Γαλλία: Το δημοσιονομικό αδιέξοδο, η κοινωνική δυσαρέσκεια και το ευρωπαϊκό δίλημμα

Στάθης Καλύβας και Παναγής Παναγιωτόπουλος μίλησαν στον ΣΚΑΪ 100,3 για τα όρια του γαλλικού πολιτικού συστήματος, τη βία στους δρόμους και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη

Γαλλία

Οι εικόνες βίας στους δρόμους της Γαλλίας είναι η πιο ορατή πλευρά της αναταραχής, δεν αρκούν όμως από μόνες τους για να εξηγήσουν τα αίτια και το βάθος της.

Ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Στάθης Καλύβας, εστιάζει στα δημοσιονομικά προβλήματα και στις μεταρρυθμίσεις που έχουν αναβληθεί, προειδοποιώντας για τις ευρύτερες επιπτώσεις στην Ευρώπη. Από την πλευρά του, ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κύριος επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ, Παναγής Παναγιωτόπουλος, επισημαίνει την ανάγκη προσεκτικής ανάγνωσης των κοινωνικών κινητοποιήσεων, της σύνθεσης των ομάδων που συμμετέχουν και των βαθύτερων αιτιών της δυσαρέσκειας.

Μιλώντας στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ 100,3 και στον Ιάσωνα Τριανταφυλλίδη, οι δύο καθηγητές ανέδειξαν διαφορετικές όψεις της γαλλικής κρίσης, αλλά και ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό δίλημμα: πώς μπορούν οι κυβερνήσεις να προχωρήσουν στις αλλαγές που θεωρούν αναγκαίες, χωρίς να αγνοούν τις κοινωνικές συνέπειες και χωρίς να εντείνουν την πολιτική αστάθεια.

Στάθης Καλύβας: Οι μεταρρυθμίσεις που αναβάλλονται και ο κίνδυνος μιας κρίσης χρέους

Ο Στάθης Καλύβας εντοπίζει τη βασική διαφορά της σημερινής συγκυρίας στο βάθος της οικονομικής κρίσης. Όπως εξήγησε, οι προσπάθειες αντιμετώπισης των δημοσιονομικών προβλημάτων της Γαλλίας, κυρίως όσων συνδέονται με το συνταξιοδοτικό σύστημα και τις παροχές του κοινωνικού κράτους, δεν οδήγησαν στις αλλαγές που απαιτούνται.

«Έχουμε δηλαδή ένα φαινόμενο όπου οι αναγκαίες αλλαγές μετατέθηκαν στο μέλλον», σημείωσε.

Όπως είπε, η Γαλλία ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με κρίση χρέους, καθώς οι δανειστές της ανησυχούν για την ικανότητά της να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ανεβαίνουν τα επιτόκια και άρα και το χρέος δανεισμού. 

Το οικονομικό αδιέξοδο μετατρέπεται έτσι σε πολιτικό, ενώ σημαντικό μέρος της κοινωνίας δεν είναι έτοιμο να αποδεχθεί μια πραγματικότητα διαφορετική από τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί.

Ο κ. Καλύβας συνέδεσε αυτή τη δυσκολία με την ελληνική εμπειρία της δεκαετίας του 2010. Όπως υποστήριξε, όσο καθυστερεί η αντιμετώπιση των προβλημάτων και αναζητούνται ευκολότερες λύσεις, τόσο χειροτερεύει η κατάσταση. «Στην περίπτωση της Γαλλίας βέβαια, το μέγεθος της χώρας είναι πολύ διαφορετικό από το μέγεθος της Ελλάδας και επομένως η κρίση έχει μια συστημική διάσταση».

Η πίεση δεν περιορίζεται στα δημοσιονομικά. Σύμφωνα με τον καθηγητή, το πρόβλημα εντείνεται από το δημογραφικό, το αυξημένο κόστος της ενέργειας, την τεχνολογική υποχώρηση της Ευρώπης στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και τις αμυντικές προκλήσεις που δημιουργεί η απειλή στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

«Όλα αυτά αν τα βάλει κανένας μαζί δημιουργούν ένα σενάριο ενδεχομένως τέλειας καταιγίδας», προειδοποίησε.

