Τα περισσότερα είδη άγριων μελισσών στην Ευρώπη εξακολουθούν να βρίσκονται σε παρακμή

Οι κυβερνήσεις δεν έχουν επιτύχει ούτε έναν στόχο του ΟΗΕ για τη φύση από τότε που θεσπίστηκε η Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα, στη Βραζιλία, το 1992

Μέλισσες

Καθώς ξεκινά η COP17, τα στοιχεία που έχουν καταγραφεί από το 1921 δείχνουν ότι σε όλες τις περιοχές της Ευρώπης, εκτός από τις Άλπεις, τα είδη μελισσών που μειώνονται είναι περισσότερα από εκείνα που αυξάνονται.

Τα περισσότερα είδη άγριων μελισσών στην Ευρώπη, καθώς και περίπου τα μισά είδη συρφίδων (μυγών που μοιάζουν με μέλισσες), έχουν παρουσιάσει μείωση κατά τον τελευταίο αιώνα, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε καθώς ξεκινά στην Αρμενία μια σύνοδος κορυφής του ΟΗΕ για τη βιοποικιλότητα.

Τα στοιχεία που έχουν καταγραφεί από το 1921 δείχνουν ότι σε όλες τις περιοχές της Ευρώπης, εκτός από την περιοχή των Άλπεων, τα είδη μελισσών που μειώνονται είναι περισσότερα από εκείνα που αυξάνονται. Σύμφωνα με τη μελέτη, ο πλούτος των ειδών μελισσών και συρφίδων παρουσίασε σταθερή πτώση στις περιοχές του Ατλαντικού και της Ηπειρωτικής Ευρώπης, αν και σε άλλες περιοχές οι τάσεις ήταν μεικτές ή ακόμη και θετικές.

Τα δεδομένα, τα οποία καλύπτουν το 88% των ειδών μελισσών και συρφίδων σε ολόκληρη την ήπειρο, υποδηλώνουν ότι οι κοινότητες των επικονιαστών έχουν αναδιαμορφωθεί λόγω της «σταδιακής απώλειας ευαίσθητων ειδών και της επικράτησης λίγων ανθεκτικών ειδών», σύμφωνα με τους επιστήμονες. Οι ίδιοι προειδοποίησαν ότι, εάν δεν αντιμετωπιστούν οι υφιστάμενες τάσεις, ενδέχεται να προκύψουν «βαθύτερες διαταραχές στη λειτουργία των οικοσυστημάτων».

Σχεδόν το 90% των άγριων ανθοφόρων φυτών, καθώς και περισσότερα από τα τρία τέταρτα των σημαντικότερων κατηγοριών καλλιεργειών για την παραγωγή τροφίμων, εξαρτώνται εν μέρει από την επικονίαση από ζώα. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) έχει προειδοποιήσει ότι η μείωση των επικονιαστών προκαλεί μια αλυσιδωτή αντίδραση, η οποία απειλεί την άγρια ζωή και αποδυναμώνει την ικανότητα των οικοσυστημάτων να αντεπεξέρχονται στην κλιματική αλλαγή και στις περιβαλλοντικές πιέσεις.

Ο Carlos Martínez-Núñez, οικολόγος στο Ισπανικό Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, δήλωσε ότι τα ευρήματα δείχνουν πως η απώλεια της βιοποικιλότητας μπορεί να παραμένει αφανής πίσω από αριθμούς ειδών που φαίνονται σταθεροί, «δίνοντάς μας μια κρίσιμη ευκαιρία να δράσουμε προτού σημειωθούν περαιτέρω μειώσεις».

«Το γεγονός ότι ορισμένα είδη αυξάνονται σήμερα δεν σημαίνει ότι θα συνεχίσουν να ευημερούν καθώς εντείνονται η κλιματική αλλαγή και η απώλεια των ενδιαιτημάτων», πρόσθεσε.

