Του Στέφανου Νικολαΐδη
Η Μέση Ανατολή βρίσκεται για ακόμη μία φορά στο επίκεντρο μιας σύγκρουσης που δεν μπορεί να ερμηνευτεί αποκομμένα από το παρελθόν της. Από την εισβολή στο Ιράκ το 2003 μέχρι τη σημερινή ανάφλεξη με επίκεντρο το Ιράν, οι γεωπολιτικές ισορροπίες της περιοχής μεταβάλλονται διαρκώς, δημιουργώντας ένα περίπλοκο πλέγμα συμμαχιών, ανταγωνισμών και στρατηγικών επιδιώξεων που εξακολουθούν να παράγουν κρίσεις με παγκόσμιες προεκτάσεις.
Στο νέο αυτό περιβάλλον, η πρόσφατη αμερικανο-ισραηλινή επίθεση κατά της Τεχεράνης δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά την κορύφωση μιας μακράς αλυσίδας εξελίξεων που ξεκινούν από την ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν και την ενίσχυση της ιρανικής επιρροής στην περιοχή. Παράλληλα, αναδεικνύει τις αντιφάσεις της αμερικανικής στρατηγικής, αλλά και τον καθοριστικό ρόλο του Ισραήλ στη διαμόρφωση των εξελίξεων.
Μιλώντας στα podcast του ΣΚΑΪ και στο skai.gr, ο Κωνσταντίνος Φίλης, διευθυντής Διεθνών Υποθέσεων και καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, αποδομεί τα κυρίαρχα αφηγήματα γύρω από τα αίτια και τους στόχους της σύγκρουσης, φωτίζοντας τη «μεγάλη εικόνα» πίσω από τις εξελίξεις: από τις πραγματικές επιδιώξεις των εμπλεκόμενων δρώντων και τις γεωπολιτικές αντιφάσεις, μέχρι τα κρίσιμα ερωτήματα για την επόμενη ημέρα και το τι μπορεί τελικά να θεωρηθεί «νίκη» σε έναν πόλεμο χωρίς σαφή όρια και βέβαιο τέλος.
Τέτοιες μέρες πριν από 23 χρόνια, τον Μάρτιο του 2003, είχαμε την εισβολή στο Ιράκ από την τότε Συμμαχία των Προθύμων (Coalition of thE Willing), που αποτελείτο από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ολλανδία, τη Δανία (σφουγγοκωλάριο των Αμερικανών για δεκαετίες στην Ευρώπη), την Πορτογαλία και την Ισπανία. Μάλιστα, ο τότε Ισπανός πρωθυπουργός Χοσέ Μαρία Αθνάρ «πλήρωσε» την εκλογή του με την εμπλοκή της χώρας του στην εισβολή στη Βαγδάτη, δεδομένου ότι πραγματοποιήθηκαν και χτυπήματα σε σιδηροδρομικούς σταθμούς στη Μαδρίτη, με αποτέλεσμα ο ίδιος να χάσει τις εκλογές.
Όλα αυτά μπορεί να ανήκουν στο παρελθόν, όμως στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο μακρινά, υπό την έννοια ότι οι εξελίξεις στο Ιράκ πυροδότησαν σε πολύ μεγάλο βαθμό όσα ακολούθησαν, κυρίως ενισχύοντας αισθητά το Ιράν στην περιοχή.
Σημειώνεται πως στο Ιράκ κυριαρχούσε για χρόνια ο αιμοσταγής δικτάτορας Σαντάμ Χουσεΐν, ο οποίος εξέφραζε το σουνιτικό κομμάτι του Ιράκ που είναι μειοψηφικό σε σχέση με το σιιτικό, καθώς επίσης και ότι το Ιράν είναι ο κυριότερος εκφραστής του σιιτικού Ισλάμ στον κόσμο. Περίπου 14% των Μουσουλμάνων είναι Σιίτες.
Όταν λοιπόν ανατράπηκε ο Σαντάμ Χουσεΐν και στη θέση του ήρθαν οι Σιίτες στα πράγματα, δυο γεγονότα συνέβησαν: αφενός μετά από δεκαετίες καταπίεσης στράφηκαν εναντίον των Σουνιτών με λογικές αντεκδίκησης, αφετέρου το Ιράν ενίσχυσε πάρα πολύ τις θέσεις του. Μάλιστα, η Τεχεράνη χρησιμοποιούσε το Ιράκ και ως εφαλτήριο για επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ, ενδυναμώνοντας τις σιιτικές πολιτοφυλακές που δρούσαν στην περιοχή.
