Στις 5 Μαΐου του 1789, ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ συγκάλεσε το Συμβούλιο των Γενικών Τάξεων, σε μια ύστατη προσπάθεια να αντιμετωπίσει τη βαθιά οικονομική κρίση που συγκλόνιζε τη χώρα. Η μοναρχία βρισκόταν στα πρόθυρα χρεοκοπίας, ο πληθωρισμός είχε εκτοξευθεί και η κοινωνική οργή μεγάλωνε επικίνδυνα.
Την ίδια στιγμή, η αριστοκρατία και ο κλήρος εξακολουθούσαν να απολαμβάνουν ένα προνόμιο που εξόργιζε τη μεγάλη πλειονότητα των Γάλλων: δεν πλήρωναν φόρους. Όχι επειδή δεν είχαν χρήματα, αλλά επειδή το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα τούς εξασφάλιζε αυτή την εξαίρεση. Η Γαλλική Επανάσταση που ακολούθησε υποσχέθηκε να βάλει τέλος στα προνόμια των λίγων και να θεμελιώσει έναν κόσμο ισότητας και δημοκρατίας.
Δυόμισι αιώνες αργότερα, ολοένα και περισσότεροι οικονομολόγοι, κοινωνιολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες προειδοποιούν ότι ο κόσμος επιστρέφει σε μια νέα μορφή αριστοκρατίας. Αυτή τη φορά, όμως, οι «ευγενείς» δεν φορούν στέμματα ούτε κυβερνούν από παλάτια. Ελέγχουν πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, δορυφορικά συστήματα, τεχνητή νοημοσύνη και αχανείς ψηφιακές αυτοκρατορίες. Είναι οι νέοι δισεκατομμυριούχοι της τεχνολογίας. Ανθρωποι όπως ο Ίλον Μασκ, ο Τζεφ Μπέζος και ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ που διαθέτουν πλούτο και επιρροή μεγαλύτερη από ολόκληρα κράτη.
Το 2021, η δημοσιογραφική έρευνα της ProPublica αποκάλυψε κάτι που προκάλεσε σοκ στην αμερικανική κοινή γνώμη. Μέσα από διαρροή φορολογικών στοιχείων, αποκαλύφθηκε ότι ορισμένοι από τους πλουσιότερους ανθρώπους στις Ηνωμένες Πολιτείες -ανάμεσά τους ο Τζεφ Μπέζος, ο Ίλον Μασκ, ο Γουόρεν Μπάφετ και ο Τζορτζ Σόρος- είχαν καταφέρει σε συγκεκριμένες χρονιές να μην πληρώσουν ούτε ένα δολάριο φόρο εισοδήματος, χωρίς να παραβιάσουν τον νόμο!
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό ήταν το συμπέρασμα της έρευνας ότι οι 25 πλουσιότεροι Αμερικανοί πλήρωναν κατά μέσο όρο πραγματικό φορολογικό συντελεστή 15,8%, χαμηλότερο ακόμη και από εκείνον ενός εργαζόμενου της μεσαίας τάξης. Παρότι στην Ευρώπη η εικόνα εμφανίζεται λιγότερο ακραία, μελέτες δείχνουν ότι και σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία, το Βέλγιο και η Ολλανδία, το πλουσιότερο 1% συχνά φορολογείται αναλογικά λιγότερο από τον μέσο πολίτη.
Ο Μαξ Λόσον της Oxfam, ο οποίος μελετά τις ανισότητες πλούτου διεθνώς, υποστηρίζει ότι οι δισεκατομμυριούχοι έχουν αναπτύξει μηχανισμούς που μετατρέπουν την οικονομική ισχύ σε πολιτική εξουσία. Η χρηματοδότηση κομμάτων και προεκλογικών εκστρατειών, το lobbying, οι επενδύσεις σε μέσα ενημέρωσης, ο έλεγχος των social media και πλέον η κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη λειτουργούν ως εργαλεία επιρροής χωρίς ιστορικό προηγούμενο.
Η επιρροή αυτή είναι πλέον ορατή παντού. Ο Ίλον Μασκ απέκτησε τη δυνατότητα να επηρεάζει ακόμη και πολεμικές συγκρούσεις μέσω του Starlink της SpaceX, το οποίο χρησιμοποιήθηκε στον πόλεμο της Ουκρανίας. Η Meta του Μαρκ Ζάκερμπεργκ διαμορφώνει καθημερινά τη δημόσια συζήτηση για δισεκατομμύρια ανθρώπους, ενώ οι πλατφόρμες X και Facebook κατηγορούνται εδώ και χρόνια για διάδοση παραπληροφόρησης και πολιτική χειραγώγηση. Την ίδια στιγμή, κολοσσοί της τεχνητής νοημοσύνης αλλάζουν ήδη την αγορά εργασίας και την οικονομία με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από εκείνη με την οποία μπορούν να αντιδράσουν οι κυβερνήσεις.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, δεν είναι ότι οι δισεκατομμυριούχοι είναι πλούσιοι. Είναι ότι οι οικονομικές επιδιώξεις τους δεν ταυτίζονται πάντα με τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι εξαρτώνται από μισθούς, δημόσιες υπηρεσίες και κοινωνικές δομές. Οι υπερπλούσιοι, αντίθετα, στηρίζονται κυρίως στις αποδόσεις κεφαλαίου και συχνά ευνοούνται από απορρύθμιση, χαμηλότερη φορολογία και χαλαρότερους κανόνες ανταγωνισμού.
