Από το Grexit στο Grecovery: H μεγάλη επιστροφή της Ελλάδας και οι προκλήσεις που παραμένουν

Το οριστικό κλείσιμο του κεφαλαίου της κρίσης απαιτεί συνέχιση μεταρρυθμίσεων, εστίαση στη βιώσιμη ανάπτυξη και συνετή διαχείριση των γεωπολιτικών κινδύνων

Ελληνική οικονομία

Στα 15 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης η οποία οδήγησε την Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού, η χώρα έχει διανύσει μια εντυπωσιακή διαδρομή. Από τον εφιάλτη του Grexit έχει περάσει πλέον στο Grecovery: μια περίοδο σταθεροποίησης, ανάκαμψης και βελτιωμένης ανθεκτικότητας. 

Όμως, παρά τα σημαντικά επιτεύγματα που έχει πετύχει, μένει ακόμα να απαντηθούν ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα. Έχει καταφέρει η ελληνική οικονομία να γυρίσει σελίδα και να αφήσει οριστικά πίσω της, με βιώσιμο τρόπο, την κρίση; Έχει αποκατασταθεί πλήρως η ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτεί την πραγματική οικονομία; Και, το σημαντικότερο, έχει μετασχηματίσει αρκετά το οικονομικό της μοντέλο ώστε να διασφαλίσει τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και τη σύγκλιση με τη ζώνη του ευρώ;

Σίγουρα, η Ελλάδα έχει καταφέρει πολλά όλα αυτά τα χρόνια, ωστόσο η δύσκολη αυτή διαδρομή δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Το οριστικό κλείσιμο του κεφαλαίου της κρίσης απαιτεί τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, εστίαση στη βιώσιμη ανάπτυξη και συνετή διαχείριση των εξωτερικών κινδύνων, ιδίως στο σημερινό περιβάλλον γεωπολιτικής και εμπορικής αβεβαιότητας. Αυτό σημειώνουν σε άρθρο τους στο ιστολόγιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας οι οικονομολόγοι Martin Bijsterbosch, Diego Moccero, Daphne Momferatou, Marta Rodríguez Vives και Giacomo Pongetti.

Εντυπωσιακή ανάκαμψη

Η Ελλάδα, σύμφωνα με τους οικονομολόγους της ΕΚΤ, αποτελεί παράδειγμα μιας από τις χειρότερες οικονομικές κρίσεις και, ταυτόχρονα, μιας από τις πιο εντυπωσιακές ανακάμψεις στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Ως αποτέλεσμα λαθών του παρελθόντος, το 2010 βρέθηκε αντιμέτωπη με απότομη πτώση του ΑΕΠ, εκτόξευση της ανεργίας και αύξηση του δημόσιου χρέους. Ακολούθησε μια δεκαετία επώδυνης επανεξισορρόπησης, με τη στήριξη των προγραμμάτων μακροοικονομικής προσαρμογής και με αναπόφευκτη δημοσιονομική προσαρμογή και εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Ήταν μια δύσκολη και μεταμορφωτική διαδρομή, κατά την οποία η χώρα πέτυχε αξιοσημείωτη ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και αντιμετώπισε αρκετά από τα βασικά κατάλοιπα της κρίσης, όπως τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών, ενώ μείωσε εντυπωσιακά το δημόσιο χρέος της. 

Επιστροφή του τραπεζικού τομέα στην κανονικότητα

Οι ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με τους οικονομολόγους της ΕΚΤ, ανέκαμψαν εντυπωσιακά από την κρίση των αρχών της δεκαετίας του 2010. Τότε είχαν πληγεί από τις ζημιές σε κρατικά ομόλογα, την απότομη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και τη μεγάλη μείωση των καταθέσεων. Έκτοτε, μια σειρά σημαντικών παρεμβάσεων ανέτρεψε την εικόνα. Οι τράπεζες ενίσχυσαν τα κεφάλαιά τους και προχώρησαν αποφασιστικά σε κινήσεις προκειμένου να καθαρίσουν τους ισολογισμούς τους.

Το «σχέδιο Ηρακλής» διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο, βοηθώντας τις τράπεζες να τιτλοποιήσουν και να πουλήσουν περίπου 57 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων έως το 2025. 

Παράλληλα, καθώς οι μακροοικονομικές συνθήκες σταθεροποιήθηκαν και η εμπιστοσύνη επέστρεψε, οι τράπεζες επωφελήθηκαν από την ισχυρότερη ρευστότητα, την υψηλότερη κερδοφορία και την καλύτερη κεφαλαιακή θέση τους, ενώ συγχωνεύσεις όπως αυτή της Παγκρήτιας Τράπεζας με την Attica Bank συνέβαλαν επίσης στην αναδιαμόρφωση του κλάδου.

Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα οι ελληνικές τράπεζες να είναι και πάλι σε θέση να χρηματοδοτούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, στηρίζοντας έτσι τις επενδύσεις. Τα δάνεια προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις έχουν αυξηθεί αισθητά και τα στεγαστικά δάνεια ανακάμπτουν, τα πιστοδοτικά κριτήρια των τραπεζών για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις -που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας- έχουν χαλαρώσει εντονότερα απ’ ό,τι για τις μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ η πρόσβαση των πολύ μικρών επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση είχε βελτιωθεί σε σύγκριση με το 2019. 

Παρ’ όλα αυτά, οι πολύ μικρές και οι μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, λόγω υψηλότερης αντίληψης κινδύνου, περιορισμένων εξασφαλίσεων και υψηλότερου κόστους δανεισμού.

Επιπλέον, η πρόοδος αυτή κάλυψε ένα ευρύ φάσμα κλάδων, σηματοδοτώντας μια πιο συμπεριληπτική ανάκαμψη. 
Έτσι, η ευρύτερη οικονομική ανάκαμψη, σε συνδυασμό με τη μείωση των ασφαλίστρων κινδύνου, τροφοδότησε τόσο τη ζήτηση για πίστωση από τις πολύ μικρές επιχειρήσεις όσο και την προθυμία των τραπεζών να τις δανείσουν. Καταλυτικό ρόλο βέβαια διαδραμάτισε και το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς στήριξε περαιτέρω την πιστωτική επέκταση και προς τις μικρότερες επιχειρήσεις.

Ο βραχνάς των κόκκινων δανείων

Παράλληλα, οι τράπεζες έχουν σημειώσει απτή πρόοδο στην ενίσχυση των ισολογισμών τους. Ωστόσο, μία συνέπεια αυτού είναι ότι μεγάλο μέρος του ιδιωτικού χρέους της χώρας βρίσκεται πλέον εκτός τραπεζικού συστήματος. Μέχρι το τέλος του 2024, τα περισσότερα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είχαν μεταφερθεί, μέσω του «Ηρακλή», σε ξένα funds και τη διαχείρισή τους είχαν αναλάβει εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία αντιστοιχούν περίπου στο 1/3 του ελληνικού ΑΕΠ. Η αντιμετώπιση αυτού του τεράστιου όγκου προβληματικών δανείων παραμένει μία από τις δυσκολότερες προκλήσεις.

Για να αντιμετωπίσει αυτό το βάρος του παρελθόντος, η Ελλάδα εισήγαγε νέο πλαίσιο αφερεγγυότητας και ηλεκτρονικό σύστημα πλειστηριασμών. Όμως η πρόοδος, όπως σημειώνουν οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ, υπήρξε πιο αργή από όσο αναμενόταν. Διαρθρωτικά και θεσμικά εμπόδια συνεχίζουν να παρεμποδίζουν τη διαδικασία. Κενά στο σύστημα πλειστηριασμών και καθυστερήσεις στα δικαστήρια καθιστούν τη διαδικασία εκτέλεσης και αναδιάρθρωσης χρεών χρονοβόρα. Οι servicers ενδέχεται επίσης να δυσκολεύονται να εντοπίσουν τους οφειλέτες λόγω ελλιπών στοιχείων. 

Ως αποτέλεσμα, νοικοκυριά και επιχειρήσεις με ανεπίλυτο χρέος παραμένουν ουσιαστικά αποκλεισμένα από τον τραπεζικό δανεισμό, περιορίζοντας έτσι την ικανότητα των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη.

Η αντιμετώπιση αυτών των σημείων συμφόρησης, σύμφωνα με τους οικονομολόγους της ΕΚΤ, είναι κρίσιμη αν η Ελλάδα θέλει να απελευθερώσει πλήρως το δυναμικό του χρηματοπιστωτικού της τομέα και να στηρίξει ισχυρότερη, πιο βιώσιμη ανάπτυξη. 

Επιπλέον, παρότι το HAPS υπήρξε καθοριστικό για τον «καθαρισμό» των τραπεζικών ισολογισμών, οι κρατικές εγγυήσεις σε αυτές τις τιτλοποιήσεις δημιουργούν ενδεχόμενη υποχρέωση για τα δημόσια οικονομικά. Αν η ανάκτηση σημαντικού μέρους αυτών των δανείων δεν εξελιχθεί όπως αναμενόταν, το δημοσιονομικό κόστος θα μπορούσε να είναι σημαντικό, ασκώντας ενδεχομένως πρόσθετη πίεση στη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Το χάσμα στο βιοτικό επίπεδο

Μία ακόμη βασική πρόκληση είναι η σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα με το υπόλοιπο της ζώνης του ευρώ. Η αντιμετώπισή της απαιτεί περαιτέρω αλλαγές στο αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας. 

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι έως το 2030 το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε μονάδες αγοραστικής δύναμης) θα φτάσει λίγο κάτω από το 70% του μέσου όρου της Ευρωζώνης - περίπου στο ίδιο επίπεδο με την εποχή που η Ελλάδα υιοθέτησε το ευρώ. Αυτό οφείλεται σε αδυναμίες του παρελθόντος: πριν από την κρίση, η ανάπτυξη στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στις επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, στην ιδιωτική κατανάλωση και την εκρηκτική άνοδο της αγοράς κατοικίας, που απορροφούσαν πόρους αλλά συνέβαλλαν ελάχιστα στη μακροπρόθεσμη παραγωγικότητα.

