Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν τη Δευτέρα 25/8, νέο πακέτο κυρώσεων κατά του Ιράν, αλλά και κατά δεκάδων χωρών σε ολόκληρο τον κόσμο που συνεργάζονται με την Τεχεράνη, σε μια προσπάθεια να αυξήσουν την πίεση στην ιρανική κυβέρνηση και να την οδηγήσουν σε διαπραγματεύσεις.
Αμερικανοί αξιωματούχοι χαρακτήρισαν την πρωτοβουλία «οικονομική Ημέρα Απόβασης», ενώ επισήμως της δόθηκε η ονομασία «Επιχείρηση Οικονομικός Απόκληρος».
Η ανακοίνωση ήρθε μετά τις επανειλημμένες απαιτήσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προς την ιρανική ηγεσία να προχωρήσει σε κινήσεις όπως η εγκατάλειψη των διεκδικήσεών της σχετικά με το Στενό του Ορμούζ και η επιστροφή στις συνομιλίες για τον τερματισμό του πυρηνικού προγράμματος.
Ωστόσο, ειδικοί που μίλησαν στο Al Jazeera εκτιμούν ότι η νέα οικονομική κλιμάκωση είναι απίθανο να αναγκάσει την Τεχεράνη να αποδεχθεί τις αμερικανικές απαιτήσεις.
Σχεδόν έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, οι ΗΠΑ φαίνεται να αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στην επίτευξη των στόχων που είχαν θέσει.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή η κατάσταση εξηγεί, τουλάχιστον εν μέρει, την επιστροφή της κυβέρνησης Τραμπ στα οικονομικά εργαλεία πίεσης.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιστρέφουν στην οικονομική πίεση επειδή η στρατιωτική δύναμη δεν κατάφερε να επιφέρει τη γρήγορη νίκη που ανέμεναν», δήλωσε στο Al Jazeera η Negar Mortazavi, ανώτερη συνεργάτιδα στο Center for International Policy, με έδρα τις ΗΠΑ.
Όπως ανέφερε, η χρήση του όρου «οικονομική Ημέρα Απόβασης» καταδεικνύει, κατά την άποψή της, την αποτυχία μέχρι στιγμής του πολέμου να οδηγήσει το Ιράν σε παράδοση ή να επιτύχει τους πολιτικούς στόχους της Ουάσινγκτον.
Ο πόλεμος που δεν εξελίχθηκε όπως υπολόγιζε η Ουάσινγκτον
«Στα χαρτιά, οι ΗΠΑ και το Ιράν αποτελούν μια τεράστια στρατιωτική αναντιστοιχία», δήλωσε στο Al Jazeera ο Ryan Costello, διευθυντής πολιτικής στο National Iranian American Council (NIAC).
Όπως σημείωσε, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν προκαλέσει εκτεταμένες καταστροφές χρησιμοποιώντας τα προηγμένα πυρομαχικά τους, όμως το ίδιο έχει συμβεί και από την πλευρά του Ιράν με τη χρήση πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
«Επομένως, είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς τον πόλεμο μέχρι σήμερα ως κάτι άλλο εκτός από ένα καταστροφικό λάθος», ανέφερε.
Οι ΗΠΑ έχουν καταφέρει να εξουδετερώσουν σημαντικά πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη του Ιράν.
Η Τεχεράνη, όμως, έχει αξιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση και το μεγάλο απόθεμα πυραύλων και drones που διαθέτει, πλήττοντας κρίσιμες υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου στην περιοχή.
Παράλληλα, οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα μέσω του Στενού του Ορμούζ έχουν προκαλέσει αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, με τις επιπτώσεις να φτάνουν μέχρι τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Al Jazeera, οι τιμές στα πρατήρια καυσίμων στις ΗΠΑ είναι πλέον περίπου 40% υψηλότερες σε σχέση με την περίοδο πριν από τον πόλεμο.