Το πρόβλημα, όπως το περιγράφει ο κ. Καλύβας, δεν περιορίζεται στη δημοσιονομική κρίση της Γαλλίας. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλαπλές πιέσεις, από το δημογραφικό και το ενεργειακό κόστος έως την τεχνολογική υστέρηση και τις αμυντικές απειλές. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσει να μεταθέτει τις δύσκολες αποφάσεις ή αν η κρίση θα οδηγήσει σε βαθύτερες αλλαγές.

Η βία στη Γαλλία δεν είναι απαραίτητα έκφραση της οικονομικής κρίσης

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η βία στους δρόμους δεν αποτελεί καινούργιο φαινόμενο για τη Γαλλία. Υπενθύμισε τις κινητοποιήσεις των «κίτρινων γιλέκων» το 2018-2019, καθώς και τις διαδηλώσεις του Μαΐου του 1968, οι οποίες συνοδεύτηκαν από εκτεταμένες καταστροφές και οδοφράγματα, παρά το γεγονός ότι εκείνη η περίοδος χαρακτηριζόταν από μεγάλη οικονομική ανάπτυξη.

Με βάση αυτά τα παραδείγματα, υποστήριξε ότι η βία αποτελεί σε έναν βαθμό γαλλική ιδιαιτερότητα και δεν συνδέεται αναγκαστικά με το βάθος της κοινωνικής δυσπραγίας. Επισήμανε, μάλιστα, ότι στη Μεγάλη Βρετανία ορισμένα δημοσιονομικά και κοινωνικά προβλήματα είναι εντονότερα, χωρίς να εμφανίζονται τα ίδια φαινόμενα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα οικονομικά προβλήματα της Γαλλίας δεν είναι πραγματικά. Σημαίνει ότι η βία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως αυτόματη απόδειξη της έκτασης ή της φύσης τους.

«Σημαίνει ότι η βία δεν είναι έκφραση απαραίτητα αυτού του προβλήματος και σίγουρα δεν είναι λύση», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο καθηγητής έδωσε έμφαση και στην αντίφαση ανάμεσα στις απαιτήσεις των διαδηλωτών και στις δυνατότητες του κράτους. Όπως σημείωσε, οι διαδηλωτές ζητούν περισσότερες παροχές, τη στιγμή που το γαλλικό κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να τις προσφέρει. 

Το αποτύπωμα Μακρόν 

Ο Μακρόν είχε προαναγγείλει ένα ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, με αιχμή το συνταξιοδοτικό σύστημα, το οποίο αποτελεί βασικό παράγοντα της δημοσιονομικής εξίσωσης της Γαλλίας. Η προσπάθεια αλλαγής του, ωστόσο, συνάντησε έντονες κοινωνικές αντιδράσεις, καθώς οι Γάλλοι δεν ήθελαν να χάσουν τα ασφαλιστικά δικαιώματα και τα προνόμια που είχαν συνηθίσει.

Ο κ. Καλύβας εκτιμά ότι η αναγκαία μεταρρύθμιση δεν προχώρησε όσο χρειαζόταν και ότι το ζήτημα θα παραμείνει ανοιχτό για όποιον αναλάβει την προεδρία μετά τις εκλογές του 2027. Όπως είπε χαρακτηριστικά, “αυτό θα το κληροδοτήσει οποιοσδήποτε βρεθεί στην εξουσία”.

Το ευρωπαϊκό δίλημμα

Ο κ. Καλύβας τοποθετεί τη γαλλική κρίση σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Κατά την εκτίμησή του, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα: να συνεχίσει με «μικρές κινήσεις, μικρές μεταρρυθμίσεις και μεγάλες αναβολές», κάτι που θα την οδηγήσει όλο και περισσότερο βαθύτερα στο τέρμα του αδιεξόδου ή να προχωρήσει σε βαθύτερες αλλαγές «οι οποίες δεν θα γίνουν με την ηρεμία της εύκολης απόφασης, θα γίνουν μέσω μεγάλων κρίσεων και μεγάλων δυσκολιών.»

