Ο ενεργειακός πόλεμος της Ευρώπης: Από τη ρωσική εξάρτηση στην πλήρη απεξάρτηση

Ο πόλεμος στην Ουκρανία προκάλεσε μια πρωτοφανή αναδιάταξη των ενεργειακών ροών, ωθώντας την Ευρώπη σε μια βίαιη απεξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα

Ενέργεια

Της Εύας Πλιάκα και του Χρήστου Γαδ

Τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ο παγκόσμιος ενεργειακός χάρτης δεν θυμίζει σε τίποτα το 2021. Ο πόλεμος προκάλεσε μια πρωτοφανή αναδιάταξη των ενεργειακών ροών, ωθώντας την Ευρώπη σε μια βίαιη απεξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα.

Με κύριο γνώμονα την ενεργειακή θωράκισή της, η ΕΕ απάντησε με μια γρήγορη στρατηγική στροφή προς το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), την ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών και την αυστηρή ενεργειακή εξοικονόμηση, στο πλαίσιο της Διακήρυξης των Βερσαλλιών της 11ης Μαρτίου 2022.

Παρότι οι δράσεις αυτές οδήγησαν σε σημαντική μείωση των εισαγωγών ενέργειας από τη Ρωσία, δεν έχει ακόμη επιτευχθεί η πλήρης απεξάρτηση της Ευρώπης. Έτσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τον Μάιο του 2025 τον χάρτη πορείας REPowerEU, ως συνέχεια του σχεδίου του 2022, με νέες δράσεις για τον πλήρη τερματισμό των υπόλοιπων εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου και την αντικατάσταση των ρωσικών πυρηνικών καυσίμων, με καύσιμα από ευρωπαϊκές πηγές, όπου είναι δυνατόν. Ο σχετικός κανονισμός εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2026. 

Πριν από τον Φεβρουάριο του 2022, η Ρωσία ήταν ο βασικός ενεργειακός πυλώνας της Ευρώπης, καθώς κάλυπτε περίπου το 45% των εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ, ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής αργού πετρελαίου του μπλοκ, με μερίδιο κοντά στο 30%, και παρείχε περίπου το ήμισυ των αναγκών της σε άνθρακα.

Σήμερα, χάρη στα μέτρα του REPowerEU και τις κυρώσεις της ΕΕ, η Ευρώπη έχει μηδενίσει τις εισαγωγές ρωσικού άνθρακα, ενώ οι εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου έχουν περιοριστεί δραστικά.

Φυσικό αέριο: Η πιο οδυνηρή ρήξη

Η απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο έχει εξελιχθεί στη μεγαλύτερη ενεργειακή πρόκληση για την ήπειρο, καθώς παρά τα αλλεπάλληλα μέτρα για τον περιορισμό των εισαγωγών από τη Ρωσία εξακολουθεί να καλύπτει σημαντικό μέρος των αναγκών της από τη Μόσχα.

Το μερίδιο της Ρωσίας στις ευρωπαϊκές εισαγωγές φυσικού αερίου μέσω αγωγών μειώθηκε από περίπου 40% το 2021 σε περίπου 6% το 2025. Ωστόσο, αν συνυπολογιστεί και το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), τότε η Ρωσία εξακολουθούσε να καλύπτει περίπου το 12% των συνολικών εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ το 2025.

Η Νορβηγία, η οποία ήταν ήδη ο κύριος προμηθευτής της ΕΕ στις αρχές του 2022, ενίσχυσε περαιτέρω τη θέση της και από το τέταρτο τρίμηνο του 2024 και μετά, περίπου το ήμισυ των εισαγωγών φυσικού αερίου σε αέρια μορφή της ΕΕ προερχόταν από τη Νορβηγία.

Τον Ιανουάριο του 2026, το Συμβούλιο της ΕΕ υιοθέτησε κανονισμό που απαγορεύει τόσο τις εισαγωγές ρωσικού LNG όσο και τις εισαγωγές μέσω αγωγών, με ισχύ από τις 18 Μαρτίου 2026. Η ΕΕ συμφώνησε σε πλήρη κατάργηση όλων των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έως το τέλος του 2027, επιδιώκοντας μια μόνιμη αναδιάταξη του ενεργειακού της προσανατολισμού.

