Έξι μήνες μετά, ο πόλεμος με το Ιράν άλλαξε τη Μέση Ανατολή - Όχι όπως ήλπιζαν οι «αρχιτέκτονές» του

Ο πόλεμος ανέδειξε τα κενά στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας και ενίσχυσε τις αμφιβολίες για την αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων, ιδιαίτερα στις χώρες του Κόλπου

Ιράν
Συνοπτικά από ΣΚΑΪ AI toggle
  • Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν, ο περιφερειακός χάρτης ασφαλείας στη Μέση Ανατολή έχει αλλάξει, αλλά όχι σύμφωνα με τις αρχικές επιδιώξεις, καθώς έχουν αναδειχθεί κενά στην ασφαλεία και αμφιβολίες για την αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων, ιδιαίτερα στις χώρες του Κόλπου.
  • Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν αντέδρασε επιβιώνοντας από δολοφονίες ηγετικών στελεχών και έντονους βομβαρδισμούς, ενώ απέκτησε το Στενό του Ορμούζ ως σημαντικό μέσο πίεσης στην περιοχή.
  • Το Ισραήλ προκάλεσε σημαντικές ζημιές στους αντιπάλους του χωρίς όμως να επιτύχει ολοκληρωτική νίκη, ενώ η συντριβή των ελπίδων για εξομάλυνση σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία και ο κίνδυνος ρήξης με τις ΗΠΑ επιδεινώνουν τη στρατηγική του θέση.

Έξι μήνες μετά τον πόλεμο που εξαπέλυσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ κατά του Ιράν, με στόχο να αναδιαμορφώσουν τη Μέση Ανατολή μέσω της στρατιωτικής ισχύος, το τοπίο ασφαλείας στην περιοχή έχει πράγματι αλλάξει, όχι όμως με τον τρόπο που ήλπιζαν. Ο πόλεμος ανέδειξε τα κενά στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας και ενίσχυσε τις αμφιβολίες για την αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων, ιδιαίτερα στις χώρες του Κόλπου.

Η Ισλαμική Δημοκρατία επέζησε από τις δολοφονίες κορυφαίων στελεχών της ηγεσίας της και από εβδομάδες σφοδρών βομβαρδισμών, ενώ ανακάλυψε στο Στενό του Ορμούζ ένα ισχυρό μέσο πίεσης. Την ίδια ώρα, τα αραβικά κράτη του Κόλπου είδαν να αποκαλύπτονται ανησυχητικά κενά στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας, στην οποία βασίζονται εδώ και δεκαετίες και ορισμένα αρχίζουν πλέον να αναζητούν εναλλακτικές.

Το Ισραήλ κατάφερε για ακόμη μία φορά να επιφέρει βαριά πλήγματα στους εχθρούς του, χωρίς όμως να τους νικήσει. Και έπειτα από σχεδόν τρία χρόνια πολέμου στη Γάζα και νέες καταλήψεις εδαφών, κινδυνεύει με μια ρήξη ιστορικών διαστάσεων με τις ΗΠΑ, τον στενότερο σύμμαχό του. Παράλληλα, οι ελπίδες για εξομάλυνση των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία, έναν ακόμη διαχρονικό στόχο της Ουάσιγκτον και του Ισραήλ, έχουν εξασθενήσει ακόμη περισσότερο.

Όταν ΗΠΑ και Ισραήλ επιτέθηκαν στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, ήλπιζαν να ανατρέψουν τη θρησκευτική ηγεσία της χώρας και να την αντικαταστήσουν με μια φιλοδυτική κυβέρνηση. Αντ' αυτού, βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα «σκληρότερο και πολύ ριζοσπαστικό καθεστώς», σύμφωνα με την Μπάρμπαρα Λιφ, πρώην πρέσβειρα και υφυπουργό Εξωτερικών αρμόδια για τη Μέση Ανατολή επί κυβέρνησης Μπάιντεν.

«Θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστεί, για να το θέσω όσο πιο ήπια γίνεται», δήλωσε.

Όπως εκτίμησε, η αυτοπεποίθηση του Ιράν «έχει αυξηθεί με την πάροδο των μηνών, καθώς θεωρεί ότι όχι μόνο μπορεί να επιβιώσει, αλλά μπορεί και να επικρατήσει, να επανακαθορίσει το περιφερειακό τοπίο».

Πριν από τον πόλεμο, το Ιράν βρισκόταν σε δεινή θέση 

Κατά την περίοδο που προηγήθηκε του πολέμου, η Ισλαμική Δημοκρατία φαινόταν πιο ευάλωτη από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά την εισβολή του Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν το 1980.

