ΚΑΙΡΟΣ

Μακελειό σε σχολείο στο Τέξας: Η δασκάλα Έβα Μιρέλες πήγε στη δουλειά που λάτρευε, αλλά δεν γύρισε ποτέ

Η Έβα Μιρέλες πήγε χθες στη δουλειά που αγαπούσε: ήταν δασκάλα στην τέταρτη τάξη του πρωτοβάθμιου σχολείου Ρομπ, στη μικρή πόλη Ουβάλντε, στην πολιτεία Τέξας.

Δεν γύρισε ποτέ σπίτι.

Είναι ανάμεσα στα θύματα της σφαγής που διέπραξε βαριά οπλισμένος 18χρονος μαθητής λυκείου, όπως και 19 μικροί μαθητές και άλλο ένα μέλος του διδακτικού προσωπικού. Έγινε ακόμη μια στατιστική της επιδημίας των mass shootings στα σχολεία των ΗΠΑ.

Ειδικευμένη στην εκπαίδευση δίγλωσσων παιδιών και παιδιών με ειδικές ανάγκες, η Εύα Μιρέλες δίδασκε παιδιά 9 ως 10 ετών, εξήγησε η εξαδέλφη της Κριστίνα Αρισμέντι Μιρέλες μέσω Facebook. «Η καρδιά μου έχει γίνει χίλια κομμάτια», ανέφερε.

Ήταν παντρεμένη, είχε κόρη που αποφοίτησε από το κολλέγιο και «τρεις χνουδωτούς φίλους», σύμφωνα με το βιογραφικό της στον ιστότοπο του σχολείου. Ο σύζυγός της Ρουμπέν Ρουίς είναι αστυνομικός, μέλος της υπηρεσίας που εντέλλεται να διενεργήσει την έρευνα για τη σφαγή.

Η θεία της Λίδια Μαρτίνες Δελγάδο τη θρήνησε μέσω Facebook. «Είμαι έξαλλη διότι συνεχίζονται αυτά τα τουφεκίδια. Τα παιδιά αυτά ήταν αθώα. Δεν θα έπρεπε να μπορεί να αγοράζει κανένας τουφέκια τόσο εύκολα. Αυτή εδώ είναι η πόλη όπου μεγάλωσα, μικρή κοινότητα 20.000 ανθρώπων. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, ειδικά σε αγαπημένα μου πρόσωπα», τόνισε η κυρία Μαρτίνες Δελγάδο.

«Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσευχηθούμε για τη χώρα μας, την πολιτεία μας, τα σχολεία μας, και για τις οικογένειες όλων».

Απέμεναν δύο ημέρες για την ολοκλήρωση της σχολικής χρονιάς όταν διαπράχθηκε η σφαγή.

Η πόλη Ουβάλντε, κάπου 130 χιλιόμετρα δυτικά του Σαν Αντόνιο, έχει περίπου 16.000 μόνιμους κατοίκους, σχεδόν το 80% εκ των οποίων έχει λατινοαμερικάνικη καταγωγή, σύμφωνα με τα δεδομένα της πιο πρόσφατης απογραφής πληθυσμού των ΗΠΑ.

Παιδιά κάτω των 10 ετών

Η σφαγή, η χειρότερη του είδους έπειτα από αυτή στο πρωτοβάθμιο σχολείο Σάντι Χουκ (2012), αναγκάζει πολλούς στις ΗΠΑ να ξαναζήσουν το μαρτύριο των επιθέσεων σε σχολεία, που επαναλαμβάνεται αέναα τα τελευταία χρόνια, με σοκαριστικές εικόνες παιδιών τραυματισμένων σωματικά και ψυχικά, υποχρεωμένων να κλειδώνονται στις τάξεις προτού τα απομακρύνουν δυνάμεις επιβολής του νόμου, γονιών σε κατάσταση αλλοφροσύνης που εκλιπαρούν απελπισμένοι να μάθουν την τύχη των βλασταριών τους...

Παρεμβαίνοντας με διάγγελμά του αμέσως μετά την επιστροφή του από την περιοδεία του στην Ασία, ο αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν αξίωσε χθες να αναληφθεί «δράση» για να αντιμετωπιστεί η μάστιγα των επιθέσεων με τη χρήση πυροβόλων όπλων, καλώντας τα μέλη του Κογκρέσου να αψηφήσουν το λόμπι της οπλοκατοχής.

