρμα Electric Choice, καθώς και πολιτείες όπως η Νέα Υόρκη και το Τέξας.

Η αυξανόμενη ζήτηση για υπολογιστική ισχύ οδηγεί τεχνολογικούς ομίλους όπως η Meta, η Google, η Microsoft και η Amazon σε μεγάλα επενδυτικά προγράμματα. Ωστόσο, σε πολλές περιοχές οι κάτοικοι αμφισβητούν το κατά πόσο οι οικονομικές υποσχέσεις των εταιρειών αντισταθμίζουν τις επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες.

Οχάιο: Δημοψήφισμα απειλεί επένδυση της Meta άνω του 1 δισ. δολαρίων

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Πίκουα, στο Οχάιο, όπου η συλλογικότητα πολιτών Save Piqua συγκέντρωσε υπογραφές και πέτυχε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την απαγόρευση εγκατάστασης κέντρων δεδομένων με ισχύ μεγαλύτερη των 25 μεγαβάτ.

Η πρόταση εγκρίθηκε την Τρίτη από περίπου τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την υλοποίηση επενδυτικού σχεδίου της Meta, αξίας άνω του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, το οποίο είχε ήδη λάβει έγκριση. Παραμένει, πάντως, αδιευκρίνιστο πώς θα επηρεαστεί το συγκεκριμένο έργο από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.

«Δημοκρατικοί, Ρεπουμπλικάνοι, δεν έχει σημασία. Οι άνθρωποι θέλουν απλώς να ανακτήσουν τον έλεγχο της πόλης τους», δήλωσε η Αλίσα Λανγκ, γεωργός και ενεργό μέλος της Save Piqua.

Η Λανγκ, η οποία εκτρέφει βοοειδή, κατσίκες και κοτόπουλα, περιέγραψε τη συγκίνησή της όταν πληροφορήθηκε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.

«Είμαστε απλώς μια μικρή αγροτική κοινότητα», εξηγεί. «Και προτιμάμε να έχουμε ένα χωράφι με καλαμπόκι ή μια βιομηχανία που θα προσφέρει εργασία σε περισσότερους ανθρώπους», προσθέτει, επισημαίνοντας ότι μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής τους, τα κέντρα δεδομένων απασχολούν σχετικά μικρό αριθμό εργαζομένων.

Η αντίδραση στο επενδυτικό σχέδιο της Meta είχε και πολιτικές συνέπειες. Σύμφωνα με την Αλίσα Λανγκ, αποτέλεσε τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, συμβάλλοντας στην καθαίρεση δύο δημοτικών συμβούλων και του δημάρχου μέσω της εκλογικής διαδικασίας.

«Οι πόλεις λένε: Δεν είμαστε προς πώληση»

Αντίστοιχη κινητοποίηση σημειώθηκε στην Οτάβα του Κάνσας, κοντά στο Κάνσας Σίτι, όπου οι πολίτες ενέκριναν με μεγάλη πλειοψηφία την απαγόρευση κατασκευής μεγάλων κέντρων δεδομένων.

«Οι πόλεις λένε: δεν είμαστε προς πώληση», δήλωσε ο Μάικλ Λιούις, μέλος της οργάνωσης Ottawa United, που πρωτοστάτησε στη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος.

Ο Λιούις, υποψήφιος των Δημοκρατικών που ηττήθηκε στις εκλογές για την πολιτειακή Βουλή του Κάνσας, υπογράμμισε ότι τα οικονομικά ανταλλάγματα δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την εγκατάσταση τέτοιων υποδομών.

«Το γεγονός ότι μας προσφέρουν χρήματα δεν σημαίνει ότι θα διαθέσουμε τους πόρους μας και θα αναλάβουμε να διαχειριστούμε τα περιβαλλοντικά προβλήματα που προκύπτουν», εξήγησε.

