Σε μια εποχή όπου όλο και περισσότερες έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι κάνουν λιγότερο σεξ, η συζήτηση γύρω από την επιθυμία επιστρέφει με έναν παράδοξο τρόπο στο παρελθόν. Στη Βρετανία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γαλλία και στην Αυστραλία η συχνότητα των σεξουαλικών επαφών φαίνεται να μειώνεται, ενώ ήδη από το 2018 το αμερικανικό περιοδικό «Atlantic» μιλούσε για «σεξουαλική ύφεση».
Η αρχαιότητα συχνά παρουσιάζεται νοσταλγικά ως μια εποχή πιο ελεύθερη, πιο σωματική, πιο τολμηρή. Όμως, όπως επισημαίνει η ιστορικός δρ. Τζιν Μένζις, η ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα δεν ήταν ένας παράδεισος σεξουαλικής απελευθέρωσης, ιδίως για τις γυναίκες.
Στο άρθρο της στην εφημερίδα «Guardian», με αφορμή το βιβλίο της «Αφροδίσια: Γυναίκες, σεξ και ηδονή στον κλασικό κόσμο», η Τζιν Μένζις ξεκινά από μια εντυπωσιακή αντιστροφή: σήμερα οι άνδρες θεωρούνται συχνά το «πιο σεξουαλικό» φύλο, εκείνοι που υποτίθεται ότι κινούνται περισσότερο από την επιθυμία.
Στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη, όμως, η κυρίαρχη αντίληψη ήταν σχεδόν η αντίθετη. Οι γυναίκες παρουσιάζονταν ως πιο παθιασμένες, πιο αχόρταγες, πιο δύσκολο να ελεγχθούν. Η γυναικεία σεξουαλικότητα δεν αντιμετωπιζόταν ως χαρά ή αυτονομία, αλλά ως πρόβλημα που έπρεπε να διαχειριστεί η οικογένεια, η ιατρική και τελικά η κοινωνία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σκέψης ήταν η θεωρία της «περιπλανώμενης μήτρας». Σύμφωνα με αυτήν την αρχαία ιατρική αντίληψη, η μήτρα δεν ήταν σταθερή μέσα στο σώμα, αλλά μπορούσε να μετακινηθεί και να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα υγείας. Η λύση που προτεινόταν ήταν το σεξ, μέσα στον γάμο και με συγκεκριμένο τρόπο. Με άλλα λόγια, η γυναικεία επιθυμία μετατρεπόταν σε ιατρική υπόθεση και η γυναικεία σεξουαλική ζωή σε πεδίο ελέγχου. Το παράδοξο είναι ότι οι γυναίκες θεωρούνταν υπερβολικά σεξουαλικές, αλλά αυτή η υποτιθέμενη επιθυμία τους δεν τους έδινε ελευθερία. Αντίθετα, χρησιμοποιούνταν για να περιορίσει το σώμα και τη συμπεριφορά τους.
Η εικόνα αυτή άλλαξε με τον χρόνο. Από τη γυναίκα που υποτίθεται ότι κινδύνευε από την ίδια της τη λίμπιντο, η Δύση πέρασε σταδιακά σε μια άλλη στερεοτυπική μορφή: τη γυναίκα που δεν επιθυμεί αρκετά, που «ανέχεται» το σεξ, που πρέπει να πειστεί, να ξυπνήσει ή να ανακαλύψει κάτι βαθιά θαμμένο μέσα της. Η ιστορικός Κέιτ Λίστερ, στο βιβλίο της «Flick: Η ιστορία της γυναικείας ηδονής», εξετάζει ακριβώς αυτή τη μακρά ιστορία ελέγχου, παρερμηνείας και απόλαυσης της γυναικείας σεξουαλικότητας, από τις αρχαίες θεότητες μέχρι τη σύγχρονη εποχή.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς γιατί άλλαξε η αντίληψη για τη γυναικεία επιθυμία. Είναι αν πραγματικά άλλαξε τόσο πολύ. Σήμερα συχνά παρουσιάζεται ως πιο «ψυχρή» ή πιο σύνθετη, λες και η επιθυμία της χρειάζεται εξήγηση, διάγνωση ή διόρθωση. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό που χάνεται είναι η ατομικότητα.
