Η «οικονομική D-Day» του Τραμπ προδίδει τα όρια της αμερικανικής ισχύος

Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να γονατίσει την Τεχεράνη χωρίς νέο πόλεμο, αλλά κινδυνεύει να ενθαρρύνει το Ιράν να δοκιμάσει πόσο μακριά είναι πραγματικά διατεθειμένος να φτάσει ο Λευκός Οίκος

Ντόναλντ Τραμπ

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) απειλεί το Ιράν με οικονομικό στραγγαλισμό, αλλά πίσω από τη σκληρή ρητορική του διακρίνεται ένα μήνυμα που η Τεχεράνη δύσκολα θα αγνοήσει: ο Λευκός Οίκος δεν θέλει -τουλάχιστον επί του παρόντος- να εμπλακεί εκ νέου σε έναν πόλεμο μεγάλης κλίμακας.

Ο Αμερικανός πρόεδρος προανήγγειλε μια «οικονομική D-Day» κατά της Τεχεράνης, υποσχόμενος «οικονομικό πόλεμο και απομόνωση σε πρωτοφανή κλίμακα» και μια «συντριπτική» εκστρατεία που θα «παραλύσει» το Ιράν, προκειμένου να αναγκάσει την Τεχεράνη να αποδεχθεί τους όρους του για τον τερματισμό της κρίσης στη Μέση Ανατολή. 

Η πίεση που ασκείται είναι ήδη τεράστια: οι καταστροφές του πολέμου, ο ναυτικός αποκλεισμός και οι κυρώσεις έχουν στριμώξει την ιρανική οικονομία όσο ελάχιστες φορές τις τελευταίες δεκαετίες.

Το πρόβλημα για την Ουάσινγκτον είναι ότι όσο πιο καθαρά παρουσιάζει την οικονομική ασφυξία ως το όπλο της επόμενης φάσης, τόσο πιο ευδιάκριτο γίνεται αυτό που θέλει να αποφύγει: μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση.

Και η Τεχεράνη ακούει.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, το έκανε σχεδόν ξεκάθαρο την Πέμπτη. Επιχειρώντας να καθησυχάσει τις αγορές, δήλωσε ότι η επανάληψη εχθροπραξιών «μεγάλης κλίμακας» είναι απίθανη και συνέδεσε ευθέως τη στρατηγική της «μέγιστης οικονομικής πίεσης» με την αποφυγή μιας άμεσης επιστροφής στους βομβαρδισμούς.

«Αν εφαρμόζουμε τη μέγιστη οικονομική πίεση, αυτό σημαίνει ότι πιθανότατα δεν θα υπάρξει επανέναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας», δήλωσε στο CNBC. Πρόσθεσε, ωστόσο, την κρίσιμη επιφύλαξη: «Αυτό ισχύει προς το παρόν».

Η οικονομική απειλή αποκαλύπτει αυτό που ο Τραμπ θέλει να κρύψει

Εδώ βρίσκεται η αντίφαση της αμερικανικής στρατηγικής. Ο Τραμπ θέλει να πείσει το Ιράν ότι είναι έτοιμος να το γονατίσει οικονομικά, χωρίς ταυτόχρονα να αποκαλύψει ότι θέλει να αποφύγει να πληρώσει ξανά το τίμημα μιας μεγάλης στρατιωτικής αναμέτρησης.

Νωρίτερα φέτος, οι ΗΠΑ πέρασαν εβδομάδες βομβαρδίζοντας το Ιράν. Έκτοτε, όμως, ο Τραμπ έχει επανειλημμένως απειλήσει με νέα στρατιωτική κλιμάκωση και στη συνέχεια έχει κάνει πίσω.

Αυτό ακριβώς, σύμφωνα με ειδικούς, περιορίζει πλέον την αποτρεπτική ισχύ των απειλών του. Η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια οικονομικά και στρατιωτικά μέσα, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν αντίπαλο που, όπως έχει ήδη διαπιστώσει, μπορεί να αντέξει βαρύτατα πλήγματα και, ταυτόχρονα, να επιβάλει σημαντικό κόστος στην Ουάσινγκτον.

«Πλέον τον αντιλαμβάνονται ως κάποιον που δεν θέλει να κλιμακώσει στρατιωτικά», σημειώνει ο Ντένις Μπ. Ρος, πρώην διαπραγματευτής για τη Μέση Ανατολή επί προέδρων και των δύο αμερικανικών κομμάτων, σχολιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο η ιρανική ηγεσία «διαβάζει» τον Τραμπ.

Και αυτή η αντίληψη μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη.

«Αυτό τους δίνει κίνητρο να δείξουν ότι εκείνοι μπορεί να προχωρήσουν σε στρατιωτική κλιμάκωση», πρόσθεσε.

