Κομισιόν για Ελλάδα: Βλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1,8% φέτος - Στο 3,7% ο πληθωρισμός

Το ενεργειακό σοκ λόγω του πολέμου διαβρώνει το πραγματικό εισόδημα και πλήττει την κατανάλωση - Ωστόσο η ανάπτυξη παραμένει πάνω από τον μέσο όρο ΕΕ και Ευρωζώνης

Κομισιόν

Επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και υψηλότερο πληθωρισμό προβλέπει για την Ελλάδα φέτος η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις εαρινές οικονομικές προβλέψεις της, λόγω των επιπτώσεων του ενεργειακού σοκ που έχει προκαλέσει η κρίση στη Μέση Ανατολή.

Η οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα παραμένει ωστόσο πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ και της Ευρωζώνης, τόσο φέτος όσο και το επόμενο έτος.

Στην ΕΕ και την Eυρωζώνη, η ανάπτυξη για το 2026 αναθεωρείται επίσης προς τα κάτω, ενώ ο πληθωρισμός προς τα πάνω, με την Κομισιόν να επισημαίνει ότι «ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, η οικονομία της ΕΕ είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στο ενεργειακό σοκ που προκαλείται από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή - το δεύτερο τέτοιο σοκ σε λιγότερο από πέντε χρόνια».

Φρενάρει στο 1,8% η ανάπτυξη στην Ελλάδα φέτος, στο 1,6% το 2027

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Κομισιόν, η ελληνική οικονομία αναμένεται να σημειώσει επιβράδυνση από 2,1% το 2025 σε 1,8% το 2026, καθώς το σοκ στις τιμές της ενέργειας διαβρώνει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών και περιορίζει την αύξηση της κατανάλωσης. Ωστόσο, η αύξηση των επενδύσεων αναμένεται να παραμείνει ισχυρή, στηριζόμενη στη συνεχιζόμενη απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων. 

Το 2027, η αύξηση του ΑΕΠ προβλέπεται να υποχωρήσει ελαφρώς στο 1,6%, καθώς ολοκληρώνεται σταδιακά η εφαρμογή του Μηχανισμού Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας (RRF).

Όσον αφορά τον πληθωρισμό αναμένεται να αυξηθεί στο 3,7% το τρέχον έτος, τροφοδοτούμενος από την απότομη άνοδο των τιμών της ενέργειας. Το 2027, ο πληθωρισμός προβλέπεται να υποχωρήσει στο 2,4%, όμως ο δομικός δείκτης, δηλαδή χωρίς την ενέργεια και τα τρόφιμα, αναμένεται να παραμείνει αυξημένος, καθώς το σοκ στις τιμές θα μετακυλίεται στις μη ενεργειακές συνιστώσες.

Η ανεργία προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω, αν και με βραδύτερο ρυθμό, φθάνοντας στο 7,9% το 2027

Ωστόσο, όπως σημειώνει η Κομισιόν, η Ελλάδα αναμένεται να διατηρήσει ευνοϊκή δημοσιονομική θέση, με διατηρήσιμα πλεονάσματα την περίοδο 2025-2027, παρά τα επεκτατικά δημοσιονομικά μέτρα.

Επίσης, η ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα προβλέπεται ότι θα συνεχίσουν να οδηγούν σταθερά προς τα κάτω τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ, φέρνοντάς τον κοντά στο 134% έως το τέλος του 2027.

Στο 0,9% η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη, στο 3% ο πληθωρισμός

Επιβράδυνση της ανάπτυξης και αύξηση του πληθωρισμού αναμένει επίσης η Κομισιόν και στην Ευρώπη, σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις της. 

Πιο συγκεκριμένα, για την Ευρωζώνη, αναμένει ανάπτυξη 0,9% φέτος και 1,2% το 2027, από 1,2% και 1,4% αντίστοιχα τις εκτιμήσεις της το φθινόπωρο του 2025. 

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, προβλέπει επιβράδυνση της αύξησης του ΑΕΠ στο 1,1% το 2026 από 1,4% που ανέμενε πέρυσι το φθινόπωρο, και στη συνέχεια επιτάχυνση στο 1,4% το 2027.