Μια τέτοια πορεία, υποστηρίζει, θα απαιτούσε μεγαλύτερη οικονομική ενοποίηση και μεταφορά μέρους της εθνικής κυριαρχίας σε ένα ανώτερο επίπεδο λήψης αποφάσεων, με στόχο πιο αποτελεσματικές κοινές πολιτικές. Παρά τις δυσκολίες, θεωρεί ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα: υψηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, ισχυρό ανθρώπινο δυναμικό, μεγάλη ενιαία αγορά και συσσωρευμένη ιστορική εμπειρία.

Παναγής Παναγιωτόπουλος: Γιατί δεν αρκούν οι εικόνες για να διαπιστωθεί κοινωνική κρίση

Πιο επιφυλακτικός απέναντι στις γενικεύσεις εμφανίστηκε ο Παναγής Παναγιωτόπουλος. Ο καθηγητής προειδοποίησε ότι οι εικόνες βίας δεν αρκούν για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την κατάσταση της γαλλικής κοινωνίας.

«Θα πρότεινα να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί με τους ανθρώπους που με ευκολία βγάζουν συμπεράσματα κοινωνιολογικής υφής από αυτό που βλέπουμε», σημείωσε.

Αναγνώρισε ότι υπάρχει μια ευρύτερη αγωνία για όσα συμβαίνουν και για όσα ενδέχεται να ακολουθήσουν στην Ευρώπη. Δεν θεωρεί, ωστόσο, ότι η βία αποδεικνύει από μόνη της μια παγιωμένη και γενικευμένη κοινωνική κρίση.

Εκεί όπου εντοπίζει «δυσφορία» είναι στον μαθητικό και φοιτητικό πληθυσμό. Οπως είπε, η δυσαρέσκεια αυτών των ομάδων συνδέεται με την κρίση του γαλλικού εκπαιδευτικού μοντέλου και του επαγγελματικού προσανατολισμού.

Σύμφωνα με τον κ. Παναγιωτόπουλο, η Γαλλία μετατράπηκε τις τελευταίες δεκαετίες σε μια «μηχανή πτυχιοποίησης», με αποτέλεσμα τα πτυχία να μην ανταποκρίνονται πάντοτε στις πραγματικές επαγγελματικές προοπτικές. Παράλληλα, η επέκταση αυτού του μοντέλου συνδέεται, σύμφωνα με τον ίδιο, με αυξημένες κοινωνικές ανισότητες, σε σύγκριση με ένα προηγούμενο καθεστώς στο οποίο υπήρχαν περισσότερες εναλλακτικές διαδρομές, όπως οι τεχνικές σχολές, και δυσκολότερη πρόσβαση στο πανεπιστήμιο.

Ο Παναγιωτόπουλος θεωρεί, επομένως, ότι η δυσαρέσκεια στον μαθητικό και φοιτητικό πληθυσμό αποτελεί συγκεκριμένο και αναγνωρίσιμο πρόβλημα. Δεν θεωρεί, όμως, ότι από αυτήν μπορεί να συναχθεί αυτομάτως η ύπαρξη μιας ευρύτερης κοινωνικής έκρηξης με ενιαία χαρακτηριστικά.

Διαφορετικές ομάδες, διαφορετικά αιτήματα

Ο καθηγητής αμφισβήτησε επίσης ότι οι κινητοποιήσεις στη Γαλλία αποτελούν ένα ενιαίο κίνημα, με κοινό αίτημα και σταθερή κοινωνική συμμαχία.

Όπως εξήγησε, στον πυρήνα της αναταραχής βρέθηκε η μαθητική κινητοποίηση, στην οποία προστέθηκαν στη συνέχεια διαφορετικά κοινωνικά αιτήματα. Αυτά, όπως σημείωσε, μπορεί να είναι θεμιτά, αλλά δεν σημαίνει ότι οι ομάδες που τα εκφράζουν συγκροτούν μια συνεκτική πολιτική δύναμη.