Τα ευρήματα δημοσιοποιούνται καθώς διπλωμάτες συγκεντρώνονται στο Γερεβάν για τη 17η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για τη Βιοποικιλότητα. Η σύνοδος, γνωστή ως COP17, θα επικεντρωθεί στη διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση του φυσικού κόσμου, καθώς και στον δίκαιο επιμερισμό των οφελών που προκύπτουν από τους γενετικούς πόρους.

Η μελέτη διαπίστωσε ότι το 91% των ειδών που είχαν καταγραφεί κατά τον τελευταίο αιώνα είχε επίσης καταγραφεί τουλάχιστον μία φορά στη σύγχρονη περίοδο, μεταξύ 2001 και 2020. Αν και αυτό υποδηλώνει ότι έως και το 9% των ειδών ενδέχεται να έχει εξαφανιστεί από την Ευρώπη, πολλά από τα είδη που δεν έχουν εντοπιστεί πρόσφατα εμφανίζονταν σπάνια ακόμη και στις ιστορικές καταγραφές. Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές δήλωσαν ότι «δεν αναμένουν να έχουν σημειωθεί ακόμη εκτεταμένες εξαφανίσεις».

Ωστόσο, η παρουσία των ειδών στις επιμέρους τοποθεσίες, δηλαδή η πιθανότητα εντοπισμού ενός είδους σε μια συγκεκριμένη περιοχή, είχε μειωθεί στις περισσότερες περιπτώσεις.

Η Ainhoa Magrach, ερευνήτρια περιβαλλοντικών θεμάτων στο Βασκικό Κέντρο για την Κλιματική Αλλαγή (BC3), η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, δήλωσε ότι αυτή «επιβεβαιώνει όσα υποψιαζόμασταν εδώ και καιρό: πολλά είδη επικονιαστών χάνουν πληθυσμούς και η μείωση δεν επηρεάζει όλα τα είδη με τον ίδιο τρόπο».

«Μέχρι σήμερα, τα περισσότερα στοιχεία προέρχονταν από λίγες χώρες της βορειοδυτικής Ευρώπης, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο και η Ολλανδία», ανέφερε. «Η συγκεκριμένη εργασία δείχνει ότι το φαινόμενο επεκτείνεται σε ολόκληρη την ήπειρο, αν και υπάρχουν ορισμένες περιφερειακές διαφοροποιήσεις».

Η άγρια ζωή εξαφανίζεται με πρωτοφανή ρυθμό, καθώς οι άνθρωποι καταστρέφουν τους φυσικούς οικοτόπους, χρησιμοποιούν φυτοφάρμακα και μεταβάλλουν τις καιρικές συνθήκες μέσω της ρύπανσης που θερμαίνει τον πλανήτη. Παρά τις εκτεταμένες συνέπειες για την ανθρωπότητα, στις οποίες περιλαμβάνονται οι απειλές για τα συστήματα παραγωγής τροφίμων και η περαιτέρω αποσταθεροποίηση του κλίματος, οι κυβερνήσεις δεν έχουν επιτύχει ούτε έναν στόχο του ΟΗΕ για τη φύση από τότε που θεσπίστηκε η Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα, στο Ρίο ντε Τζανέιρο, το 1992.

Η σύνοδος COP17 αναμένεται να επικεντρωθεί στην αξιολόγηση της προόδου ως προς τους στόχους που έχουν τεθεί για αυτή τη δεκαετία. Σε αυτούς περιλαμβάνονται:

- Η προστασία του 30% της χερσαίας και θαλάσσιας έκτασης του πλανήτη.
- Η μεταρρύθμιση επιδοτήσεων ύψους 500 δισ. δολαρίων (375 δισ. λιρών) που προκαλούν περιβαλλοντική ζημιά.
- Η αποκατάσταση του 30% των υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων του πλανήτη.

Πηγή: skai.gr
9 0 Bookmark

Απόρρητο