«Ήταν ένας θεμελιώδης λανθασμένος υπολογισμός του Τραμπ εξαρχής ότι η απειλή πολέμου θα ανάγκαζε τους Ιρανούς να παραδοθούν», δήλωσε η Τρίτα Πάρσι, επικεφαλής του Quincy Institute στην Ουάσινγκτον.
«Αντ' αυτού, αντεπιτέθηκαν, και αντεπιτέθηκαν πολύ σκληρά», πρόσθεσε.
Τα αμερικανικά αποθέματα πυραύλων και η πίεση στο Πεντάγωνο
Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ουάσινγκτον αφορά τα αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων.
Σύμφωνα με αναλυτές, μεταξύ άλλων του Center for Strategic and International Studies (CSIS), η κατανάλωση αμερικανικών αναχαιτιστικών έχει αυξηθεί σημαντικά εξαιτίας των επιχειρήσεων κατά του Ιράν.
Στα τέλη Ιουλίου, το CSIS εκτίμησε ότι το Πεντάγωνο θα χρειαστεί τουλάχιστον τρία χρόνια προκειμένου να αποκαταστήσει τα αποθέματα στα επίπεδα που βρίσκονταν πριν από τον πόλεμο.
Ο Λευκός Οίκος έχει απορρίψει τις αναφορές περί έλλειψης, ωστόσο αναλυτές υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα είναι υπαρκτό, ακόμη και αν πρόκειται για μια προσωρινή κατάσταση.
Η πίεση έχει οδηγήσει το Πεντάγωνο στην ανακατεύθυνση πόρων που προορίζονταν για άλλες περιοχές του πλανήτη, συμπεριλαμβανομένης της στρατηγικής αντιμετώπισης της Κίνας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ανάπτυξη αμερικανικών αεροπλανοφόρων. Το Πεντάγωνο απέστειλε το USS George Washington από την Ιαπωνία στον Κόλπο, προκειμένου να αντικαταστήσει το USS Abraham Lincoln.
Το πλήρωμα του τελευταίου βρίσκεται στη θάλασσα για μήνες περισσότερο από τον αρχικό σχεδιασμό, εξαιτίας του πολέμου.
Παράλληλα, αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην περιοχή έχουν υποστεί ζημιές ή έχουν καταστεί προσωρινά μη ασφαλείς, συμπεριλαμβανομένων υποδομών που συνδέονται με τον Πέμπτο Στόλο του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ στο Μπαχρέιν.
Η εξέλιξη αυτή έχει επιβαρύνει τις γραμμές ανεφοδιασμού, με αμερικανικά πλοία να αναζητούν υποστήριξη σε πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις, ακόμη και μέχρι τη βάση Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό.
Ο απόστρατος στρατηγός του αμερικανικού στρατού Μπάρι Ρ. ΜακΚάφρεϊ έγραψε στο X ότι, κατά την εκτίμησή του, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ενδέχεται να έχουν χάσει οριστικά την πρόσβαση σε 15 βάσεις στον Περσικό Κόλπο.
«Γιατί να θέλω να ανατινάξω το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα;»
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ουάσινγκτον στρέφεται εκ νέου στις κυρώσεις.
«Νομίζω ότι κατέστη σαφές πως οι ΗΠΑ εξαντλούν τα όριά τους σε αυτό, οπότε η κυβέρνηση στράφηκε σε αυτό που γνωρίζει καλύτερα ή θεωρεί αποτελεσματικό από το παρελθόν: τα οικονομικά εργαλεία», δήλωσε ο Τζαμάλ Αμπντί, επικεφαλής του National Iranian American Council.
Κατά τον ίδιο, πρόκειται ουσιαστικά για έναν τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να επιστρέψει σε μια πολιτική που βρισκόταν σε ισχύ πριν από τον πόλεμο, παρουσιάζοντάς την παράλληλα ως νέα, ενισχυμένη στρατηγική πίεσης.
Το νέο πακέτο κυρώσεων περιλαμβάνει περίπου 60 πρόσωπα και οντότητες από διάφορες χώρες, οι οποίες κατηγορούνται ότι πραγματοποιούν συναλλαγές με το Ιράν.