«Ναι, αλλά νομίζω ότι αυτό δεν θα κρατήσει […] γιατί δεν υπάρχει κοινό αίτημα, δεν υπάρχουν προϋποθέσεις», ανέφερε, εκτιμώντας ότι η συγκεκριμένη συμμαχία δεν έχει τις προϋποθέσεις να διατηρηθεί.

Ο κ. Παναγιωτόπουλος υποστήριξε ότι στην αναταραχή παρενέβησαν και ομάδες με διαφορετικές επιδιώξεις, τις οποίες περιέγραψε ως δυνάμεις που επιχείρησαν να «αεροπειρατήσουν» την κινητοποίηση.

Αναφέρθηκε στο Black Bloc και σε χώρους γύρω από την άκρα Αριστερά και την πολιτική βία. Μίλησε επίσης, με επιφύλαξη, για την παρουσία στοιχείων ριζοσπαστικού Ισλάμ, ενώ ξεχώρισε τον κόσμο της συστηματικής παραβατικότητας σε ορισμένες περιοχές της Γαλλίας, τον οποίο συνέδεσε με μεγάλο μέρος των επεισοδίων και των λεηλασιών.

Κοινοβουλευτική αδυναμία και καταστολή 

Η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να λειτουργήσει αποτελεσματικά περιπλέκει ακόμη περισσότερο τη διαχείριση της κρίσης.

Ο κ. Παναγιωτόπουλος στάθηκε στην έλλειψη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, επισημαίνοντας ότι αυτή περιορίζει τη δυνατότητα διακυβέρνησης.

«Δεν υπάρχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία», ανέφερε, προσθέτοντας: «Δεν μπορεί να λειτουργήσει και γι' αυτό και δεν λειτουργεί». Και συνέχισε λέγοντας ότι η κυβέρνηση καλείται να αποκαταστήσει τη δημόσια τάξη, «αλλά φαίνεται ότι έχει πολύ σοβαρά προβλήματα σε αυτό.» «Υπάρχει πάντοτε το φάντασμα ενός νεκρού διαδηλωτή» είπε, υπενθυμίζοντας το προηγούμενο των κινητοποιήσεων του 1986, ενώ σημείωσε παράλληλα ότι μιας τέτοια εξέλιξη επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το κράτος επιχειρεί να αντιδράσει.

Η κρίση, επομένως, δεν αφορά μόνο την κοινωνική δυσαρέσκεια ή τη δημόσια ασφάλεια. Αφορά και την ικανότητα των θεσμών να λαμβάνουν αποφάσεις, να εφαρμόζουν πολιτικές και να διατηρούν τη νομιμοποίησή τους.

Περισσότερη προστασία, λιγότερες ευκαιρίες;

Ένα από τα βασικά σημεία των δηλώσεων του κ. Παναγιωτόπουλου αφορά την αντίφαση ανάμεσα στην απαίτηση για περισσότερη κοινωνική προστασία και στον τρόπο ζωής που έχει διαμορφωθεί στις σύγχρονες κοινωνίες.

Ο καθηγητής διευκρίνισε ότι δεν χρησιμοποιεί την έννοια του λαϊκισμού ως εργαλείο για να απαντήσει στο ερώτημα πού τελειώνει η θεμιτή κοινωνική διεκδίκηση. Αντί γι' αυτό, έθεσε το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην προστασία, στις ευκαιρίες και στις ατομικές επιλογές.

Όπως υποστήριξε, μια κοινωνία που προστατεύεται περισσότερο από κρατικές δομές είναι και μια κοινωνία με λιγότερες ευκαιρίες, η οποία προϋποθέτει διαφορετικό τρόπο ζωής.

«Περισσότερη προστασία φτιάχνει λιτότερο βίο», σημείωσε.

Η αντίφαση αυτή, όπως είπε, σπάνια εξηγείται με σαφήνεια στους πολίτες.

«Και επίσης όποιος ζητάει περισσότερη προστασία πρέπει να αποδεχτεί ότι θα έχει περισσότερους καταναγκασμούς», πρόσθεσε.

