Επίσκεψη στην Ιερά Μονή Παναγίας Φιλερήμου

Ένα μοναστήρι των ιπποτικών χρόνων που μαγεύει με την ιστορία και την αρχιτεκτονική του

Ρόδος

Του Νικόλα Μπάρδη

Πίσω ακριβώς από την παραθαλάσσια και τουριστική κωμόπολη της Ιαλυσού, υψώνεται το κατάφυτο όρος Φιλέρημος, το οποίο προσφέρει πανοραμική θέα στις ακτές και την ενδοχώρα της Ρόδου. Η ιδιαίτερη ονομασία του προέρχεται από έναν μοναχό που έφτασε εκεί από την Ιερουσαλήμ περίπου τον 11ο με 13ο αιώνα, φέρνοντας μαζί του την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που για πολλά χρόνια θεωρούνταν λανθασμένα έργο του Ευαγγελιστή Λουκά.

Σύμφωνα με κάποιους ερευνητές η περιοχή μπορεί να πήρε το όνομά της ήδη τον 10ο αιώνα, μετά την ίδρυση του βυζαντινού μοναστηριού και την παρουσία αδελφότητας, η οποία διήγαγε έναν ήρεμο μοναχικό βίο μέσα σε ένα ανάλογο περιβάλλον.

Η Φιλέρημος ήταν ανέκαθεν χώρος θρησκευτικής λατρείας. Από τον 8ο αιώνα π.Χ. με το ναό της Πολιάδος Αθηνάς και του ∆ία, που τον διαδέχτηκε τον 5ο ή 6ο αιώνα μία τρίκλιτη βασιλική με βαπτιστήριο με μαρμάρινη σταυροειδή κολυμβήθρα, έπειτα ακολούθησε το καθολικό ενός μοναστηριού ανεγερμένο τον 10ο αιώνα, και τέλος ένα ακόμη μοναστηριακό συγκρότημα ιδρυμένο από το Τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου.

Το μοναστήρι των ιπποτικών χρόνων που καταλαμβάνει μεγάλο τμήμα του πλατώματος στην κορυφή του λόφου έχει ως πυρήνα έναν μικρό ναό αφιερωμένο στην Παναγία, στον οποίο αναγνωρίζονται τρεις οικοδομικές φάσεις. Η πρώτη ανάγεται στο α΄ μισό του 14ου αιώνα και αφορά στην ανέγερση ενός μονόχωρου σταυροθόλιου κτίσματος οικοδομημένου στο ανατολικό τμήμα του βόρειου κλίτους της βασιλικής. Στη δεύτερη φάση, που τοποθετείται γύρω στο 1450-1480, εντάσσεται  η προσθήκη δύο εξάπλευρων παρεκκλησίων σε επαφή με την κόγχη του αρχικού ναού, ενώ στην τρίτη και τελευταία, όταν ήταν μάγιστρος ο Pierre d’ Aubusson (1423 – 1503), η προσθήκη δύο ακόμη παρεκκλησίων ανατολικά των προηγούμενων και σε επαφή μαζί τους.

Μετά την αποχώρηση των Ιπποτών το 1523 και την παράδοση του νησιού στους Οθωμανούς, η μονή εγκαταλείφθηκε και το καθολικό, όπως και οι βοηθητικοί χώροι της ερειπώθηκαν. Η ιταλική διοίκηση, μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο ανάδειξης της παρουσίας της ως φυσικού διαδόχου των Ιπποτών, ξεκίνησε το 1919 μία σειρά αναστηλωτικών εργασιών στον χώρο. Οι πρώτες, περιορισμένης κλίμακας δράσεις πραγματοποιήθηκαν στα ανατολικότερα παρεκκλήσια την περίοδο 1916-1924, υπό την επίβλεψη του Εφόρου Αρχαιοτήτων Amedeo Maiuri. Η επόμενη και πιο δραστική επέμβαση ξεκινά το 1931 με την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Rodolfo Petracco. Στόχος των εκτεταμένων επεμβάσεων και της πομπώδους ανακατασκευής του μοναστηριού ήταν η αναβίωση της μονής ως ενός από τους σημαντικότερους θρησκευτικούς προορισμούς.

Την περίοδο αυτή οικοδομείται το ογκώδες πυραμιδοειδές κωδωνοστάσιο νότια του ναού και ένα νέο συγκρότημα κτιρίων ανατολικά και νοτιοανατολικά του, προορισμένο να λειτουργήσει ως κοινοβιακή μονή μικρής φραγκισκανής αδελφότητας. Αντικείμενο αναδιατάξεων και επεκτάσεων αποτέλεσε και το καθολικό με τα παρεκκλήσια, το οποίο περιορίζεται δυτικά με σκοπό την ανάδειξη του αρχαίου ιερού. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν εργασίες εξωραϊσμού του περιβάλλοντος χώρου και διαμορφώθηκε η μνημειακή κλίμακα εισόδου.

Η μικρή εικόνα της Παναγίας της Φιλερήμου, η οποία θεωρείται έργο κωνσταντινοπολίτικου εργαστηρίου του 10ου – 11ου αιώνα, αποτέλεσε το αργότερο από τον 15ο αιώνα το παλλάδιο του τοπικού πληθυσμού και του Τάγματος των Ιωαννιτών Ιπποτών. Από νωρίς η παρουσία της συνδέθηκε με πολλά θαύματα, αρκετά από τα οποία αναφέρονται και στη διάσωση της πόλης από τους επιτιθέμενους Οθωμανούς. Η εικόνα είχε λανθασμένα θεωρηθεί έργο του Eυαγγελιστή Λουκά που μεταφέρθηκε στη Ρόδο από τα Ιεροσόλυμα πλέοντας πάνω στα κύματα. 

Όσον, όμως, αφορά τον τρόπο έλευσής της στη Ρόδο, οι μελετητές της διχάζονται ανάμεσα σε δύο θεωρίες. Η πρώτη θέλει να μεταφέρθηκε στη Ρόδο από την Ιερουσαλήμ από μέλη του Τάγματος του Αγίου Ιωάννου γύρω στον 10ο με 11ο αι., οπότε και φιλοξενήθηκε στο καθολικό της βυζαντινής μονής του λόφου Φιλερήμου, και έκτοτε καθιερώθηκε σαν προστάτιδα του νησιού. Η δεύτερη άποψη υποστηρίζει ότι οι Ιππότες του Τάγματος όταν κατέλαβαν το νησί το 1309 βρήκαν μία ήδη εδραιωμένη λατρεία της Παναγίας, την οποία συνέχισαν και διαιώνισαν. Με όποιον τρόπο κι αν έφτασε τελικά στη Ρόδο, αποτέλεσε τόσο για τους Έλληνες, όσο και για τους Λατίνους κατ’ εξοχήν σύμβολο προστασίας των κατοίκων και ολόκληρου του νησιού από εξωτερικούς κινδύνους, ενώ ακόμη και σήμερα συγκεντρώνει πλήθος επισκεπτών από την Ελλάδα και ολόκληρο τον κόσμο, που πηγαίνουν εκεί για να προσκυνήσουν, αλλά και να επισκεφτούν την αρχαία ακρόπολη της Ιαλυσού.
 

Πηγή: skai.gr
70 0 Bookmark