- Η Συμφωνία του Μονάχου το 1938 έδειξε ότι οι εδαφικές παραχωρήσεις υπό πίεση δεν εξασφαλίζουν πραγματική ειρήνη.
- Σήμερα, οι συζητήσεις για δημοψήφισμα που θα αφορά την παραχώρηση ουκρανικών εδαφών προκαλούν φόβους υπονόμευσης της κυριαρχίας της Ουκρανίας.
- Το δίλημμα είναι πώς θα αποφευχθεί η κλιμάκωση χωρίς να επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος.
Του Στάθη Κετιτζιάν
Η ιστορία συχνά λειτουργεί ως καθρέφτης για το παρόν, υπενθυμίζοντάς μας ότι οι αποφάσεις που φαίνονται «ειρηνευτικές» μπορεί να έχουν καταστροφικές συνέπειες. Το 1938, ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν επέστρεψε στο Λονδίνο δηλώνοντας ότι η υπογραφή της Συμφωνίας του Μονάχου, σύμφωνα με την οποία η ναζιστική Γερμανία προσάρτησε τη Σουδητία της Τσεχοσλοβακίας, είχε φέρει «ειρήνη στην εποχή μας». Λίγους μήνες αργότερα, ο Χίτλερ κατέλαβε ολόκληρη την Τσεχοσλοβακία, αποδεικνύοντας ότι οι υποσχέσεις του «Μονάχου» ήταν κενές.
Σήμερα, υπάρχουν ανησυχίες ότι η Ουκρανία βρίσκεται μπροστά σε ένα παρόμοιο δίλημμα, καθώς εντείνονται το τελευταίο διάστημα οι συζητήσεις για ενδεχόμενο δημοψήφισμα που θα αφορά την παράδοση ουκρανικών εδαφών στη Ρωσία, με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφαλείας για τη χώρα. Η πιθανότητα ενός τέτοιου δημοψηφίσματος έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τόσο στο Κίεβο όσο και στη διεθνή κοινότητα, ενώ εγκυμονούν κίνδυνοι για την υπονόμευση της κυριαρχίας της Ουκρανίας.
Ο παραλληλισμός με τον Τσάμπερλεν δεν είναι τυχαίος. Τότε, οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης πίεσαν την Τσεχοσλοβακία να αποδεχθεί την παραχώρηση κρίσιμων εδαφών, με αντάλλαγμα τη φαινομενική ασφάλειά της. Στην πραγματικότητα όμως, η Γερμανία απέκτησε στρατηγικό πλεονέκτημα, και η χώρα βρέθηκε ανυπεράσπιστη απέναντι στην επόμενη φάση της ναζιστικής επιθετικότητας. Σήμερα, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως υπάρχει μια παρόμοια κατάσταση στο μέτωπο της Ουκρανίας: Η παραχώρηση ουκρανικών εδαφών μέσω δημοψηφίσματος υπό εξωτερική πίεση, ακόμη κι αν αυτό θα συνοδεύεται από υποσχέσεις ασφαλείας, μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμη «ηρεμία», αλλά στην πράξη θα αφήνει την Ουκρανία εκτεθειμένη σε μελλοντικές ρωσικές διεκδικήσεις.
Το ιστορικό μάθημα είναι σαφές: Η μονομερής παραχώρηση εδαφών υπό εκβιαστική πίεση δεν σταματά την επιθετικότητα, αλλά την ενισχύει. Στο Μόναχο, η Τσεχοσλοβακία υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη Σουδητία για να αποφευχθεί ο πόλεμος, αλλά η πράξη αυτή ενθάρρυνε τον Χίτλερ να προχωρήσει παραπέρα. Στην Ουκρανία, οποιοδήποτε δημοψήφισμα που θα αφορά την παράδοση εδαφών, ακόμη κι αν θεωρηθεί «νόμιμο» από τη Ρωσία, θα αντιμετωπίζεται με μεγάλη καχυποψία από τη διεθνή κοινότητα καθώς μπορεί να καταστεί εργαλείο νομιμοποίησης της ρωσικής παρουσίας, και όχι εγγύηση ασφαλείας.