Έτσι, το Ιράν και με το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ, τους Χούθι αργότερα, κατάφερε να αναπτύξει μια ακτίνα επιρροής και «άξονα αντίστασης» απέναντι στο Τελ Αβίβ, με υπαρξιακό στόχο το σβήσιμο του Ισραήλ από τον χάρτη.
Από τις διαπραγματεύσεις του Ομάν στη σύρραξη
Το Ισραήλ, ακόμη και μετά τον πόλεμο των 12 ημερών του περασμένου Ιουνίου, δεν αισθανόταν ότι είχε καταφέρει να ξεριζώσει τον κίνδυνο που λέγεται Ιράν, ένα κίνδυνο ζωτικής σημασίας για την ασφάλειά του.
Επομένως, αργά ή γρήγορα αυτό που συνέβη στις 28 Φεβρουαρίου φέτος θα συνέβαινε.
Υπάρχουν δυο εκδοχές για τις διαπραγματεύσεις στο Ομάν: είτε κανένα από τα δυο μέρη (ΗΠΑ, Ιράν) δεν ήταν διατεθειμένο να βάλει «νερό στο κρασί του», είτε το Ιράν είχε αποφασίσει να κάνει θεαματική αναδίπλωση κατά τις διαπραγματεύσεις αυτές, ώστε να αποτρέψει τους Αμερικανούς από το να επιτεθούν. Αυτό όμως οι ΗΠΑ δεν το έλαβαν ουσιαστικά ποτέ υπόψη τους.
Υπάρχουν αναλύσεις που λένε ότι ο Τραμπ αποφάσισε να επιτεθεί στο Ιράν, γιατί θέλει να αποστερήσει την Κίνα από ένα ακόμη εισαγωγέα πετρελαίου, δεδομένου ότι επιδιώκει νέες ισορροπίες ισχύος στη Μέση Ανατολή.
Αυτή η ανάλυση δεν είναι λάθος, όμως αποτελεί μέρος της συνολικής εικόνας.
Η μεγάλη εικόνα είναι ότι οι ΗΠΑ σύρθηκαν σε αυτόν τον πόλεμο από το Ισραήλ. Εκείνο είναι που καθόρισε την τύχη και την αρχή των πολεμικών επιχειρήσεων, επομένως όλες οι εκτιμήσεις που γίνονται για τους στόχους των Αμερικανών είναι δευτερευούσης ή τριτευούσης σημασίας. Πρωταρχικός στόχος της ισραηλινής ηγεσίας ήταν να τελειώνει με το καθεστώς του Ιράν.
Η αντίφαση Τραμπ για τα πυρηνικά του Ιράν
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί μια βαθιά αντίφαση που εκθέτει στα μάτια πολλών τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έλεγε τον Ιούνιο «καταστρέψαμε το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και πλέον η Τεχεράνη δεν συνιστά απειλή».
Ο ίδιος άνθρωπος λίγους μήνες μετά ισχυρίζεται ότι η επέμβαση των Αμερικανών έγινε για να αποτραπεί ένας Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος που θα είχε προκληθεί από μια πυρηνική επίθεση του Ιράν στο Ισραήλ.
Το ζήτημα εδώ είναι: αν καταστράφηκαν τα πυρηνικά του Ιράν τον Ιούνιο, αποκλείεται να ήταν σε θέση τον Φεβρουάριο να εξαπολύσει πυρηνική επίθεση σε βάρος του Ισραήλ.
Επομένως, είτε δεν καταστράφηκαν όλα τα πυρηνικά, είτε τα πυρηνικά έχουν καταστραφεί και ήταν απλά μια πρόφαση για την αμερικανική επέμβαση.
Εγείρεται, λοιπόν, ένα επιπλέον ερώτημα: τι θα συνιστά νίκη για τις ΗΠΑ αυτήν τη φορά; Αν ο Αμερικανός πρόεδρος επικαλεστεί ξανά νίκη επειδή «καταστράφηκαν τα πυρηνικά της Τεχεράνης», τότε δεν πρόκειται να γίνει πιστευτός.
Θα επικαλεστεί την καταστροφή του βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν, που την περασμένη εβδομάδα η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κάρολαϊν Λέβιτ υποστήριζε πως το 97% έχει καταστραφεί και ακόμα βλέπουμε να πέφτουν πύραυλοι;
Θα επικαλεστεί κάτι που σχετίζεται με το Στενό του Ορμούζ - που είναι ο μεγάλος βραχνάς του Ντόναλντ Τραμπ;
Είναι αναγκαίο να βρει κάτι αρκετά πειστικό ο Αμερικανός πρόεδρος, προκειμένου να μπορέσει να βγει από τον πόλεμο αυτόν σώζοντας τα προσχήματα
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.