Η ματωμένη Πρωτομαγιά του 1944: Η μαζική εκτέλεση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής που έγινε σύμβολο θυσίας

«Οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 είναι 99% αυθεντικές», ανέφερε μιλώντας στο skai.gr ο ιστορικός Γιάννης Χαραλαμπίδης - Ποια είναι τα επόμενα βήματα

Καισαριανή

Του Στέφανου Νικολαΐδη

Η Πρωτομαγιά του 1944 χαράχθηκε ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη ως μία από τις πιο σκοτεινές και ταυτόχρονα πιο εμβληματικές στιγμές της γερμανικής Κατοχής. Στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, 200 Έλληνες κρατούμενοι εκτελέστηκαν από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, σε αντίποινα για τη δολοφονία του Γερμανού υποστρατήγου Φραντς Κρεχ στη Λακωνία.

Η εκτέλεση υπήρξε πράξη ωμής τρομοκρατίας, αλλά και μια στιγμή που μετατράπηκε σε σύμβολο αντίστασης, αξιοπρέπειας και ιστορικής μνήμης.

Καισαριανή

Την άνοιξη του 1944 η Ελλάδα βρισκόταν σε καθεστώς βαθιάς αποσταθεροποίησης. Οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής, αντιλαμβανόμενες ότι η στρατιωτική τους ήττα ήταν θέμα χρόνου, ενέτειναν την πολιτική των αντιποίνων. Την ίδια στιγμή, το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ είχαν καταστεί η κυρίαρχη δύναμη της Αντίστασης, ενώ οι πολιτικές και στρατιωτικές ισορροπίες στο εσωτερικό προμήνυαν τη σύγκρουση της επόμενης ημέρας.

Μερίδα ιστορικών εκτιμά ότι ο Εμφύλιος είχε ήδη αρχίσει σε επίπεδο πολιτικών και ένοπλων αντιπαραθέσεων. Οι κατοχικές Αρχές, σε συνεργασία με τα Τάγματα Ασφαλείας, είχαν εξαπολύσει κύμα διώξεων και εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, στοχεύοντας κυρίως τους κομμουνιστές και τους υποστηρικτές του ΕΑΜ.

Η ενέδρα στους Μολάους και ο θάνατος του Φραντς Κρεχ

Στις 27 Απριλίου 1944, τμήμα του ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον ανθυπολοχαγό Σταθάκη έστησε ενέδρα σε γερμανική αυτοκινητοπομπή στον δρόμο Μολάων–Σπάρτης. Στην επίθεση σκοτώθηκε ο υποστράτηγος Φραντς Κρεχ, διοικητής της 41ης Μεραρχίας Οχυρών, καθώς και 3 αξιωματικοί της συνοδείας του. Πέντε ακόμη Γερμανοί τραυματίστηκαν.

Η απάντηση των κατοχικών δυνάμεων υπήρξε άμεση και αμείλικτη. Η πολιτική των αντιποίνων προέβλεπε την εκτέλεση πολλαπλάσιου αριθμού αμάχων για κάθε απώλεια Γερμανού στρατιωτικού. Στις 30 Απριλίου δημοσιεύθηκε στον κατοχικό Τύπο η διαταγή του Στρατιωτικού Διοικητή Ελλάδος: 200 «κομμουνιστές» θα εκτελούνταν την 1η Μαΐου, ενώ διατασσόταν και η εκτέλεση όσων ανδρών εντοπίζονταν στον δρόμο Μολάων–Σπάρτης εκτός οικισμών.

Στην ίδια ανακοίνωση αναφερόταν ότι «Έλληνες εθελονταί» είχαν ήδη θανατώσει 100 ακόμη κομμουνιστές. Πρόκειται για άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου υπό τον Διονύσιο Παπαδόγγονα, στενό φίλο του Κρεχ — μια αναφορά που υπογράμμιζε τη συνεργασία τμημάτων του ελληνικού πληθυσμού με τις κατοχικές δυνάμεις.

Μολάοι

Οι 200 που επρόκειτο να εκτελεστούν κρατούνταν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Οι 170 προέρχονταν από τις φυλακές της Ακροναυπλίας — στελέχη και μέλη του ΚΚΕ που είχαν συλληφθεί ήδη από τη μεταξική περίοδο — και οι υπόλοιποι 30 από την εξορία στην Ανάφη.

