Προβολή Ερντογάν, δύσκολες ισορροπίες για την Τουρκία 

Ύστερα από τέσσερα χρόνια απομόνωσης και μια μαραθώνια συνάντηση στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος Τραμπ και ο πρόεδρος Ερντογάν προσπάθησαν να δώσουν νέα πνοή στη σχέση των ΗΠΑ με την Τουρκία, προβάλλοντας παράλληλα τον Τούρκο ηγέτη

Erdogan Trump

Ύστερα από τέσσερα χρόνια απομόνωσης και μια μαραθώνια συνάντηση στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος Τραμπ και ο πρόεδρος Ερντογάν προσπάθησαν να δώσουν νέα πνοή στη σχέση των ΗΠΑ με την Τουρκία, προβάλλοντας παράλληλα τον Τούρκο ηγέτη.

Η πενθήμερη επίσκεψή του σε Ν. Υόρκη και Ουάσινγκτον, με την ομιλία του στη Γεν. Συνέλευση του ΟΗΕ, την παρουσία του στη διάσκεψη για την Παλαιστίνη και την πληθώρα των επαφών του με ηγέτες άλλων χωρών, έδωσαν στον Ερντογάν την επί αμερικανικού εδάφους προβολή και αναγνώρισή του ως σημαντικού διεθνούς δρώντα.

Παρά ταύτα, οι συμφωνίες τις οποίες επέτυχε με τους Αμερικανούς ευνοούν κυρίως τους δεύτερους, ενώ η εφαρμογή τους, πέρα από την ασάφεια υλοποίησής τους εμπεριέχει και στοιχεία εντόνων διλημμάτων και δυνητικά ασταθών γεωπολιτικών ισορροπιών για την Τουρκία, τουλάχιστον στο ορατό μέλλον.

Διευρυμένη οπτική στην ενέργεια

Τουρκία και ΗΠΑ υπόγραψαν στρατηγική συνεργασία στον τομέα της πολιτικής πυρηνικής ενέργειας, η οποία προβλέπει την ανάπτυξη κυρίως μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMRs), τη μεταφορά σχετικής τεχνολογίας και τη διαχείριση καυσίμων.

Για την Τουρκία αυτό είναι ένα σημαντικό βήμα, καθώς θα υποστηριζόταν, ότι ενισχύει την ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας από τους υδρογονάνθρακες, ενώ αυξάνει τις ενεργειακές δυνατότητές της. Παράλληλα όμως, υπογράφτηκε και μια μεγάλη σύμβαση προμήθειας αμερικανικού LNG, αξίας $ 43 δισ.,  διάρκειας μέχρι το 2045.

Από αμερικανικής πλευράς ο διαφαινόμενος στρατηγικός στόχος είναι, η απεξάρτηση της Τουρκίας από τη ρωσική ενεργειακή επιρροή, η οποία βασίζεται, στη ροή αερίου από τους αγωγούς Turkstream και Bluestream και τις μεγάλες εισαγωγές προϊόντων πετρελαίου αφενός, και αφετέρου στην επικείμενη λειτουργία του πυρηνικού σταθμού – ρωσικής ιδιοκτησίας – στο Akkuyu.

Δημιουργείται, όμως, ο προβληματισμός, ότι η Άγκυρα θα είχε να αντιμετωπίσει και το σημαντικά υψηλότερο κόστος, και τις επιπτώσεις στην οικονομία, του αμερικανικού υγροποιημένου αερίου, LNG, έναντι του φυσικού αερίου που εισάγεται μέσω των αγωγών από τις ρωσικές ακτές στον ανατολικό Εύξεινο.

Είναι σημαντικό, ότι οι τουρκικές εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά 26% στο α' 7μηνο του 2025, ενώ επιβεβαιώνεται η πλήρης λειτουργία των αγωγών. Ας σημειωθεί, ότι ο Turkstream είναι έργο υψηλής τεχνολογίας και κόστους, το οποίο σχεδιάσθηκε από τους Ρώσους, ειδικά για την υπόψη μεταφορά αερίου (Anapa-Luleburgaz).