Το ιρανικό νόμισμα είχε καταρρεύσει, πυροδοτώντας ορισμένες από τις μεγαλύτερες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στην ιστορία της χώρας. Οι κινητοποιήσεις καταπνίγηκαν βίαια τον Ιανουάριο, με χιλιάδες νεκρούς.

Το Ισραήλ και οι ΗΠΑ είχαν πλήξει τις στρατιωτικές και πυρηνικές εγκαταστάσεις της χώρας κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης των 12 ημερών το προηγούμενο καλοκαίρι, ενώ οι ένοπλες οργανώσεις που υποστήριζε είχαν υποστεί καίρια πλήγματα στους πολέμους που ακολούθησαν την επίθεση της Χαμάς από τη Γάζα, στις 7 Οκτωβρίου 2023.

Ωστόσο, το σκηνικό άρχισε να αλλάζει λίγο μετά τα πρώτα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα. Οι ηγέτες του Ιράν που σκοτώθηκαν αντικαταστάθηκαν γρήγορα, ενώ οι Ιρανοί πολίτες, που αναζητούσαν καταφύγιο από τους βομβαρδισμούς, αγνόησαν τις εκκλήσεις των επιτιθέμενων να εξεγερθούν εκ νέου κατά του καθεστώτος.

Το Ιράν έκλεισε ουσιαστικά το Στενό του Ορμούζ, μια κρίσιμη εμπορική οδό για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, και εξαπέλυσε επιθέσεις εναντίον χωρών του Κόλπου που φιλοξενούν αμερικανικά στρατεύματα, προκαλώντας αναστάτωση στην παγκόσμια οικονομία. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ συμφώνησε σε κατάπαυση του πυρός τον Απρίλιο και υπέγραψε συμφωνία με το Ιράν τον Ιούνιο, η οποία όμως κατέρρευσε λίγες εβδομάδες αργότερα.

Το Ιράν είναι πλέον αποφασισμένο να ασκήσει μόνιμο έλεγχο στο Στενό και να το αξιοποιήσει για να αποτρέψει μελλοντικές επιθέσεις και να αποσπάσει περαιτέρω παραχωρήσεις, χωρίς ωστόσο να υποχωρεί στο ζήτημα του πυρηνικού του προγράμματος. Πρόκειται για ένα ριψοκίνδυνο στοίχημα, ιδίως καθώς οι ΗΠΑ εντείνουν τον αποκλεισμό και προαναγγέλλουν νέες κυρώσεις κατά της ήδη πληγείσας ιρανικής οικονομίας.

«Το Ιράν απέδειξε ότι το Ορμούζ τού προσφέρει σημαντική διαπραγματευτική ισχύ, όμως η παρατεταμένη διατάραξη της ναυσιπλοΐας πλήττει παράλληλα τους γείτονές του, την Κίνα και την παγκόσμια οικονομία, ενώ ενθαρρύνει την αναζήτηση εναλλακτικών οδών», δήλωσε ο Γιοέλ Γκουζάνσκι, ειδικός σε θέματα Ιράν και Κόλπου στο Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ.

«Ο κίνδυνος για την Τεχεράνη είναι να συγχέει την ικανότητά της να επιβιώνει με τη νίκη και να απαιτεί περισσότερα από όσα μπορεί να της εξασφαλίσει η διαπραγματευτική της ισχύς», πρόσθεσε.

Οι χώρες του Κόλπου αμφισβητούν πλέον τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας

Εδώ και δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δεσμευτεί να προστατεύουν τις πλούσιες πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Κόλπου από εξωτερικές απειλές, στηριζόμενες σε ένα εκτεταμένο δίκτυο στρατιωτικών βάσεων σε ολόκληρη την περιοχή.

Η αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας συνέβαλε στη σταθερότητα των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών, λειτούργησε αποτρεπτικά αρχικά απέναντι στο Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν και αργότερα απέναντι στο Ιράν, ενώ συνέβαλε ώστε τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλες χώρες του Κόλπου να εξελιχθούν σε νησίδες ευημερίας μέσα σε μια ιδιαίτερα ασταθή περιοχή.

Η αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας είχε δοκιμαστεί και στο παρελθόν, ποτέ όμως σε τέτοιο βαθμό.

Το Ιράν απάντησε στις επιθέσεις του Ισραήλ, αλλά έστρεψε πυραύλους και drones και εναντίον χωρών του Κόλπου που ήλπιζαν να μείνουν έξω από τον πόλεμο. Έπληξε αμερικανικές βάσεις και κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, δοκιμάζοντας τις δυνατότητες της αεράμυνας και εξαντλώντας μέρος των αμερικανικών αποθεμάτων προηγμένων αναχαιτιστικών πυραύλων.