Η Μένζις θυμίζει ότι δεν έχουμε στατιστικά στοιχεία για το πόσο σεξ έκαναν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα, ούτε -ακόμη σημαντικότερο- για το πόση απόλαυση βίωναν. Μπορούμε, όμως, να καταλάβουμε πολλά από τις προκαταλήψεις της εποχής. Το στοματικό σεξ σε γυναίκα, για παράδειγμα, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως προσβολή για έναν άνδρα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη. Αν συνδυάσει κανείς αυτό με το γεγονός ότι πολλές σύγχρονες έρευνες δείχνουν πως η διείσδυση από μόνη της δεν αρκεί για την κορύφωση πολλών γυναικών, τότε είναι εύκολο να υποθέσει ότι το λεγόμενο «χάσμα οργασμού» ίσως έχει πολύ βαθύτερες ιστορικές ρίζες από όσο φανταζόμαστε.
Και όμως, ακόμη και μέσα σε κοινωνίες που περιόριζαν αυστηρά τη γυναικεία επιθυμία, υπάρχουν ίχνη γυναικών που αναζητούσαν, διεκδικούσαν ή κατέγραφαν την απόλαυσή τους. Η Σαπφώ έγραψε ποιήματα για γυναίκες που αγάπησε. Μια ανώνυμη Ρωμαία χάραξε στους τοίχους της Πομπηίας στίχους για φιλιά και αγκαλιές με μια άλλη γυναίκα. Η Σουλπικία, Ρωμαία ποιήτρια του 1ου αιώνα π.Χ., έγραψε ανοιχτά για τον πόθο της. Αυτές οι μορφές δεν ήταν ο κανόνας που κατέγραψαν οι άνδρες συγγραφείς της εποχής, αλλά οι ρωγμές μέσα από τις οποίες βλέπουμε μια πιο αληθινή ιστορία.
Ακόμη και η αρχαιολογία έρχεται να περιπλέξει την εικόνα. Βρετανοί αρχαιολόγοι ανακάλυψαν τον μοναδικό γνωστό αρχαίο δονητή σε φυσικό μέγεθος, σε μία από τις πιο απομακρυσμένες παρυφές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και συγκεκριμένο στο ρωμαϊκό οχυρό Βιντολάντα.
Το ξύλινο φαλλικό αντικείμενο, που είχε αρχικά ταξινομηθεί ως εργαλείο ραπτικής, επανεξετάστηκε το 2023 από ερευνητές, οι οποίοι υποστήριξαν ότι θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί και ως σεξουαλικό βοήθημα. Η μελέτη δεν δίνει οριστική απάντηση, αλλά δείχνει πόσο συχνά η σύγχρονη ερμηνεία της αρχαιότητας αποφεύγει να αναγνωρίσει την πολυπλοκότητα της σεξουαλικής ζωής των ανθρώπων του παρελθόντος.
Η σύγχρονη «σεξουαλική ξηρασία» δεν μπορεί να εξηγηθεί από έναν μόνο παράγοντα. Η επιθυμία και η απόλαυση δεν καθορίζονται αποκλειστικά από όσα συμβαίνουν στο υπνοδωμάτιο, αλλά και από το ευρύτερο πλαίσιο: το άγχος, την οικονομική πίεση, την κούραση, την καθημερινότητα και το πόσο ασφαλής ή ελεύθερος νιώθει κανείς μέσα στη σχέση και στο σώμα του. Αυτό είναι ίσως το σημείο όπου το αρχαίο και το σύγχρονο συναντιούνται. Τότε, οι γυναίκες άκουγαν ότι χρειάζονται έναν σύζυγο για να μην «αρρωστήσει» το σώμα τους. Σήμερα, οι άνθρωποι ακούνε ότι πρέπει να κάνουν περισσότερο σεξ για να μην αποτύχουν ως ζευγάρια, ως νέοι, ως σύγχρονοι άνθρωποι. Και στις δύο περιπτώσεις, το σεξ κινδυνεύει να μετατραπεί από εμπειρία σε καθήκον.
Η ουσία, λοιπόν, δεν βρίσκεται στο πόσο συχνά κάνουν σεξ οι άνθρωποι, αλλά στο αν αυτό που ζουν είναι επιθυμητό, ασφαλές, ισότιμο και απολαυστικό. Η ιστορία της γυναικείας ηδονής δεν είναι μια απλή πορεία από την καταπίεση στην απελευθέρωση. Είναι γεμάτη αντιφάσεις, σιωπές, παρεξηγήσεις, αλλά και γυναίκες που βρήκαν τρόπους να μιλήσουν για το σώμα και την επιθυμία τους ακόμη και όταν η κοινωνία δεν ήθελε να τις ακούσει. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι γυναίκες ήταν κάποτε «νυμφομανείς» ή αν σήμερα οι άνθρωποι κάνουν λιγότερο σεξ. Είναι αν έχουμε μάθει επιτέλους να μιλάμε για την ηδονή χωρίς φόβο, ντροπή και στερεότυπα.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.