Θεσσαλονίκη: Μαρτυρία από το ημερολόγιο μιας μαθήτριας για την 21η Απριλίου 1967

Μαρτυρίες της εποχής, όπως εκείνη της νεαρής μαθήτριας Τασίτσας Τασιά, καταγράφουν την αμηχανία, τον φόβο και τις αναταράξεις στην καθημερινή ζωή

Δικτατορία

«Αλλαγή. Ξαφνική, αναπάντεχη, απρόσμενη. Δικτατορία… Έκλεισαν μαγαζιά, σχολεία, σταμάτησε η συγκοινωνία. Το ραδιόφωνο μεταδίδει εμβατήρια και απαγορευτικές διαταγές. Η μαμά δεν μπορεί να τ’ ακούει, γιατί όπως λέει της θυμίζουν τον πόλεμο. Εγώ… αλήθεια πώς αισθάνομαι εγώ; Παράξενα. Πρώτη φορά αντιμετωπίζω μια τέτοια κατάσταση». Η ημερομηνία στην πυκνογραμμένη σελίδα του πολυκαιρισμένου ημερολογίου με το φθαρμένο από τον χρόνο βυσσινί εξώφυλλο, που εντόπισε το έμπειρο μάτι του ιστορικού ερευνητή Λεόν Σαλτιέλ σε παλαιοπωλείο της Θεσσαλονίκης αναζητώντας κάποιο δώρο, είναι η 21η Απριλίου του 1967.

«Αύριο θα ανοίξουν τα κλειστά παράθυρα. Πού να χωρέσει τόσο φως που περισσεύει;», έγραφε το προηγούμενο βράδυ η νεαρή μαθήτρια Τασίτσα Τασιά, περιμένοντας με ανυπομονησία τον ερχομό της Άνοιξης. Εκείνες τις ώρες τίποτα γύρω της δεν προμήνυε πως η ίδια -όπως και όλη η χώρα- θα ξυπνούσε το επόμενο πρωί σε μια νέα, σκοτεινή πραγματικότητα. Η επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών άλλαξε απότομα την καθημερινότητα, όπως με γλαφυρότητα καταγράφουν (και) οι μαρτυρίες ανθρώπων της διπλανής πόρτας, όπως η Τασίτσα, που με αμεσότητα και ειλικρίνεια αποτύπωσε τις πρώτες της σκέψεις για τη νέα κατάσταση.

«Όταν πήγα στον φούρνο είδα τον κόσμο που έφτανε ώς την άκρη του πεζοδρομίου. Παστώθηκα κι όταν επιτέλους κατόρθωσα να μπω μέσα, το ψωμί είχε τελειώσει. Άλλη μισή ώρα αναμονή, λοιπόν. Ειλικρινά διασκέδαζα με τις αντιδράσεις των ανθρώπων. Μερικές γυναίκες σταυροκοπιόνταν φοβισμένα, κάποιος έκανε πνεύμα, ενώ ο φούρναρης, ανεβασμένος στον πάγκο έκανε τον διαιτητή. Μη χειρότερα!», γράφει η νεαρή μαθήτρια, που το ίδιο βράδυ πήγε για ύπνο με την ελπίδα πως τα πράγματα θα άλλαζαν…

«Το βράδυ η πόλη ερήμωσε. Ψυχή ζώσα στους δρόμους. Ας ελπίσουμε πως αύριο τουλάχιστον θα αλλάξουν τα πράγματα».

Η 21η Απριλίου 1967 ήταν ημέρα Παρασκευή και ήδη το Πάσχα κοντοπλησίαζε. Σάββατο του Λαζάρου, αναγράφεται στην επόμενη σελίδα και η αφήγηση συνεχίζει με την ίδια γλαφυρότητα:

«Σήμερα η κατάστασις ήταν κάπως καλύτερη. Καταργήθηκαν ορισμένες απαγορευτικές διαταγές, χαλάρωσαν κάπως τα αυστηρά μέτρα. Ωστόσο τα τανκς δεν έπαψαν να φυλάγουν σε κάθε γωνιά. Από το πρωί έβρεχε. Μια βροχή δυνατή, εκνευριστική, επίμονη. Κλεισμένη μέσα στο σπίτι, ήμουν αφοσιωμένη ν’ ακούω τις συνεχείς ανακοινώσεις που μετέδιδε το ραδιόφωνο.

Το απόγευμα πήγα στην Κική. Καθήσαμε στην τραπεζαρία και όλη μας την ώρα την περάσαμε συζητώντας σχετικά με την πολιτική κατάσταση που αναστάτωσε όχι μόνον τους Έλληνες αλλά και όλη την Ευρώπη. Έτσι, δίχως να το καταλάβω το ρολόι έδειξε 9. Βιάστηκα να γυρίσω σπίτι, αν και η κυκλοφορία επιτρέπεται ως τη 1. Πού ξέρω τι γίνεται καμμιά φορά…».

Η Θεσσαλονίκη εκείνης της εποχής ήταν μια πόλη με βαριά ιστορική μνήμη και έντονη μεταπολεμική ταυτότητα. Είχαν περάσει μόλις δύο δεκαετίες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή και το τραύμα του Ολοκαυτώματος που σχεδόν εξαφάνισε την εβραϊκή κοινότητα της πόλης. Οι δρόμοι της, ακόμη γεμάτοι προσφυγικές γειτονιές από τη Μικρασιατική Καταστροφή, ακολουθούσαν έναν ρυθμό μόνιμης ανοικοδόμησης και εσωτερικής μετακίνησης. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, η πόλη ήταν ήδη ένα σημαντικό βιομηχανικό και εκπαιδευτικό κέντρο, με το πανεπιστήμιο να λειτουργεί ως ζωντανός πυρήνας ιδεών, ανησυχιών και πολιτικών ζυμώσεων.

Η μαρτυρία της νεαρής Τασίτσας, μιας 17χρονης μαθήτριας, ξεχωρίζει για την απλότητά της. Μέσα από καθημερινές εικόνες -μια ουρά στον φούρνο, μια βροχερή μέρα στο σπίτι, μια επίσκεψη σε φίλη- αποκαλύπτεται η βαθύτερη επίδραση της δικτατορίας: η διείσδυσή της στον ιδιωτικό χώρο, στις μικρές συνήθειες, ακόμη και στην αίσθηση του χρόνου. Στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη που ήδη κουβαλούσε στρώματα ιστορίας και απωλειών, το νέο καθεστώς προστίθεται σαν ακόμη ένα βάρος πάνω στη συλλογική μνήμη.

Για τη νεαρή μαθήτρια, η πολιτική πραγματικότητα δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά κάτι που αλλάζει τον ρυθμό της ζωής της, που γεννά ερωτήματα και μια αίσθηση αδιόρατης ανησυχίας. Το «παράξενα» που επαναλαμβάνει ίσως συνοψίζει το βίωμα μιας ολόκληρης κοινωνίας που βρέθηκε ξαφνικά σε καθεστώς δικτατορίας.

Σήμερα, σχεδόν έξι δεκαετίες μετά, τέτοιες φωνές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία καθώς θυμίζουν ότι η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τα μεγάλα γεγονότα και τα πολιτικά πρόσωπα, αλλά και από τις μικρές, προσωπικές στιγμές των ανθρώπων που τη βίωσαν. Και ίσως, μέσα από αυτές, μπορούμε να κατανοήσουμε βαθύτερα όχι μόνο το τι συνέβη, αλλά και το πώς ένιωθαν όσοι το έζησαν.

Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ
1 0 Bookmark