Ωστόσο, ένα σημαντικό στοιχείο απουσιάζει: μεγάλες κινεζικές τράπεζες και άλλοι φορείς που διευκολύνουν τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου δεν βρέθηκαν στο στόχαστρο των νέων μέτρων και αυτό δεν είναι τυχαίο.
Περίπου το 90% των εξαγωγών αργού πετρελαίου του Ιράν κατευθύνεται στην Κίνα, αποφέροντας στην Τεχεράνη έσοδα δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Για να διακοπεί ουσιαστικά αυτή η ροή, οι ΗΠΑ θα έπρεπε να συγκρουστούν πολύ πιο άμεσα με την Κίνα, κάτι που η κυβέρνηση Τραμπ εμφανίζεται απρόθυμη να κάνει.
Ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, το παραδέχθηκε ουσιαστικά τη Δευτέρα, όταν ρωτήθηκε γιατί η Ουάσινγκτον δεν επέβαλε αμέσως κυρώσεις σε κινεζικές οντότητες που είναι γνωστό ότι διευκολύνουν το εμπόριο ιρανικού πετρελαίου.
«Γιατί να θέλω να ανατινάξω το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα;» απάντησε.
Κυρώσεις με πολιτικό κόστος για την Τεχεράνη
Για ορισμένους αναλυτές, η νέα πολιτική έχει περισσότερο ψυχολογικό και πολιτικό χαρακτήρα παρά αποτελεί ένα αποφασιστικό οικονομικό πλήγμα.
«Για μένα, είναι περισσότερο μια ψυχολογική επιχείρηση παρά ένας πραγματικός πόλεμος», δήλωσε στο Al Jazeera η Sina Azodi, επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Μέσης Ανατολής στο George Washington University.
«Θα έχει αντίκτυπο, δεν υπάρχει αμφιβολία. Είμαι σίγουρη ότι θα τρομάξει τους ανθρώπους και θα επηρεάσει την οικονομία του Ιράν, δημιουργώντας περισσότερο χάος και προσθέτοντας αβεβαιότητα. Αλλά δεν νομίζω ότι τελικά θα αλλάξει τους ιρανικούς υπολογισμούς βραχυπρόθεσμα», ανέφερε.
Τα νέα μέτρα διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής των ήδη εκτεταμένων αμερικανικών περιορισμών στην ιρανική οικονομία, ενώ ανοίγουν τον δρόμο για δευτερογενείς κυρώσεις κατά μη ιρανικών φορέων που δραστηριοποιούνται σε τομείς όπως τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, ο χρυσός, η τεχνολογία, η αεροπορία και η ναυτιλία.
Οι αναλυτές προειδοποιούν, ωστόσο, ότι μεγάλο μέρος του κόστους είναι πιθανό να μετακυλιστεί στην ιρανική κοινωνία.
Το κόστος στους απλούς Ιρανούς
Οι πολίτες του Ιράν αντιμετωπίζουν ήδη ελλείψεις φαρμάκων και υψηλότερες τιμές καυσίμων, καθώς οι οικονομικές κυρώσεις και η πολεμική σύγκρουση επιβαρύνουν την οικονομία.
Ορισμένοι από τους τομείς που βρίσκονται πλέον στο στόχαστρο έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους απλούς πολίτες που προσπαθούν να παρακάμψουν τις υφιστάμενες κυρώσεις.
Ο χρυσός χρησιμοποιείται ως μέσο διατήρησης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων σε μια περίοδο κατά την οποία το ιρανικό ριάλ υποχωρεί.
Τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία και τα κρυπτονομίσματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά χρημάτων εκτός των παραδοσιακών τραπεζικών δικτύων, ενώ οι αεροπορικές συνδέσεις είναι κρίσιμες για Ιρανούς που ταξιδεύουν στο εξωτερικό ή διατηρούν επαφή με συγγενείς τους.