Από τότε, οι κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης έχουν αλλάξει. Οι επενδύσεις σε κατοικίες έχουν μειωθεί αισθητά ως ποσοστό του ΑΕΠ, αφήνοντας χώρο για περισσότερες επενδύσεις σε επιχειρήσεις και υποδομές - δηλαδή επενδύσεις που ενισχύουν την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας. Οι δημόσιες επενδύσεις έχουν επίσης αυξηθεί σημαντικά από το 2020, εν μέρει χάρη στην υλοποίηση του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. 

Την ίδια στιγμή, οι εξαγωγές έχουν αναδειχθεί σε πιο σημαντική κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης. Και παρότι ο τουρισμός παραμένει σημαντικός, οι εξαγωγές αγαθών διαδραματίζουν πλέον πολύ μεγαλύτερο ρόλο απ’ ό,τι πριν από την κρίση. Έτσι, αυτή η σταδιακή επανεξισορρόπηση του οικονομικού μοντέλου αποδίδει ήδη ορισμένους καρπούς. 

Ωστόσο, όπως σημειώνουν οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ, το κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει να περιορίζει το εισοδηματικό χάσμα θα εξαρτηθεί από τη συνέχιση της ίδιας πορείας: διατήρηση των επενδύσεων και των εξαγωγών στο επίκεντρο του αναπτυξιακού της μοντέλου και οικοδόμηση παραγωγικών κερδών που θα επιτρέψουν διατηρήσιμη σύγκλιση.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι επίσης ότι η Ελλάδα καθιερώνεται σταδιακά ως παίκτης, έστω και μικρός, στις εξαγωγές μεταποιητικών προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. 

Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τους οικονομολόγους της ΕΚΤ, οι εξαγωγές -που πλέον αντιστοιχούν σε περισσότερο από το 35% του ΑΕΠ από περίπου 21% πριν από την κρίση- παραμένουν συγκεντρωμένες σε τομείς ευαίσθητους στις γεωπολιτικές εξελίξεις και στους κλυδωνισμούς της παγκόσμιας ζήτησης, με περίπου το ήμισυ να προέρχεται από τον τουρισμό, τη ναυτιλία και την ενέργεια. 

Περαιτέρω πρόοδος στη διαφοροποίηση των εξαγωγών, με συνεχιζόμενη έμφαση στα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, θα καταστήσει τη βάση των ελληνικών εξαγωγών πιο ανθεκτική σε εξωτερικούς κραδασμούς και θα στηρίξει την εξαγωγική ανάπτυξη, αποτελώντας βασικό μοχλό για την περαιτέρω σύγκλιση του ελληνικού βιοτικού επιπέδου προς τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ.

Για να ξεκλειδώσει το αναπτυξιακό δυναμικό της και να στηρίξει τη διαδικασία σύγκλισης, η Ελλάδα μπορεί να ωφεληθεί, σύμφωνα με τους οικονομολόγους της ΕΚΤ, από πολιτικές και μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα, τις επενδύσεις και την καινοτομία. 

Ισχυρότερες ευκαιρίες αναβάθμισης και επανειδίκευσης δεξιοτήτων, μαζί με διευρυμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες παιδικής φροντίδας για την ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, μπορούν να περιορίσουν τις πιέσεις που δημιουργεί η γήρανση του πληθυσμού. Επιπλέον, καθώς οι ψηφιακές τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής νοημοσύνης, καθίστανται κεντρικές για την οικονομική επίδοση, η δημιουργία των κατάλληλων κινήτρων για καινοτομία και υιοθέτηση της τεχνολογίας γίνεται ολοένα και πιο ουσιώδης.

Εδώ είναι που η ποιότητα των θεσμών -από την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης και την ποιότητα των ρυθμίσεων έως το κράτος δικαίου και τον έλεγχο της διαφθοράς- αποκτά καθοριστική σημασία. Οι θεσμοί διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός δυναμικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος, στις επενδύσεις, στην καινοτομία και, επομένως, στην παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα.

Όπως υποστηρίζουν οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ, αν η Ελλάδα καταφέρει να βελτιώσει την ποιότητα των θεσμών της στον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, θα μπορούσε να αυξήσει κατά περίπου πέντε ποσοστιαίες μονάδες το μερίδιο των ιδιωτικών επενδύσεων που κατευθύνονται σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας. Και αν φτάσει στο επίπεδο των κορυφαίων επιδόσεων της ζώνης του ευρώ, η επίδραση αυτή σχεδόν θα διπλασιαζόταν, ωθώντας τις επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας περίπου στο 1/4 του συνόλου των ιδιωτικών επενδύσεων, πολύ πάνω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ.

Πηγή: skai.gr
10 0 Bookmark