Παρά ταύτα, είναι άξιο μνείας ότι η Gazprom εγκατέλειψε αθόρυβα τα σχέδιά της για ανάπτυξη κόμβου διανομής φυσικού αερίου στην Τουρκία, με τον οποίο φιλοδοξούσε την ανασύσταση της θέσης της ως κύριου προμηθευτή της νότιας και κεντρικής Ευρώπης, την οποία έχασε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Το έργο κρίθηκε οικονομικά ασύμφορο, καθώς η Τουρκία επιθυμούσε να εμπορεύεται το αέριο μόνη της.

Υπάρχει, όμως, και η επιπλέον σημαντική αμερικανική απαίτηση για διακοπή των εισαγωγών φθηνού ρωσικού πετρελαίου, μεταξύ των προαπαιτούμενων για τη δυνητική ένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα προμήθειας των F-35.  H απαίτηση αυτή θα επιβάρυνε σημαντικά το εμπορικό ισοζύγιο της Τουρκίας, αν η υποκατάσταση του φθηνού ρωσικού πετρελαίου γινόταν από ακριβότερους αμερικανικής προέλευσης υδρογονάνθρακες, με αποτέλεσμα μια επιπλέον επιβάρυνση της οικονομίας.

Ο χειρισμός αυτής της δυναμικής δεν είναι απλός για την Άγκυρα, διότι πέραν των γεωπολιτικών ισορροπιών τις οποίες καλείται να διαχειριστεί στις σχέσεις της με τη Ρωσία και τις ΗΠΑ, καλείται να δημιουργήσει και ένα σύνθετο μοντέλο αποτελεσματικού κόστους ενέργειας για την οικονομική ανάπτυξή της.

Από την άλλα πλευρά βέβαια, υπάρχει και η ανάγνωση, ότι η συνεργασία της είναι επιθυμητή τόσο από τη Ρωσία όσο και από τις ΗΠΑ, γεγονός το οποίο μπορεί να προσπορίσει σημαντικά οφέλη, με τους κατάλληλους εξισορροπητικούς χειρισμούς από την Άγκυρα.

Προβολή ήπιας ισχύος μέσω της ενίσχυση των αερομεταφορών

Η εξαιρετικά επιτυχής Turkish Airlines επιβεβαίωσε στους επενδυτές της, ότι έχει διαπραγματευτεί παραγγελία με την αμερικανική Boeing για έως και 225 αεροσκάφη. Ο τουρκικός αερομεταφορέας δήλωσε, ότι έχει ήδη υποβάλει οριστική παραγγελία για 50 αεροσκάφη με δυνατότητα προαίρεσης για 25 ακόμη.

Επιπλέον, διεξάγονται διαπραγματεύσεις με την Rolls-Royce και την GE Aerospace, σχετικά με την προμήθεια και εφεδρικών κινητήρων, καθώς και υπηρεσιών συντήρησης για αυτά τα αεροσκάφη, γεγονός το οποίο θα σημάνει σημαντική μεταφορά τεχνολογίας και τεχνογνωσίας στην τουρκική πλευρά.

O πρόεδρος της εταιρείας Ahmet Bolat τόνισε, ότι η προσθήκη αυτών των αεροσκαφών «θα υποστηρίξει το όραμα της εταιρείας να επεκτείνει τον στόλο της σε 800 αεροσκάφη μέχρι το 2033».

Οι τουρκικές αερογραμμές, με τη συστηματική και δυναμική αύξηση της δραστηριότητας τους από την αρχή του 2000, κατά περίπου 6% σε ετήσια βάση, έχουν κατορθώσει να συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των παγκόσμιων ηγετικών αερογραμμών, προσφέροντας εξαιρετική υπηρεσία στην ήπια προβολή ισχύος και κύρους της Άγκυρας.