Η κρίση των παραδοσιακών κομμάτων και η άνοδος της Λεπέν

Ο κ. Παναγιωτόπουλος ενέταξε τη γαλλική αναταραχή σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή κρίση των πολιτικών δυνάμεων που συνδέθηκαν με τις μεταπολεμικές ιδεολογίες της ευημερίας.

Όπως είπε, τα κόμματα των κλασικών ιδεολογιών της μεταπολεμικής περιόδου βρίσκονται σε μεγάλη κρίση, ενώ το αριστερό πολιτικό όραμα βρίσκεται σε πολύ μεγάλη αδυναμία. 

Η κρίση στη Γαλλία, κατά την εκτίμησή του, μπορεί να «δώσει μερικούς πόντους» στον Ζαν-Λικ Μελανσόν, ενισχύοντας τη συσπείρωση μιας εκλογικής βάσης. Παράλληλα, όμως, μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για τη Μαρίν Λεπέν, η οποία θα μπορούσε να εμφανιστεί όχι μόνο ως δύναμη της Ακροδεξιάς, αλλά και ως δύναμη αποκατάστασης της τάξης.

Ο καθηγητής προειδοποίησε ότι παρόμοια αντανακλαστικά ενίσχυσης του συντηρητισμού καταγράφονται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κάνοντας ειδική αναφορά στη Γερμανία.

Οι πολιτικές ελίτ και οι κοινωνικές αντιδράσεις 

Αναφερόμενος στην άνοδο πολιτικών όπως η Τζόρτζια Μελόνι, ο κ. Παναγιωτόπουλος σημείωσε ότι η παρουσία της στην εξουσία δεν έχει επιδεινώσει τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, όπως υποστήριξε, η Ιταλίδα πρωθυπουργός έχει συγκλίνει σε πιο λειτουργικές και δημοκρατικές αντιλήψεις και συμπεριφορές, κάτι που, κατά τον ίδιο, αποτυπώνεται και στη στάση της απέναντι στη Ρωσία και την Ουκρανία. Για το ενδεχόμενο αντίστοιχων πολιτικών εξελίξεων στη Γαλλία ή τη Γερμανία, ο ίδιος απέφυγε να κάνει προβλέψεις, επισημαίνοντας ωστόσο ότι οι πολιτικές ελίτ δυσκολεύονται να αντιληφθούν εγκαίρως προς τα πού κινούνται οι κοινωνίες.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αδυναμίας έφερε την υποδοχή περίπου ενός εκατομμυρίου προσφύγων στη Γερμανία επί Άνγκελα Μέρκελ. Όπως παρατήρησε, τότε κυριαρχούσε η επιδοκιμασία στο όνομα του «γερμανικού ανθρωπισμού», χωρίς να διατυπώνονται ενστάσεις ή να διεξάγεται ουσιαστική συζήτηση για τις συνέπειες της απόφασης. Κατά τον ίδιο, το κόστος ήταν σημαντικό τόσο για τους πρόσφυγες, που σήμερα βρίσκονται αντιμέτωποι με κλειστές πόρτες, όσο και για τα λαϊκά στρώματα των ευρωπαϊκών χωρών, μέρος των οποίων αισθάνεται ότι έχει θιγεί, δικαίως ή αδίκως. Αυτά τα αισθήματα, υπογράμμισε, έχουν αντίκτυπο και στις πολιτικές εξελίξεις.

Ο κ. Παναγιωτόπουλος εκτίμησε τέλος ότι οι πολίτες αναζητούν πλέον την επιστροφή της κρατικής πολιτικής και της κρατικής εξουσίας. Το κρίσιμο, κατά την άποψή του, είναι αυτή η επιστροφή να γίνει με δημοκρατικούς όρους, χωρίς αυταρχισμό, συντηρητισμό και ρατσισμό. Όπως το έθεσε, ζητούμενο είναι μια «ήπια απονεοφιλελευθεροποίηση», που θα δημιουργήσει ξανά τις προϋποθέσεις για ισχυρότερους κοινωνικούς δεσμούς.

Πηγή: skai.gr
3 0 Bookmark

Απόρρητο