Έτσι, τα περίπου 35 δισ. κυβικά μέτρα ρωσικού φυσικού αερίου που εξακολουθούν να εισάγονται ετησίως στην ΕΕ αναμένεται να αποσυρθούν πλήρως από την ευρωπαϊκή αγορά μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, στο πλαίσιο της στρατηγικής πλήρους απεξάρτησης. Αυτό σημαίνει ότι τα περίπου 10 δισ. ευρώ που δαπανά η Ένωση ετησίως για το συγκεκριμένο αέριο δεν θα κατευθύνονται πλέον στη Ρωσία, στερώντας από τη Μόσχα έναν σημαντικό χρηματοδοτικό πόρο.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κατηγορούνται ότι συνεχίζουν να τροφοδοτούν οικονομικά τον πόλεμο του Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία, καθώς νέα στοιχεία δείχνουν ότι το Κρεμλίνο εισέπραξε περίπου 7,2 δισ. ευρώ το 2025 από τις εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) προς την ΕΕ. Παρότι οι Βρυξέλλες έχουν δεσμευτεί να απαγορεύσουν τις εισαγωγές ρωσικού LNG έως το 2027, ανάλυση δείχνει ότι οι ροές από το συγκρότημα LNG της Ρωσίας στη χερσόνησο Γιαμάλ της Σιβηρίας συνεχίζονται χωρίς ουσιαστική μείωση, με μεγάλες ποσότητες να καταλήγουν κανονικά σε ευρωπαϊκά λιμάνια.

Από τη ρωσική εξάρτηση στην αμερικανική κυριαρχία στο LNG

Τα στοιχεία καταδεικνύουν ωστόσο, τη δραστική διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού της ΕΕ. Το 2025, η Ένωση εισήγαγε πάνω από 140 δισ. κυβικά μέτρα (bcm) υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), σύμφωνα με στοιχεία του ινστιτούτου Bruegel.

Οι ΗΠΑ, οι οποίες αντιπροσώπευαν το 24% των εισαγωγών LNG της ΕΕ στις αρχές του 2021, αύξησαν το μερίδιό τους σε 60% μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 2025 και έχουν αναδειχθεί στον μεγαλύτερο προμηθευτή της Ένωσης, επιβεβαιώνοντας τη σαφή μετατόπιση της Ευρώπης από τη ρωσική εξάρτηση προς την αμερικανική αγορά.

Αντίθετα, το μερίδιο της Ρωσίας μειώθηκε από 21% το πρώτο τρίμηνο του 2021 σε 13% το τρίτο τρίμηνο του 2025, με τη Μόσχα να παραμένει ωστόσο ο δεύτερος μεγαλύτερος προμηθευτής της ΕΕ, αν και το χάσμα με τον κύριο εταίρο διευρύνθηκε σημαντικά.

Οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς LNG εντός της ΕΕ είναι:

  • Γαλλία
  • Ισπανία
  • Ιταλία
  • Ολλανδία
  • Βέλγιο

Μέρος των ποσοτήτων που εισάγονται σε αυτές τις χώρες επανεξάγεται στη συνέχεια σε άλλα κράτη.

Πετρέλαιο: Εμπάργκο, πλαφόν και κατάρρευση των ρωσικών προμηθειών

Στο πετρέλαιο, η απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία ήταν πιο δραστική. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η συμμετοχή του ρωσικού αργού στις εισαγωγές πετρελαίου της ΕΕ σχεδόν εξαλείφθηκε στα τέσσερα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την εισβολή του Κρεμλίνου στην Ουκρανία.

Το μερίδιο ρωσικών εισαγωγών πετρελαίου από περίπου 27% στις αρχές του 2022 συρρικνώθηκε σε λιγότερο από 3% το 2025, με μόλις δύο χώρες να συνεχίζουν τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου.

H πτώση αυτή οφείλεται κυρίως στην απαγόρευση των ναυτιλιακών εισαγωγών ρωσικού αργού και προϊόντων διύλισης που αποφάσισε η ΕΕ στο πλαίσιο των κυρώσεων μετά την εισβολή, καθώς και στις προσπάθειες διαφοροποίησης των προμηθευτών ενέργειας.

Από την έναρξη της ρωσικής εισβολής το 2022, η ΕΕ, οι χώρες της Ομάδας των Επτά (G7) και η Αυστραλία επέβαλαν κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο ως απάντηση για την εισβολή στην Ουκρανία. Συγκεκριμένα, αποφάσισαν την επιβολή ανώτατου ορίου τιμής στο διακινούμενο διά θαλάσσης ρωσικό πετρέλαιο αλλά και κυρώσεις σε όποιον διευκολύνει τη μεταφορά, όπως ναυτιλιακές, ασφαλιστικές και χρηματοδοτικές εταιρείες. Το 2023 μάλιστα, η ΕΕ απαγόρευσε την πρόσβαση σε ευρωπαϊκά λιμάνια σε πλοία που παραβιάζουν το πλαφόν τιμής ή απενεργοποιούν τα συστήματα εντοπισμού τους σε μια προσπάθεια να ελέγξει τις ρωσικές εξαγωγές μέσω του «σκιώδους» στόλου. 