«D-Day»: Επίδειξη ισχύος ή έμμεση παραδοχή ορίων;

Ο Τραμπ ανακοίνωσε την επικείμενη «οικονομική D-Day» με ανάρτησή του στο Truth Social το βράδυ της Τετάρτης.

«Αυτοί οι μανιακοί βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο και αυτά τα ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΜΕΤΡΑ θα τους παραλύσουν, όπως και την ικανότητά τους να διαχέουν την τρομοκρατία σε ολόκληρο τον κόσμο», έγραψε.

Η πολεμική φρασεολογία είναι χαρακτηριστική. Όμως αυτή τη φορά το βασικό όπλο που προτάσσεται δεν είναι οι βόμβες, αλλά οι κυρώσεις, ο αποκλεισμός και η οικονομική απομόνωση.

Ο Μπέσεντ μάλιστα υποστήριξε ότι οι traders έκαναν λάθος που αντέδρασαν στις εξαγγελίες ανεβάζοντας την τιμή του πετρελαίου: κατά την εκτίμησή του, οι νέες οικονομικές απειλές αποτελούν ακριβώς ένδειξη ότι δεν επίκειται άμεση επιστροφή σε πλήγματα πλήρους κλίμακας.

Για την Τεχεράνη, όμως, αυτή η διαβεβαίωση μπορεί να έχει τη δική της ανάγνωση. Η οικονομική επίθεση δείχνει σαφέστατα την πίεση που μπορεί ακόμη να ασκήσει η Ουάσινγκτον, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει πόσο υψηλό θεωρεί πλέον το κόστος μιας νέας στρατιωτικής σύγκρουσης.

Βαρύ το τίμημα του πολέμου και για την Ουάσινγκτον

Ο Τραμπ έχει λόγους να θέλει να αποφύγει μια νέα μεγάλη στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν.

Τον Ιούνιο είχε ήδη μιλήσει για τον φόβο ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος θα μπορούσε να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε οικονομική «ύφεση». Παράλληλα, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο πόλεμος με το Ιράν είναι ευρέως αντιδημοφιλής και ότι η δυσαρέσκεια αυξάνεται ακόμη και μεταξύ των Ρεπουμπλικανών.

Η σύγκρουση που ο ίδιος είχε παρουσιάσει ως μια «μικρή εκδρομή» διάρκειας λίγων εβδομάδων πλησιάζει πλέον τους έξι μήνες και εξελίσσεται σε «πολιτική Αχίλλειο πτέρνα» για τον Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.

Αλλά το κόστος δεν είναι μόνο πολιτικό.

Οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ παραμένουν ένα και πλέον δολάριο ανά γαλόνι υψηλότερες σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου. Αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στον Περσικό Κόλπο έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές, 18 Αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν σκοτωθεί και τα αποθέματα πυρομαχικών έχουν περιοριστεί.

Και παρά το τίμημα αυτό, η Ουάσινγκτον δεν έχει πετύχει ακόμη μια συμφωνία που να τερματίζει τη σύγκρουση - ούτε καν την πλήρη επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ.

Το Ιράν, από την πλευρά του, έχει αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει τις μαζικές απώλειες και τις καταστροφές από τους αμερικανικούς και ισραηλινούς βομβαρδισμούς, ενώ παράλληλα διαθέτει τρόπους να ανταποδώσει το πλήγμα, μεταξύ άλλων μέσω επιθέσεων σε πετρελαιοφόρα στο Στενό του Ορμούζ.

Αυτή η ικανότητα επιβίωσης και αντιποίνων εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η Ουάσινγκτον επέλεξε να μεταφέρει τώρα το κέντρο βάρους από τη στρατιωτική στην οικονομική πίεση.

Η Ουάσινγκτον σφίγγει τον κλοιό - αλλά πόσο ακόμη μπορεί να τον σφίξει;

Η οικονομική πίεση στο Ιράν είναι ήδη εξαιρετικά βαριά. Ο ναυτικός αποκλεισμός έχει προστεθεί στις ζημιές που προκάλεσε η εκστρατεία βομβαρδισμών της άνοιξης, ενώ την Τετάρτη ήρθε ένα ακόμη σημαντικό πλήγμα: τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, κρίσιμος οικονομικός εταίρος του Ιράν στην απέναντι πλευρά του Περσικού Κόλπου, ανακοίνωσαν ότι διακόπτουν όλες τις εμπορικές και χρηματοπιστωτικές συναλλαγές με την Ισλαμική Δημοκρατία.

Ο Τραμπ προχώρησε ακόμη περισσότερο, προειδοποιώντας ότι «ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ χώρα» παρέχει οποιασδήποτε μορφής «σανίδα σωτηρίας στο Ιράν» θα αντιμετωπίσει «ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ οικονομικές συνέπειες».