Η κατοχική κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη φέρεται να προέβη σε χλιαρά διαβήματα για την αποτροπή της εκτέλεσης, χωρίς αποτέλεσμα. Σε ένα κλίμα γενικευμένης πόλωσης, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που θεωρούσαν πως οι κομμουνιστές «έπρεπε να τιμωρηθούν», γεγονός που αποκαλύπτει το βάθος της εσωτερικής ρήξης της εποχής.

Το προσκλητήριο του θανάτου και η άρνηση του Ναπολέοντα Σουκατζίδη

Το πρωί της 1ης Μαΐου 1944, μετά το προσκλητήριο στο Χαϊδάρι, άρχισε η εκφώνηση των ονομάτων. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο Ναπολέων Σουκατζίδης, 35 ετών, διερμηνέας του στρατοπέδου, ιδιαίτερα αγαπητός στους συγκρατουμένους του.

Ο διοικητής Καρλ Φίσερ, αναγνωρίζοντας τη χρησιμότητά του, του πρότεινε να αντικατασταθεί από άλλον κρατούμενο. Ο Σουκατζίδης αρνήθηκε. Η επιλογή του να μην σωθεί εις βάρος κάποιου άλλου κατέστη μία από τις πιο ισχυρές ηθικές στιγμές της ελληνικής Αντίστασης — μια πράξη που ξεπέρασε τα όρια της ιδεολογίας και εγγράφηκε στη σφαίρα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Ναπολέων Σουκατζίδης

Οι 200 μεταφέρθηκαν με καμιόνια στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Καθ’ οδόν, πολλοί πέταγαν μικρά σημειώματα, γραμμένα βιαστικά, αποχαιρετώντας οικογένειες και συντρόφους. Περαστικοί τα περισυνέλεξαν και τα παρέδωσαν στους οικείους ή στις οργανώσεις της Αντίστασης. Τα γράμματα αυτά αποτελούν σήμερα πολύτιμα τεκμήρια της τελευταίας τους μαρτυρίας.

Στον τόπο της εκτέλεσης, οι μελλοθάνατοι οδηγούνταν ανά εικοσάδες. Γύρω στις 10 το πρωί άρχισαν οι ριπές των οπλοπολυβόλων. Κάθε επόμενη εικοσάδα αναλάμβανε να μεταφέρει τα άψυχα σώματα των προηγούμενων στα απορριμματοφόρα που περίμεναν, πριν πάρει τη θέση της μπροστά στα πολυβόλα. Στις 12 το μεσημέρι όλα είχαν τελειώσει. Τα σώματα της τελευταίας ομάδας μεταφέρθηκαν από άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Η μνήμη που νίκησε τον φόβο

Την επομένη της εκτέλεσης, οι κάτοικοι της Καισαριανής αψήφησαν την τρομοκρατία και μετονόμασαν αυθόρμητα την οδό Σκοπευτηρίου σε «Οδό Ηρώων». Στους τοίχους γράφτηκε το σύνθημα:

«Αυτός ο δρόμος είναι Δρόμος Ηρώων. Τον διαβαίνουν οι λεβέντες του έθνους. Χτες 1 του Μάη τον διάβηκαν 200 παλικάρια».

Η πράξη αυτή δεν ήταν απλώς συμβολική· ήταν μια πράξη συλλογικής αντίστασης στη λήθη. Το Σκοπευτήριο της Καισαριανής αναδείχθηκε σε τόπο μνήμης της Εθνικής Αντίστασης και σε σημείο αναφοράς για τις θηριωδίες της Κατοχής.

Καισαριανή

Η εκτέλεση των 200 δεν υπήρξε μεμονωμένο γεγονός, αλλά εντασσόταν στη συστηματική πολιτική αντιποίνων που εφάρμοζε η ναζιστική διοίκηση σε ολόκληρη την κατεχόμενη Ευρώπη. Στην Ελλάδα, ωστόσο, το γεγονός απέκτησε ιδιαίτερο βάρος, καθώς συνδέθηκε με την εσωτερική πολιτική σύγκρουση και τη μετέπειτα εμφυλιακή διαίρεση.

Πέρα από ιδεολογικές αναγνώσεις, η 1η Μαΐου 1944 παραμένει μία από τις πιο δραματικές στιγμές της Κατοχής — μια ημέρα που συμπύκνωσε τη βία του πολέμου, τη σκληρότητα των αντιποίνων και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια μπροστά στον θάνατο.

Στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, εκείνο το πρωινό της Πρωτομαγιάς, δεν εκτελέστηκαν μόνο 200 κρατούμενοι. Σφραγίστηκε μια ιστορική μνήμη που εξακολουθεί να υπενθυμίζει το τίμημα της Κατοχής και το βάρος των επιλογών σε καιρούς ακραίας δοκιμασίας.

«Κατά 99% αυθεντικές οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200»

Την άποψη ότι οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή είναι «κατά 99% αυθεντικές» εξέφρασε ο ιστορικός Γιάννης Χαραλαμπίδης, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η απόλυτη επιβεβαίωση μπορεί να δοθεί μόνο μέσω ταυτοποίησης εικονιζόμενων προσώπων ή με εξειδικευμένο εργαστηριακό έλεγχο.

Μιλώντας στο skai.gr και αναφερόμενος στη δημοπρασία στο eBay όπου έχουν αναρτηθεί οι φωτογραφίες, τόνισε πως αν το θέμα δεν είχε αναδειχθεί από ερευνητές και ιστορικούς, «είναι απολύτως βέβαιο ότι κάποιος ιδιώτης συλλέκτης θα την αποκτούσε για πολύ λιγότερα χρήματα από αυτά τα οποία έχουν ήδη φτάσει».

Καισαριανή

Καισαριανή

Ο κ. Χαραλαμπίδης διευκρίνισε ότι «θα είμαστε 100% σίγουροι σε δύο περιπτώσεις: πρώτον, εάν ταυτοποιηθεί ένα από τα πρόσωπα που εικονίζονται και, δεύτερον, εάν οι φωτογραφίες υποστούν εργαστηριακό έλεγχο».

Σημείωσε, ακόμη, ότι πρέπει να διαπιστωθεί με βεβαιότητα πως οι εικόνες αποτυπώνουν πράγματι τα γεγονότα της 1ης Μαΐου 1944, καθώς τις αμέσως επόμενες ημέρες πραγματοποιήθηκαν και άλλες εκτελέσεις.

Παρά ταύτα, όπως ανέφερε, βάσει μακροσκοπικής εξέτασης και εκτιμήσεων ειδικών της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, «φαίνεται ότι κατά 99% μιλάμε για φωτογραφίες της εποχής και της ημέρας».

«Το κλίμα δικαιολογεί τις εικόνες που βλέπουμε»

Αναφερόμενος στη στάση των μελλοθανάτων που αποτυπώνεται στις φωτογραφίες, μίλησε για ανθρώπους που εμφανίζονται όρθιοι και περήφανοι, με το κεφάλι ψηλά. Υπενθύμισε ότι μαρτυρίες της εποχής αναφέρουν πως οι κρατούμενοι τραγουδούσαν ήδη από τη στιγμή που επιλέχθηκαν οι 200 στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου.

Σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες, τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο, τον ύμνο της Ακροναυπλίας και το τραγούδι του Ζαλόγγου. Μάλιστα, την προηγούμενη νύχτα είχε στηθεί ένα πρόχειρο γλέντι με κιθάρες, όταν αρχικά υπήρξε η εντύπωση ότι άλλοι κρατούμενοι θα οδηγούνταν στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Όπως τόνισε, «το κλίμα που επικρατούσε και η ψυχολογία μεταξύ των κρατουμένων δικαιολογεί απολύτως αυτό το αίσθημα που βλέπετε να ζωγραφίζεται στα πρόσωπά τους», προσθέτοντας ότι πρόκειται για ανθρώπους που «δείχνουν το πρόσωπό τους με καμάρι», παρά τις κακουχίες, τη μακρά κράτηση και τα ίχνη κακοποίησης.

Καισαριανή

Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο παρέμβασης δημόσιου φορέα για την απόκτηση των φωτογραφιών, ο κ. Χαραλαμπίδης ανέφερε πως «δεν είναι αβάσιμη η προτροπή που έρχεται από πολλούς να υπάρξει μια κινητικότητα».

Εκτίμησε ότι τα Γενικά Αρχεία του Κράτους θα μπορούσαν να είναι ο πλέον κατάλληλος θεσμικός φορέας για την απόκτηση του υλικού, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν τα αναγκαία οικονομικά μέσα και η σχετική νομική δυνατότητα. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι «ο φυσικός χώρος αυτών των φωτογραφιών είναι το Μουσείο της ΕΑΜικής Αντίστασης που βρίσκεται στον χώρο της Καισαριανής».

Πηγή: skai.gr
70 0 Bookmark