Όσον αφορά τον πληθωρισμό, στην Ευρωζώνη προβλέπεται να φτάσει το 3% το 2026 και να υποχωρήσει στο 2,3% το 2027, ενώ στην ΕΕ προβλέπεται στο 3,1% το 2026 και στο 2,4% το 2027.

Αναλυτικά η έκθεση για την Ελλάδα

Πιο αναλυτικά, για την Ελλάδα, η Κομισιόν αναφέρει ότι το 2025, η ελληνική οικονομία διατήρησε την αναπτυξιακή της δυναμική. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% για τρίτο συνεχόμενο έτος, ωθούμενο από τις επενδύσεις, την ιδιωτική κατανάλωση και τις καθαρές εξαγωγές. Η επενδυτική δραστηριότητα, όπως εκτιμά, αναμένεται να παραμείνει ισχυρή το 2026, υποστηριζόμενη από την πρωτοφανή υψηλή εισροή κονδυλίων της ΕΕ στην Ελλάδα στο πλαίσιο του RRF.

Ωστόσο, τονίζεται ότι το σοκ στις τιμές της ενέργειας αναμένεται να μειώσει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Το επεκτατικό δημοσιονομικό πακέτο που ανακοινώθηκε το 2025, συμπεριλαμβανομένων των μειώσεων του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και των αυξήσεων των μισθών του δημόσιου τομέα, μαζί με τα πρόσφατα μέτρα για την ενέργεια, αναμένεται να μετριάσουν κάπως αυτές τις επιπτώσεις. Ωστόσο, η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να επιβραδυνθεί.

Η ζήτηση εισαγωγών αναμένεται να παραμείνει ισχυρή, λόγω της υψηλής εξάρτησης των επενδύσεων από τις εισαγωγές. Η αύξηση της παραγωγής προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω το 2027 καθώς οι επενδύσεις επιβραδύνονται λόγω της ολοκλήρωσης του RRF.

Συνολικά, η αύξηση του ΑΕΠ προβλέπεται να μετριαστεί στο 1,8% το 2026 και στο 1,6% το 2027, παραμένοντας παράλληλα πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Ωστόσο, οι κίνδυνοι προς τα κάτω, παραμένουν, καθώς μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να μειώσει τις εξαγωγές υπηρεσιών, ιδίως τον τουρισμό.

Ο πληθωρισμός παρέμεινε υψηλός το 2025, με μέσο όρο 2,9%, αντανακλώντας την ισχυρή ζήτηση, μια στενή αγορά εργασίας και τον αντίκτυπο των μέτρων για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Η πρόσφατη αύξηση των τιμών της ενέργειας αναμένεται να αυξήσει τις τιμές λιανικής της ενέργειας και, ως εκ τούτου, τον πληθωρισμό το 2026, μετακυλίοντας σταδιακά στις τιμές των μη ενεργειακών αγαθών και υπηρεσιών.

Το 2027, μια υποτιθέμενη διόρθωση στις τιμές της ενέργειας θα πρέπει να στηρίξει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, αλλά η καθυστερημένη αύξηση στις τιμές των ενεργοβόρων αγαθών και υπηρεσιών θα διατηρήσει τον πληθωρισμό υψηλό. Επιπλέον, οι ισχυρές πιέσεις στη ζήτηση και τους μισθούς, που τροφοδοτούνται από την έλλειψη εργατικού δυναμικού, θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την εξέλιξη των τιμών. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,7% το 2026 και να φτάσει το 2,4% το 2027.

Η αγορά εργασίας παραμένει ανθεκτική. Το 2025 συνέχισε να επεκτείνεται, με το ποσοστό ανεργίας να μειώνεται στο 8,4% το τελευταίο τρίμηνο, το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί από το 2008, αν και εξακολουθεί να είναι πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 6%. Το ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας παρέμεινε σε γενικές γραμμές αμετάβλητο, κοντά στο 5% -το υψηλότερο στην ΕΕ- αντανακλώντας μακροχρόνιες διαρθρωτικές προκλήσεις, όπως το χάσμα δεξιοτήτων και οι ανεπαρκείς λύσεις για τη φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων.

