Γιατί η ασταθής προσέγγιση του Τραμπ στον πόλεμο με το Ιράν είναι βέβαιο ότι θα αποτύχει

Πρόσφατη δημοσκόπηση του CNN έδειξε ότι μόνο το 28% των Αμερικανών εγκρίνει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ χειρίζεται τον πόλεμο με το Ιράν

Τραμπ

Του Max Boot*

Ο αχρείαστος πόλεμος με το Ιράν εξακολουθεί να παρατείνεται, χωρίς να διαφαίνεται στον ορίζοντα κάποιο τέλος, περισσότερο από πέντε μήνες μετά την έναρξή του. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που εξηγούν αυτό το αδιέξοδο, όμως ένα σημαντικό μέρος της εξήγησης βρίσκεται στη σχιζοφρενική προσέγγιση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Ταλαντεύεται διαρκώς μεταξύ συνδιαλλαγής και σύγκρουσης, πότε επαινώντας τους Ιρανούς ηγέτες ως «πολύ λογικούς ανθρώπους» και πότε καταγγέλλοντάς τους ως «καθάρματα».

Τουλάχιστον επτά φορές από την έναρξη του πολέμου, ο Τραμπ έχει υποσχεθεί να εξαπολύσει καταστροφικές επιθέσεις, πριν ανακοινώσει ότι, τελικά, δίνει άλλη μια ευκαιρία στις διαπραγματεύσεις. Πιο πρόσφατα, την 1η Αυγούστου, έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες για δράση και έτοιμες να αντιμετωπίσουν την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, με επίπεδα στρατιωτικού τρόμου, δύναμης και ισχύος που δεν έχουν σημειωθεί από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο», αλλά ότι θα «αναβάλει οποιαδήποτε επίθεση» επειδή «έχουν συμφωνηθεί οι περίμετροι μιας συμφωνίας». (Πιθανώς εννοούσε «παράμετροι»).

Η εν λόγω ανάρτηση φαίνεται να αναφερόταν στην προσωρινή συμφωνία μεταξύ του Ιράν και του Ομάν για την επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ, σύμφωνα με την οποία η εισερχόμενη κυκλοφορία θα διέρχεται από τα ιρανικά χωρικά ύδατα και η εξερχόμενη από τα ύδατα του Ομάν. Ένας υψηλόβαθμος Ιρανός αξιωματούχος έκανε πιο περίπλοκες το Σάββατο τις διαπραγματεύσεις, απαιτώντας, ως αντάλλαγμα για την επαναλειτουργία του Στενού, οι Ηνωμένες Πολιτείες να άρουν τις οικονομικές κυρώσεις κατά του Ιράν, να ξεπαγώσουν τα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία και να τερματίσουν τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών.

Αν οι ΗΠΑ συμφωνούσαν με τις απαιτήσεις του Ιράν, αυτό πιθανότατα θα αύξανε τον αριθμό των πλοίων που διέρχονται από το Στενό. Ωστόσο, είναι απίθανο να φέρει διαρκή ειρήνη, και όχι μόνο επειδή δεν συμβάλλει καθόλου στην αντιμετώπιση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν (η φαινομενική αιτία της σύγκρουσης). Επίσης, δεν επιλύει την υποκείμενη διαμάχη σχετικά με το αν θα επιτραπεί στο Ιράν να ελέγχει επ’ αόριστον τη διεθνή θαλάσια οδό που προηγουμένως ήταν ανοιχτή και να εισπράττει διόδια που μεταμφιέζονται ως «τέλη χρήσης».

Το προηγούμενο μνημόνιο κατανόησης μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν κατέρρευσε ακριβώς λόγω αυτού του ζητήματος, καθώς το Ιράν ήταν πεπεισμένο ότι η συμφωνία υποχρέωνε όλα τα πλοία να διέρχονται από τα σημεία ελέγχου του, ενώ οι ΗΠΑ ήταν πεπεισμένες ότι τα πλοία μπορούσαν αντ’ αυτού να διέρχονται από τα ύδατα του Ομάν. Το Ιράν επιτέθηκε σε πλοία που ακολουθούσαν τη διαδρομή του Ομάν, γεγονός που οδήγησε σε αναζωπύρωση της σύγκρουσης, η οποία περιελάμβανε μια θανατηφόρα ιρανική επίθεση εναντίον αμερικανικής βάσης στην Ιορδανία και αντίποινα με αμερικανικούς βομβαρδισμούς κατά του Ιράν.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι τόσο το Ιράν όσο και οι ΗΠΑ έχουν μια διχασμένη ηγεσία που δεν έχει σαφή εικόνα για τους στόχους της. Στο Ιράν υπάρχει διαίρεση μεταξύ των σκληροπυρηνικών ττων Φρουρών της Επανάστασης, που επιθυμούν να συνεχίσουν τον αγώνα, και των πιο ρεαλιστών ηγετών, οι οποίοι θεωρούν επιτακτική ανάγκη να τερματιστεί ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός και οι αμερικανικές κυρώσεις, ώστε να μπορέσει η ιρανική οικονομία να ανακάμψει. Κανονικά, ο ανώτατος ηγέτης θα έλυνε αυτές τις διαμάχες. Όμως, το Ισραήλ σκότωσε τον προηγούμενο, ενώ ο γιος και διάδοχός του, ο Αγιατολάχ Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, φαίνεται να κρύβεται και είναι δύσκολο να επικοινωνήσει κανείς μαζί του.