Ο Τρίτα Πάρσι του Quincy Institute εκτιμά ότι οι νέες κυρώσεις είναι πιθανό να πλήξουν την ιρανική κοινωνία, χωρίς όμως να μεταφραστούν απαραίτητα σε αλλαγή πολιτικής από την κυβέρνηση.
«Νομίζω ότι πιθανότατα θα είναι αρκετά επώδυνες για τον ιρανικό λαό. Αλλά η μετατροπή αυτού του πόνου σε αλλαγή της πολιτικής τους είναι κάτι εντελώς διαφορετικό», είπε.
Η εμπειρία της «μέγιστης πίεσης»
Η κυβέρνηση Τραμπ γνωρίζει ήδη από την πρώτη του θητεία πόσο περιορισμένη μπορεί να είναι η αποτελεσματικότητα της οικονομικής πίεσης όταν ο στόχος είναι η αλλαγή της στρατηγικής της Τεχεράνης.
Το 2019, η πολιτική «μέγιστης πίεσης» που υιοθέτησε η Ουάσινγκτον συνοδεύτηκε από κλιμάκωση στην περιοχή, με δυνάμεις των Χούθι που υποστηρίζονται από το Ιράν να πραγματοποιούν επιθέσεις εναντίον δεξαμενόπλοιων στον Κόλπο και πετρελαϊκών εγκαταστάσεων στη Σαουδική Αραβία.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η συμπεριφορά της Τεχεράνης είναι πιθανό να ακολουθήσει ανάλογη πορεία εάν η ιρανική ηγεσία αισθανθεί ότι βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο.
«Αν ο σκοπός αυτών των κυρώσεων είναι να τους αναγκάσουν να συνθηκολογήσουν, τότε, από ό,τι έχουμε δει στο παρελθόν, οι Ιρανοί θα προτιμούσαν να κλιμακώσουν παρά να συνθηκολογήσουν», δήλωσε ο Πάρσι.
Τα όρια της αμερικανικής ισχύος
Η νέα προσπάθεια οικονομικής πίεσης ενδέχεται τελικά να αναδείξει περισσότερο τους περιορισμούς της αμερικανικής στρατηγικής παρά να οδηγήσει σε αλλαγή στάσης της Τεχεράνης, εκτιμά η Negar Mortazavi.
«Οι κυρώσεις θα επιδεινώσουν τον οικονομικό πόνο που αντιμετωπίζουν οι απλοί Ιρανοί. Αλλά χρόνια μέγιστης πίεσης έχουν δείξει ότι οι οικονομικές δυσκολίες δεν μεταφράζονται αυτόματα σε πολιτική συνθηκολόγηση», ανέφερε.
«Αν μη τι άλλο, αυτή η κίνηση εκθέτει τα όρια του πολέμου: Η Ουάσινγκτον μπορεί να συνεχίσει να αυξάνει το κόστος για το Ιράν, αλλά δεν έχει ακόμη αναγκάσει την Τεχεράνη να αλλάξει πορεία», πρόσθεσε.
Την ίδια ώρα, η αποτυχία να εξαναγκαστεί το Ιράν σε παραίτηση από τις θέσεις του έχει αρχίσει να έχει και πολιτικό κόστος στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Ο πόλεμος εμφανίζεται ολοένα και λιγότερο δημοφιλής μεταξύ των Αμερικανών, ενώ η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ έχει υποχωρήσει σημαντικά.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos, μόλις το 31% των Αμερικανών δηλώνει ότι υποστηρίζει τον πόλεμο, ενώ το ποσοστό εκείνων που εγκρίνουν την απόδοση του προέδρου βρίσκεται στο 33%.
Το ερώτημα πλέον για την Ουάσινγκτον είναι αν η οικονομική πίεση μπορεί να πετύχει εκεί που η στρατιωτική ισχύς δεν κατάφερε να επιβάλει τους αμερικανικούς όρους ή αν οι νέες κυρώσεις θα οδηγήσουν απλώς σε ακόμη μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση του Ιράν, χωρίς να μεταβάλουν τους στρατηγικούς υπολογισμούς της Τεχεράνης.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.