Τα ποσοστά κενών θέσεων εργασίας συνέχισαν να μειώνονται, αν και εξακολουθούν να υποδηλώνουν μια στενή αγορά εργασίας, ιδίως στον τουρισμό και τις κατασκευές. Η αύξηση της απασχόλησης αναμένεται να συνεχιστεί, αλλά με πιο μέτριο ρυθμό, περιορισμένη από διαρθρωτικά εμπόδια και ασθενέστερη οικονομική δραστηριότητα.

 Η ελληνική οικονομία διατηρεί, ωστόσο, τη δημοσιονομική της ισχύ. Το 2025, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης κατέγραψε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας το 1,1% του ΑΕΠ που προβλεπόταν από την Επιτροπή το φθινόπωρο του 2025. Το ισχυρότερο αποτέλεσμα αντανακλά τις χαμηλότερες από το αναμενόμενο δαπάνες, ιδίως τις τρέχουσες δαπάνες, καθώς και τα υψηλότερα από το αναμενόμενο έσοδα, ιδίως από τον ΦΠΑ, που υποστηρίζονται από τις συνεχιζόμενες βελτιώσεις στη φορολογική συμμόρφωση.

Το 2026, το πλεόνασμα αναμένεται να παραμείνει ισχυρό αλλά μέτριο στο 0,8% του ΑΕΠ. Αυτή η πρόβλεψη ενσωματώνει τα επεκτατικά μέτρα που εκτιμώνται στο 0,6% του ΑΕΠ το 2026 και στο 0,8% του ΑΕΠ από το 2027 και μετά, συμπεριλαμβανομένων των μειώσεων στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, στον φόρο ακίνητης περιουσίας και στον ΦΠΑ, καθώς και στις αυξήσεις σε συντάξεις και μισθούς του δημόσιου τομέα.

Περιλαμβάνει επίσης τα προσωρινά μέτρα στήριξης της ενέργειας, που εκτιμώνται στο 0,2% του ΑΕΠ, τα οποία υιοθετήθηκαν ως απάντηση στην πρόσφατη αύξηση των τιμών των καυσίμων. Αυτά τα μέτρα είναι ευρέως στοχευμένα και περιλαμβάνουν επιδοτήσεις καυσίμων για τα νοικοκυριά, στήριξη για τις μεταφορές και τη γεωργία, ένα εφάπαξ επίδομα για οικογένειες με παιδιά και αποζημίωση για τις εταιρείες πλοίων.

Επίσης, οι πρόσφατα ανακοινωθείσες αλλαγές στα υπάρχοντα μέτρα, όπως η αύξηση του επιδόματος των συνταξιούχων και η αναθεώρηση των κριτηρίων εισοδήματος για την επιδότηση ενοικίου, εκτιμάται ότι θα έχουν δημοσιονομικό κόστος περίπου 0,1% του ΑΕΠ. Επιπλέον, οι αμυντικές δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν από 2,4% του ΑΕΠ το 2025 σε 2,6% του ΑΕΠ το 2026. Οι εξελίξεις στα έσοδα, υποστηριζόμενες από την ονομαστική ανάπτυξη, αναμένεται να αντισταθμίσουν εν μέρει τον δημοσιονομικό αντίκτυπο αυτών των μέτρων.

Το 2027, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να παραμείνει σε πλεόνασμα στο 0,6% του ΑΕΠ. Αυτό αντανακλά τη συνεχιζόμενη μέτρια αύξηση των δαπανών. Ταυτόχρονα, πολλά μέτρα μείωσης του πλεονάσματος αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά το ισοζύγιο, συμπεριλαμβανομένου του ετήσιου αντίκτυπου του δημοσιονομικού πακέτου του 2026 (0,8% του ΑΕΠ), της περαιτέρω μείωσης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης (0,1% του ΑΕΠ) και των επιπρόσθετων αυξήσεων στους μισθούς του δημόσιου τομέα.

Ο δείκτης δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε στο 146,1% το 2025, σχεδόν 43 ποσοστιαίες μονάδες, κάτω από το προ-COVID-19 κορυφαίο επίπεδο που καταγράφηκε το 2018. Ο δείκτης προβλέπεται να συνεχίσει να μειώνεται στο 134,4% έως το 2027, υποστηριζόμενος από την ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ και τα επίμονα πρωτογενή πλεονάσματα του προϋπολογισμού.

Πηγή: skai.gr
16 0 Bookmark