Στις ΗΠΑ, ο ανώτατος ηγέτης - ο πρόεδρος Τραμπ - ασκεί αδιαμφισβήτητο έλεγχο στην εξωτερική πολιτική, αλλά ταλαντεύεται μεταξύ της σύναψης συμφωνιών και της κήρυξης πολέμου με τρόπους που υπονομεύουν τις πιθανότητες επιτυχίας του και στις δύο προσπάθειες. Οι Ιρανοί δεν φαίνεται πλέον να τον φοβούνται, καθώς έχει προβεί σε πάρα πολλές πολλές απειλές που δεν έχει υλοποιήσει. Για παράδειγμα, στις 22 Ιουλίου, δεσμεύτηκε να «βομβαρδίσει και να καταστρέψει ΜΙΑ ΓΕΦΥΡΑ Ή ΕΝΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ» για κάθε φορτηγό πλοίο που θα επιτίθετο το Ιράν στο Στενό του Ορμούζ, αλλά από τότε έχουν δεχτεί επίθεση τουλάχιστον τρία πλοία, χωρίς να ακολουθήσουν αντίποινα από τις ΗΠΑ.

Στον πόλεμο με το Ιράν, ο Τραμπ είναι ο χειρότερος εχθρός του εαυτού του. Πρέπει να αποφασίσει για μια ενιαία προσέγγιση - είτε την αντιπαράθεση είτε τη συμφιλίωση - και να την ακολουθήσει με συνέπεια για μερικούς μήνες.

Η συμβιβαστική προσέγγιση, η οποία βασίζεται στο προηγούμενο μνημόνιο κατανόησης, αποτελεί τη σοφότερη επιλογή αυτή τη στιγμή, παρά τη δυσκολία επίτευξης συμφωνίας με τη διχασμένη ηγεσία του Ιράν. Αυτό θα συνεπαγόταν, κατά πάσα πιθανότητα, μια ταπεινωτική αναγνώριση ενός ορισμένου βαθμού ιρανικού ελέγχου επί του Στενού του Ορμούζ. Ωστόσο, ο Τραμπ δεν διαθέτει την απαραίτητη εσωτερική πολιτική υποστήριξη για να κλιμακώσει τον πόλεμο ή να αντέξει τις οικονομικές επιπτώσεις που θα προκαλούσε ένα παρατεταμένο κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ και, ενδεχομένως, και του Στενού Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση του CNN έδειξε ότι μόνο το 28% των Αμερικανών εγκρίνει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ χειρίζεται τον πόλεμο με το Ιράν. Φανταστείτε πόσο θα μειωθεί η υποστήριξη αν οι ΗΠΑ, που έχουν ήδη χάσει 18 στρατιωτικούς, υποστούν περαιτέρω απώλειες. Επιπλέον, το Υπουργείο Πολέμου βρίσκεται αντιμέτωπο με σοβαρή έλλειψη πυραύλων που χρειάζεται για να πολεμήσει το Ιράν – ή οποιονδήποτε άλλο αντίπαλο.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα επιχείρημα υπέρ της σκληρής γραμμής: ο αόριστης διάρκειας αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών, με την ελπίδα ότι τα αυξανόμενα οικονομικά προβλήματα του Ιράν θα κάνουν τους ηγέτες του πιο ευέλικτους. Αυτό είναι πιθανό να αποδειχθεί πιο αποτελεσματικό από τον απλό βομβαρδισμό περισσότερων στόχων στο Ιράν. Ωστόσο, απαιτεί να πειστούν οι ψηφοφόροι, εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών, να αντέξουν τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου και τον υψηλότερο πληθωρισμό.

Η μόνη προσέγγιση που είναι βέβαιο ότι θα αποτύχει είναι αυτή που ακολουθεί τώρα ο Τραμπ: να κινείται σε ζιγκ-ζαγκ μεταξύ πολέμου και ειρήνης, απειλών και διαπραγματεύσεων, σκληρής ρητορικής και υποκριτικής προσέγγισης. Μπορεί να πιστεύει ότι πρόκειται για την «τέχνη της διαπραγμάτευσης», αλλά στην πραγματικότητα, όπως έδειξαν οι τελευταίοι πέντε μήνες, είναι απλώς μια συνταγή για μια ατελέσφορη σύγκρουση, έναν ατέλειωτο πόλεμο.

*Ο Max Boot είναι αρθρογράφος της Washington Post και ανώτερος ερευνητής στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων. Υποψήφιος για το Βραβείο Πούλιτζερ στην κατηγορία της βιογραφίας, είναι συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του πρόσφατου μπεστ σέλερ της «New York Times» «Reagan: His Life and Legend», το οποίο ανακηρύχθηκε από την «New York Times» ως ένα από τα 10 καλύτερα βιβλία του 2024.

Πηγή: The Washington Post
4 0 Bookmark

Απόρρητο