Το πλαφόν τιμής στο ρωσικό πετρέλαιο τέθηκε σε ισχύ στις 5 Δεκεμβρίου 2022 για το αργό πετρέλαιο και στις 5 Φεβρουαρίου 2023 για τα διυλισμένα προϊόντα. Το ανώτατο όριο ορίστηκε αρχικά στα 60 δολάρια ανά βαρέλι για το αργό, ενώ καθορίστηκαν ξεχωριστά όρια για τα προϊόντα υψηλής αξίας, όπως το ντίζελ (στα 100 δολάρια), και χαμηλής αξίας, όπως το μαζούτ (στα 45 δολάρια).

Στο πλαίσιο του 18ου πακέτου κυρώσεων, η ΕΕ ενεργοποίησε από τις 15 Ιανουαρίου 2026 τον νέο μηχανισμό για το πλαφόν στο ρωσικό αργό, μειώνοντάς το στα 44,10 δολάρια ανά βαρέλι από την 1η Φεβρουαρίου. Ο μηχανισμός διασφαλίζει ότι το ανώτατο όριο θα παραμένει 15% χαμηλότερα από τη μέση τιμή του ρωσικού Urals, ενισχύοντας την πίεση στα ενεργειακά έσοδα της Μόσχας.

Οι χώρες της G7 και της ΕΕ συζητούν τώρα το επόμενο βήμα, ήτοι την αντικατάσταση του πλαφόν με πλήρη απαγόρευση πρόσβασης της Ρωσίας σε δυτικές ναυτιλιακές υπηρεσίες, στοχεύοντας στα έσοδα που χρηματοδοτούν τον πόλεμο.

Άνθρακας τέλος

Όσον αφορά τις προμήθειες άνθρακα της ΕΕ από τη Ρωσία, όπως προαναφέρθηκε, έχουν μηδενιστεί. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, το τρίτο τρίμηνο του 2025, η Αυστραλία (36,3%) ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής άνθρακα της Ένωσης. Ακολουθούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες (30,7%) και το Καζακστάν (9,7%). 

Η Ελλάδα ενεργειακή πύλη

Καταλυτικό ρόλο στην ενεργειακή στροφή της Ευρώπης -και κυρίως στην απεξάρτηση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης- έχει διαδραματίσει και η Ελλάδα, η οποία έχει εξελιχθεί από απλό καταναλωτή ενέργειας σε ενεργειακή πύλη (hub) για όλη τη χερσόνησο των Βαλκανίων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ (Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου), η Ελλάδα κατάφερε να μειώσει δραστικά την εξάρτησή της από την Gazprom. Πριν από τον πόλεμο (2021), το ρωσικό αέριο κάλυπτε περίπου το 40%-45% των εισαγωγών της χώρας, ενώ το 2024-2025 το ποσοστό αυτό έπεσε κάτω από το 15%-20% σε επίπεδο έτους, με τάση περαιτέρω μείωσης, καθώς το ρωσικό αέριο αντικαθίσταται από LNG (υγροποιημένο φυσικό αέριο).

Ο τερματικός σταθμός της Ρεβυθούσας έχει καταστεί η κρισιμότερη πύλη εισόδου για το LNG, με τις ΗΠΑ (πάνω από 50% των φορτίων) και την Αίγυπτο να αποτελούν τους βασικούς προμηθευτές, καλύπτοντας το κενό που άφησε ο ρωσικός αγωγός που περνάει από το Σιδηρόκαστρο.

Παράλληλα, η Ελλάδα συμβάλλει, όπως προαναφέρθηκε, στην απεξάρτηση των Βαλκανίων από τη Ρωσία. Ο ελληνοβουλγαρικός αγωγός IGB επέτρεψε στη Βουλγαρία να σταματήσει πλήρως τις εισαγωγές από τη Ρωσία, τροφοδοτώντας την με αζέρικο αέριο μέσω Ελλάδας.

Ενώ ο αγωγός TAP, εξασφαλίζει τη σταθερή ροή φυσικού αερίου από το Αζερμπαϊτζάν παρέχοντας μια εναλλακτική πηγή που δεν επηρεάζεται από τις ρωσικές γεωπολιτικές πιέσεις.

Η δε νέα πλωτή μονάδα αποθήκευσης και αεριοποίησης FSRU Αλεξανδρούπολης που ξεκίνησε τη λειτουργία της το 2024, αποτελεί πλέον τη νέα «είσοδο» για το αμερικανικό LNG προς τη Μολδαβία, την Ουκρανία και την Κεντρική Ευρώπη (μέσω του Κάθετου Διαδρόμου).

Πηγή: skai.gr
11 0 Bookmark