Δυστοκία στην προμήθεια νέων αεροσκαφών

Παρά τις φιλοφρονήσεις, ο πρόεδρος Τραμπ απέφυγε κάποια σαφή δέσμευση για την πώληση των F-35 και των νέων F-16, στην Τουρκία, θέμα το οποίο μονοπωλούσε το ενδιαφέρον του προέδρου Ερντογάν. Η τουρκική πλευρά γνώριζε τις δυσκολίες για ικανοποίηση της επιθυμίας της και λόγω του νόμου CAATCHA – κυρώσεις στην Τουρκία λόγω της αγοράς των S 400 – και λόγω των ισχυρών επιφυλάξεων μελών τόσο του Κοινοβουλίου – επιστολή 20 βουλευτών προς Rubio και Hegseth – όσο και της Γερουσίας.

Επίσης, δεν προωθήθηκε το σχέδιο προμήθειας κινητήρων για τη σχεδιαζόμενη από την Τουρκία παραγωγή του πολεμικού αεροπλάνου 5ης γενιάς Κhan.

Η Ουάσιγκτον βάρυνε επιπλέον το κλίμα, ζητώντας, προκειμένου να συζητηθεί το θέμα των F-35, F-16, και τη διακοπή των εισαγωγών φθηνών ρωσικών υδρογονανθράκων από τη Ρωσία, και στην ουσία την υποκατάστασή τους με αμερικανικό LNG και πυρηνική ενέργεια από αρθρωτούς μικρούς πυρηνικούς αντιδραστήρες με την υπογραφή γιγάντιας συμφωνίας, όπως πραγματευθήκαμε στο οικείο μέρος.

Υπάρχει όμως και η επιπλέον διάσταση, ίσως όχι τόσο εμφανής, η οποία είναι η εξαιρετικά επιφυλακτική θέση του Ισραήλ στον εξοπλισμό της Τουρκίας με όπλα προωθημένης τεχνολογίας. Το Ισραήλ έχει επανειλημμένα εναντιωθεί αποφασιστικά στις ενέργειες της Άγκυρας για ενίσχυση των θέσεών της, πολιτικών και γεωγραφικών, στη Συρία.

Σύμφωνα με το Atlantic Council η συνάντηση των δυο προέδρων κρίνεται επιτυχής, καθώς από αμερικανικής πλευράς επιτεύχθηκαν μεγάλες συμφωνίες και δρομολογήθηκε ισχυρή πίεση στην τουρκική πλευρά για ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία.

Για την τουρκική πλευρά, τα οφέλη είναι κυρίως πολιτικά, κατά την έννοια ότι ο Τούρκος πρόεδρος απέσπασε σημαντικά συμβόλαια, τα οποία λειτουργούν ως μια ουσιαστική αποδοχή του από την ατλαντική υπερδύναμη. Αν και, κάποιες δημοσιογραφικές διαρροές υποβαθμίζουν την αξία της όλης προσπάθειας, καθώς δεν υπήρξαν ουσιαστικά στρατιωτικά αντικρίσματα για την Άγκυρα. 

Για την Ελλάδα δεν υπάρχει αρνητικό αντίκρισμα, καθώς ο αποκλεισμός της Τουρκίας από τα F-35 και τα νέα F-16 συνεχίζεται, όπως και η αντίστοιχη αντίδραση του Κογκρέσου. Είναι ένα ερώτημα, για πόσο θα συνεχιστεί αυτή η κατάσταση και αν η Τουρκία δεν επιδιώξει τελικά την προμήθεια ευρωπαϊκών Eurofighters, ενδεχόμενο το οποίο θα απαιτήσει σύντονες αντιδράσεις από την Αθήνα.

Η Τουρκία τείνει να υπερ-προβάλει τη γεωπολιτική σημασία της για τον δυτικό παράγοντα, γεγονός το οποίο, λειτουργεί, ειδικά στην περίπτωση της Ευρώπης, η οποία επί του παρόντος πχ δεν έχει ζητήσει μερίδιο για την Airbus από το πρόγραμμα προμηθειών νέων αεροσκαφών από τον τουρκικό αερομεταφορέα, ενώ συζητά τη συμμετοχή της Άγκυρας στο χρηματοδοτικό σχήμα SAFE για την ευρωπαϊκή άμυνα, δυνατότητα η οποία θα διεύρυνε τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της Άγκυρας. Είναι και αυτή μια επιπλέον σημαντική πρόκληση για την Αθήνα. 

* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής

 
16 0 Bookmark