Απαντώντας στα πλήγματα σε μη στρατιωτικές υποδομές, το Ιράν επιτέθηκε σε μονάδες αφαλάτωσης γειτονικών χωρών. Οι επιθέσεις ενίσχυσαν τους φόβους ότι ένας πόλεμος που ξεκίνησε χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τις χώρες του Κόλπου θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταστροφικά πλήγματα στις υποδομές ύδρευσης και ηλεκτροδότησής τους.

«Το γεγονός ότι ο πόλεμος ξεκίνησε χωρίς σαφή πολιτικό στόχο και παρά τις αντιρρήσεις βασικών εταίρων στην περιοχή, καθώς και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για ένα “plan Β” μετά την αποτυχία των αρχικών επιθέσεων να ανατρέψουν το ιρανικό καθεστώς, είναι πιθανό να κλονίσει την εμπιστοσύνη προς τις ΗΠΑ σε ολόκληρη την περιοχή και ίσως χρειαστεί αρκετός χρόνος για να αποκατασταθεί», δήλωσε ο Κρίστιαν Κόουτς Ούλριχσεν, ειδικός σε θέματα Κόλπου στο Baker Institute for Public Policy του Πανεπιστημίου Rice.

Τον περασμένο μήνα, η Σαουδική Αραβία προχώρησε σε νέα αμυντική συμφωνία με το Πακιστάν και την Τουρκία, σε μια πρώτη ένδειξη ότι ακόμη και παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ ενδέχεται να αρχίσουν να αναζητούν νέες συμμαχίες και εναλλακτικές εγγυήσεις ασφαλείας. Ωστόσο, οι επιλογές τους παραμένουν περιορισμένες.

«Το δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι χώρες του Κόλπου είναι ότι δεν υπάρχει πραγματικά βιώσιμη εναλλακτική απέναντι στο πλήρες πλέγμα αμυντικών σχέσεων και εγγυήσεων ασφαλείας που τους παρέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες», δήλωσε ο Ούλριχσεν.

Το Ισραήλ πλήττει τους εχθρούς του, αλλά κινδυνεύει να χάσει τον στενότερο σύμμαχό του

Η υποστηριζόμενη από το Ιράν Χεζμπολάχ του Λιβάνου εκτόξευσε πυραύλους εναντίον του Ισραήλ λίγες ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου, προκαλώντας σφοδρά ισραηλινά αεροπορικά αντίποινα και μια νέα χερσαία εισβολή. Το Ισραήλ έχει καταλάβει εκ νέου μεγάλες εκτάσεις του νότιου Λιβάνου, διευρύνοντας τα εδάφη που έχει θέσει υπό τον έλεγχό του μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου.

Οι πολυάριθμες τακτικές νίκες του έχουν, ωστόσο, ολοένα μεγαλύτερο κόστος σε επίπεδο διεθνούς απομόνωσης. Το Ισραήλ έχει κατηγορηθεί ευρέως για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει κατηγορηθεί από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, κατηγορίες τις οποίες το Ισραήλ απορρίπτει κατηγορηματικά.

Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί στο Ισραήλ η πρωτοφανής υποχώρηση της υποστήριξης προς τη χώρα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η τάση αυτή επιταχύνθηκε καθώς ορισμένοι επικριτές του άρχισαν να θεωρούν ότι το Ισραήλ παρέσυρε τις ΗΠΑ σε έναν ακόμη πόλεμο στη Μέση Ανατολή, μια αντίληψη την οποία κατά καιρούς έχει ενισχύσει και η ίδια η κυβέρνηση Τραμπ.

Καθώς ο πόλεμος οδηγήθηκε σε αδιέξοδο στη διάρκεια του καλοκαιριού, επικριτές του Ισραήλ κέρδισαν σε προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών σε διάφορες περιοχές των ΗΠΑ, ενώ περισσότεροι από τους μισούς Δημοκρατικούς στη Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισαν υπέρ της περικοπής της βοήθειας προς το Ισραήλ. Παράλληλα, αυξάνεται η κριτική προς το Ισραήλ και από τη δεξιά.

Πέρα από την επιδείνωση του κλίματος στις ΗΠΑ, περιορίζονται και οι προοπτικές ενίσχυσης των σχέσεων του Ισραήλ με άλλες χώρες. Η εξομάλυνση των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία φαίνεται πλέον ακόμη πιο μακρινή.

«Οι συγκρούσεις που έχουν σαρώσει την περιοχή μετά την 7η Οκτωβρίου έχουν οδηγήσει τους αξιωματούχους της Σαουδικής Αραβίας να θεωρούν ότι η σημερινή ισραηλινή ηγεσία συμβάλλει στην περιφερειακή αστάθεια και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί αυτή τη στιγμή βιώσιμο διπλωματικό εταίρο», δήλωσε ο Ούλριχσεν.


 

Πηγή: skai.gr
7 0 Bookmark

Απόρρητο