Εδώ, όμως, η στρατηγική του προσκρούει σε ένα σημαντικό εμπόδιο.

Η σημαντικότερη οικονομική σανίδα σωτηρίας της Τεχεράνης είναι η Κίνα, η οποία αγοράζει το μεγαλύτερο μέρος του εξαγόμενου ιρανικού πετρελαίου.

Η Κίνα αποτελεί απαραίτητη παράμετρο οποιασδήποτε εκστρατείας οικονομικής πίεσης κατά του Ιράν, σημειώνουν αναλυτές, προσθέτοντας ότι κανείς άλλος δεν μπορεί να απορροφήσει ιρανικό αργό στην κλίμακα που το κάνει η Κίνα.

Ο Τραμπ δύσκολα μπορεί να αγνοήσει τον παράγοντα Κίνα

Επομένως, για να στραγγαλίσει πραγματικά τα έσοδα του Ιράν, ο Τραμπ θα πρέπει να χτυπήσει την Τεχεράνη εκεί ακριβώς όπου πονάει περισσότερο: στις συναλλαγές της με το Πεκίνο.

Αλλά αυτό θα σήμαινε ότι ο οικονομικός στραγγαλισμός του Ιράν θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια πολύ πιο επικίνδυνη μετωπική σύγκρουση με την Κίνα.

Και οι απειλές είναι πολύ πιο δύσκολο να εφαρμοστούν στην περίπτωση του Πεκίνου.

Ο Τραμπ έχει επενδύσει στη βελτίωση των σχέσεών του με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, ο οποίος αναμένεται να τον συναντήσει στην Ουάσινγκτον στις 24 Σεπτεμβρίου. Αναλυτές θεωρούν ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα κινηθεί με μεγάλη προσοχή απέναντι στο Πεκίνο, ιδίως πριν από τη συνάντηση.

Όπως τονίζουν, το Ιράν βρίσκεται εδώ και χρόνια υπό ένα ολοκληρωμένο καθεστώς κυρώσεων, επομένως το μόνο σημαντικό βήμα που απομένει στις ΗΠΑ είναι να στοχοποιήσουν επιθετικά τους εμπορικούς εταίρους της Τεχεράνης - και κυρίως την Κίνα.

Εκφράζουν όμως αμφιβολίες εάν ο Τραμπ είναι διατεθειμένος αυτή τη στιγμή να διακινδυνεύσει την πρόκληση ενός οικονομικού πολέμου με την Κίνα.

Όταν ο αντίπαλος μυρίζεται απροθυμία για πόλεμο

Το πιο επικίνδυνο στοιχείο της αμερικανικής στρατηγικής δεν είναι μόνο το ερώτημα αν οι κυρώσεις μπορούν να λυγίσουν το Ιράν. Είναι και το πώς θα αντιδράσει η Τεχεράνη εάν συμπεράνει ότι η Ουάσινγκτον έχει φτάσει στα όρια του τι είναι διατεθειμένη να κάνει στρατιωτικά.

Ένα Ιράν υπό ασφυκτική οικονομική πίεση, αλλά πεπεισμένο ότι ο Τραμπ δεν θέλει νέο πόλεμο, μπορεί να αισθανθεί ότι έχει μεγαλύτερο περιθώριο να δοκιμάσει τα όρια των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με αναλυτές, η Τεχεράνη θα μπορούσε να αναζητήσει τρόπους να ασκήσει νέα στρατιωτική πίεση είτε στις ΗΠΑ είτε στους συμμάχους τους στον Κόλπο.

Και εκεί βρίσκεται η επικίνδυνη αντίφαση της «οικονομικής D-Day»: όσο περισσότερο η Ουάσινγκτον επιχειρεί να δείξει ότι διαθέτει ακόμη μέσα για να γονατίσει το Ιράν χωρίς νέο πόλεμο, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να πείσει την Τεχεράνη ότι η απειλή μιας πραγματικής στρατιωτικής κλιμάκωσης έχει χάσει μέρος της αξιοπιστίας της.

Με τις τιμές της βενζίνης υψηλές, τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν, τα αποθέματα πυρομαχικών πιεσμένα και την Κίνα να αποτελεί μια παράμετρο που ο Τραμπ δύσκολα μπορεί να αγνοήσει, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόση πίεση μπορεί ακόμη να ασκήσει η Ουάσινγκτον.
Είναι αν ο Τραμπ έχει σχέδιο για το τι θα ακολουθήσει όταν εξαντληθούν τα περιθώρια οικονομικής πίεσης στο Ιράν.

Πηγή: skai.gr
10 0 Bookmark

Απόρρητο