Ο οικονομολόγος Μπράνκο Μιλάνοβιτς προειδοποιεί ότι η σύνδεση οικονομικής και πολιτικής δύναμης αποτελεί διαχρονικό κίνδυνο για τις δημοκρατίες. Όπως σημειώνει, οι ελίτ σπάνια περιορίζουν οικειοθελώς την ισχύ τους, εκτός αν αισθανθούν ότι η κοινωνική αντίδραση μπορεί να απειλήσει το ίδιο το σύστημα που τις στηρίζει.
Σήμερα, η ανισότητα πλούτου έχει φτάσει σε επίπεδα που, σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές, δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο. Οι 12 πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο διαθέτουν συνολικά μεγαλύτερη περιουσία από περισσότερα από τέσσερα δισεκατομμύρια ανθρώπους. Μόνο μέσα στο 2025, οι περιουσίες των δισεκατομμυριούχων αυξήθηκαν με ρυθμό τρεις φορές μεγαλύτερο από τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας.
Η πολιτική επιρροή των υπερπλούσιων αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στις αμερικανικές εκλογές. Στις εκλογές του 2024, μόλις 100 οικογένειες χρηματοδότησαν περίπου το ένα έκτο όλων των χρημάτων που δαπανήθηκαν από κόμματα, υποψηφίους και πολιτικές επιτροπές. Οι ίδιες οικογένειες επένδυσαν συνολικά 2,6 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό υπερδιπλάσιο σε σχέση με τις εκλογές του 2020.
Ταυτόχρονα, η επιρροή τους στα media γίνεται ολοένα μεγαλύτερη. Τα μεγαλύτερα ΜΜΕ στον κόσμο ανήκουν πλέον σε δισεκατομμυριούχους, ενώ οι οκτώ από τις δέκα μεγαλύτερες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης διοικούνται επίσης από υπερπλούσιους επιχειρηματίες. Το ίδιο ισχύει και για τις μεγαλύτερες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2024 στην επιθεώρηση της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι κοινωνίες με ακραίες οικονομικές ανισότητες έχουν επτά φορές περισσότερες πιθανότητες να οδηγηθούν σε δημοκρατική οπισθοδρόμηση.
Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο πως οι δισεκατομμυριούχοι επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις, αλλά ότι το κάνουν πλέον «σε κοινή θέα», υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατία.
Ένα ακόμη μεγάλο ζήτημα αφορά τα μονοπώλια της τεχνολογίας. Ο Γάλλος οικονομολόγος Γκαμπριέλ Ζουκμάν και άλλοι ειδικοί θεωρούν ότι η χαλάρωση των αντιμονοπωλιακών κανόνων από τη δεκαετία του ’80 επέτρεψε τη δημιουργία εταιρειών όπως η Amazon, η Meta και η Google, οι οποίες απέκτησαν τόσο μεγάλη ισχύ, ώστε μπορούν πλέον να εξουδετερώνουν ανταγωνιστές πριν ακόμη εξελιχθούν σε απειλή.
Οι ιστορικοί βλέπουν ολοένα περισσότερες ομοιότητες ανάμεσα στη σημερινή εποχή και τη λεγόμενη «Χρυσή Εποχή» των Ηνωμένων Πολιτειών στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν τεράστιες περιουσίες όπως εκείνες των Ροκφέλερ, Μόργκαν και Βάντερμπιλτ κυριαρχούσαν στην οικονομία και την πολιτική. Η ακραία ανισότητα εκείνης της περιόδου οδήγησε τελικά στην επιβολή προοδευτικής φορολογίας, φόρου κληρονομιάς και αυστηρών αντιμονοπωλιακών νόμων.
Σήμερα, οικονομολόγοι όπως ο Τομά Πικετί και ο Γκαμπριέλ Ζουκμάν προτείνουν παγκόσμιο ελάχιστο φόρο για τις πολύ μεγάλες περιουσίες. Ο Ζουκμάν εκτιμά ότι μια ελάχιστη φορολόγηση 2% ετησίως για περιουσίες άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τα φορολογικά «παράθυρα» που χρησιμοποιούν οι υπερπλούσιοι.
Άλλοι προτείνουν ακόμη πιο σκληρά μέτρα, όπως βαριά φορολόγηση για όσους χρηματοδοτούν πολιτικά κόμματα ή ελέγχουν μέσα ενημέρωσης και πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, θεωρώντας ότι εκεί ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας της σύγχρονης πλουτοκρατίας: στη μετατροπή του οικονομικού πλούτου σε πολιτική κυριαρχία.
Το ερώτημα που απασχολεί πλέον όλο και περισσότερους αναλυτές είναι αν οι δημοκρατίες μπορούν να παραμείνουν πραγματικά λειτουργικές όταν μια τόσο μικρή ομάδα ανθρώπων διαθέτει επιρροή μεγαλύτερη από ολόκληρα κράτη. Για πολλούς, η Ιστορία έχει ήδη δώσει την απάντηση: όταν οι ανισότητες ξεπερνούν ένα ορισμένο όριο, οι κοινωνίες αργά ή γρήγορα αντιδρούν.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.