Η κινητοποίηση στην Οτάβα έφερε κοντά πολίτες με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις. Ο Λιούις, ως αντιπρόεδρος της τοπικής οργάνωσης των Δημοκρατικών, συνεργάστηκε με τη γραμματέα της αντίστοιχης οργάνωσης των Ρεπουμπλικανών, προκειμένου να εξασφαλίσουν δικαστικά τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.

«Ήταν υπέροχο», δήλωσε για τη συνεργασία τους. «Ήταν μια συλλογική προσπάθεια με την πραγματική σημασία της λέξης».

Τζέινσβιλ: Το σχέδιο των 8 δισ. δολαρίων και οι αντιδράσεις των κατοίκων

Στο Τζέινσβιλ του Ουισκόνσιν, η αντιπαράθεση επικεντρώθηκε σε μια επένδυση ύψους 8 δισ. δολαρίων, την οποία σχεδίαζε η εταιρεία Viridian στον χώρο ενός πρώην εργοστασίου της General Motors.

Η αυτοκινητοβιομηχανία είχε κλείσει τη μονάδα το 2008, επηρεάζοντας 1.200 εργαζομένους. Η προοπτική αξιοποίησης του χώρου είχε αρχικά αντιμετωπιστεί θετικά από ορισμένους κατοίκους και την πλειοψηφία του δημοτικού συμβουλίου.

Ωστόσο, η τοπική οργάνωση Janesville for Responsible Development έθεσε στο επίκεντρο τις ευρύτερες συνέπειες της επένδυσης.

«Στο παρελθόν οι τοπικές αρχές περιόριζαν τα ερωτήματά τους στις θέσεις εργασίας και τις επενδύσεις», ανέφερε η Κάθι Έρντμαν, μέλος της οργάνωσης.

«Ωστόσο, υπάρχει ένα πολύ ευρύτερο φάσμα κριτηρίων για να ξεχωρίσει κανείς ένα καλό από ένα κακό έργο», πρόσθεσε, αναφερόμενη στα φορολογικά έσοδα, στην επιβάρυνση των υποδομών, στη χρήση γης και στις επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της γύρω περιοχής.

Στις βασικές ανησυχίες περιλαμβάνονται η επιβάρυνση του ηλεκτρικού δικτύου, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και οι μεγάλες ανάγκες των εγκαταστάσεων σε νερό.

Υπό την πίεση των αντιδράσεων, το δημοτικό συμβούλιο είχε απορρίψει τον Ιούνιο την πρόταση της Viridian και στη συνέχεια είχε υιοθετήσει μορατόριουμ διάρκειας ενός έτους.

Στο δημοψήφισμα της Τρίτης, η πλειοψηφία των ψηφοφόρων ενέκρινε πρόσθετους περιορισμούς. Πλέον, για οποιοδήποτε μεγάλο επενδυτικό έργο στον χώρο του πρώην εργοστασίου της GM, με κόστος άνω των 450 εκατ. δολαρίων, θα απαιτείται η έγκριση των πολιτών μέσω δημοψηφίσματος.

Σύμφωνα με την Έρντμαν, κάποιοι ψηφοφόροι προσήλθαν στις κάλπες εκφράζοντας την πλήρη αντίθεσή τους στα data centers, ενώ άλλοι επιδίωκαν «μεγαλύτερη διαφάνεια» στη λήψη αποφάσεων.

«Υπάρχει ομοφωνία ως προς το ότι οι αρχές διαχειρίστηκαν πολύ άσχημα αυτό το έργο», σχολίασε η 45χρονη ακτιβίστρια.

Τα αποτελέσματα των τοπικών ψηφοφοριών καταγράφουν μια ευρύτερη αντίδραση στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται οι μεγάλες τεχνολογικές επενδύσεις στις ΗΠΑ, με επίκεντρο πλέον τη χρήση των φυσικών πόρων, την επίδραση στις υποδομές και τη συμμετοχή των κατοίκων στις αποφάσεις που αφορούν τις κοινότητές τους.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