Η διεθνής κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν δύσκολο συμβιβασμό: Από τη μία πλευρά υπάρχει η ανάγκη να αποτραπεί μια νέα κλιμάκωση, και από την άλλη η υποχρέωση να μην υπονομευθεί η κυριαρχία ενός ανεξάρτητου κράτους. Η εμπειρία του Μονάχου δείχνει ότι η πίεση για γρήγορη συμφωνία συχνά οδηγεί σε αρνητικά αποτελέσματα. Κάθε παραχώρηση εδαφών χωρίς πραγματική συναίνεση των κατοίκων και χωρίς ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως «πολιτικό όπλο» από τον επιτιθέμενο.
Οι Ουκρανοί πολιτικοί και οι διεθνείς διπλωμάτες βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα δίλημμα: Πώς να διαπραγματευτούν υπό πίεση, χωρίς να επαναληφθεί το «Μονάχο». Η διαφορά με το 1938 είναι ότι σήμερα υπάρχουν διεθνείς μηχανισμοί και οργανισμοί, όπως τα Ηνωμένα Έθνη και η Ευρωπαϊκή Ένωση, που μπορούν να παρακολουθήσουν την τήρηση των όποιων συμφωνιών και να ασκήσουν πίεση για σεβασμό της κυριαρχίας. Ωστόσο, η πίεση για δημοψηφίσματα που θα αφορά εδαφικές παραχωρήσεις παραμένει ένα ακανθώδες ζήτημα, καθώς η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων μπορεί να αμφισβητηθεί, ενώ η ίδια η διαδικασία μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο στρατηγικής νομιμοποίησης της κατοχής.
Στην Ουκρανία, όπως και στην Τσεχοσλοβακία πριν από οκτώ δεκαετίες, η ψευδαίσθηση της ασφάλειας συνιστά σοβαρό κίνδυνο. Οι εγγυήσεις ασφαλείας που συνοδεύουν ένα δημοψήφισμα που πραγματοποιείται υπό πίεση μπορεί να αποδειχθούν ανίσχυρες απέναντι σε μελλοντικές στρατηγικές διεκδικήσεις. Η ιστορία διδάσκει ότι οι επιτιθέμενοι σπάνια τηρούν τις δεσμεύσεις τους όταν έχουν αποκτήσει στρατηγικό πλεονέκτημα.
Εδώ πρέπει να τονιστεί και ο ρόλος της πίεσης του χρόνου και της πολιτικής ρητορικής. Το 1938, η Ευρώπη βιάστηκε να αποφύγει τον πόλεμο, και η γερμανική προπαγάνδα αξιοποίησε την αμηχανία των δυνάμεων για να παρουσιάσει την προσάρτηση ως αναγκαία και αναπόφευκτη. Σήμερα, οι πιέσεις για δημοψηφίσματα ή «εδαφικές διαπραγματεύσεις με αντάλλαγμα ειρήνη» μπορούν να δημιουργήσουν αντίστοιχη ψευδαίσθηση αναγκαιότητας, παρότι οι στρατηγικές συνέπειες για την Ουκρανία θα είναι σοβαρές.
Η σύγκριση με το Μόναχο δεν σημαίνει ότι οι διεθνείς ηγέτες θα επαναλάβουν τα ίδια λάθη, αλλά λειτουργεί ως προειδοποίηση: Η υποχώρηση υπό εκβιαστική πίεση σπάνια οδηγεί σε μακροχρόνια σταθερότητα. Η Ουκρανία βρίσκεται αντιμέτωπη με την πρόκληση του να πρέπει να υπερασπιστεί την κυριαρχία της, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να αποφύγει και την όποια περαιτέρω κλιμάκωση - μια ισορροπία που απαιτεί προσεκτική διπλωματία, διαφανείς διαδικασίες και διεθνή στήριξη.
Εν τέλει, η ιστορική ανάγνωση του «Μονάχου» προσφέρει ένα πολύτιμο μάθημα: Η ειρήνη που χτίζεται πάνω σε παραχωρήσεις υπό εξωτερική πίεση και χωρίς αληθινή συναίνεση είναι εύθραυστη. Κάθε συζήτηση για δημοψήφισμα ή παράδοση εδαφών στην Ουκρανία πρέπει να γίνεται με πλήρη επίγνωση των ιστορικών παραδειγμάτων και των κινδύνων νομιμοποίησης παραβιάσεων κυριαρχίας. Διαφορετικά, η «ειρήνη» που θα επιτευχθεί μπορεί να είναι τόσο ψευδής και εύθραυστη όσο εκείνη που διακήρυξε ο Τσάμπερλεν τον Σεπτέμβριο του 1938.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.