«Πόσες ακόμα δεκάδες μικρά παιδιά, που είδαν τι συνέβη, θα υποχρεωθούν να δουν τους φίλους τους να πεθαίνουν λες και βρίσκονται σε πεδίο μάχης», ενώ είναι στο σχολείο, «για τ’ όνομα του Θεού;» ρώτησε ο αρχηγός του κράτους.

«Πότε, για τ’ όνομα του Θεού, θα ορθώσουμε το ανάστημά μας στο λόμπι των όπλων;» διερωτήθηκε ο 78χρονος Δημοκρατικός αρχηγός του κράτους. «Είμαι αποκαρδιωμένος και κουρασμένος», πρόσθεσε.

Τόνισε πως θεωρεί «απλά λάθος» οποιοσδήποτε 18χρονος να είναι σε θέση να αγοράζει τουφέκια εφόδου. «Αυτού του είδους τα mass shootings σπανίως συμβαίνουν αλλού στον κόσμο — γιατί; Έχουν κι αλλού προβλήματα ψυχικής υγείας, έχουν κι άλλες χώρες στον κόσμο διαλυμένες οικογένειες, ανθρώπους χαμένους. Αλλά αυτού του είδους τα mass shootings δεν γίνονται πουθενά με τη συχνότητα που γίνονται στην Αμερική», πρόσθεσε, χρησιμοποιώντας τον όρο των αμερικανικών υπηρεσιών επιβολής της τάξης για τις επιθέσεις με χρήση πυροβόλων όπλων που έχουν τέσσερα ή περισσότερα θύματα.

«Γιατί είμαστε διατεθειμένοι να βιώνουμε αυτό το μακελειό;», επέμεινε, θυμίζοντας την ατελείωτη λιτανεία τέτοιων περιστατικών, τις περίπου 900 περιπτώσεις χρήσης πυροβόλων όπλων μέσα σε σχολεία αφότου διαπράχθηκε η σφαγή του Σάντι Χουκ.

Είπε ακόμα πως ούτε ο ίδιος ούτε οι άλλοι Αμερικανοί θα ξεχάσουν όσους παρεμποδίζουν ή καθυστερούν την προώθηση νομοθεσίας για την οπλοκατοχή βασισμένης στην «κοινή λογική». Δεν θα αποτραπούν όλα τα εγκλήματα με τη χρήση όπλων αν περάσουν πιο αυστηροί νόμοι, όμως η κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί, πρόσθεσε.

«Είναι καιρός να δράσουμε», διατράνωσε ο κ. Μπάιντεν. «Μπορούμε να κάνουμε πολλά περισσότερα», να «μεταμορφώσουμε αυτή την οδύνη σε δράση».

«Παραπάει», έκρινε από τη δική της πλευρά η αντιπρόεδρος Κάμαλα Χάρις, καλώντας επίσης να αναληφθεί «δράση» για τη μάστιγα των όπλων. Λέγοντας πως «οι καρδιές μας συνεχίζουν να ραγίζουν» κάθε φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο, τόνισε πως ως έθνος οι Αμερικανοί πρέπει να βρουν το θάρρος να αναλάβουν δράση για να μην ξαναγίνει «ποτέ» σφαγή σε σχολείο.

Το μακελειό διαπράχθηκε 10 ημέρες έπειτα από εκείνο στο Μπάφαλο, την πολιτεία της Νέας Υόρκης, όπου νεαρός ρατσιστής επιτέθηκε σε σούπερ μάρκετ και δολοφόνησε 10 ανθρώπους, κυρίως Αφροαμερικανούς.

Στείρος διάλογος

Η χθεσινή τραγωδία έχει ομοιότητες με εκείνη στο Σάντι Χουκ, στην πολιτεία Κονέτικατ, όπου 20χρονος με προβλήματα ψυχικής υγείας σκότωσε 26 ανθρώπους, ανάμεσά τους είκοσι παιδιά 6 ως 7 ετών, προτού αυτοκτονήσει.

Ο Κρις Μέρφι, Δημοκρατικός γερουσιαστής αυτής της πολιτείας, «ικέτευσε» χθες απευθυνόμενος στους συναδέλφους του στο ημικύκλιο να αναλάβουν δράση, διαβεβαιώνοντας ότι οι τραγωδίες του είδους αυτού δεν είναι «αναπόφευκτες». Τέτοιες σφαγές συμβαίνουν «μόνο σε ετούτη τη χώρα — σε καμία άλλη. Σε καμία άλλη χώρα παιδιά που πάνε σχολείο δεν διανοούνται πως μπορεί να τα πυροβολήσουν», είπε, προσθέτοντας πως τα μέλη του Κογκρέσου «δεν είναι ανίσχυρα», και υπενθυμίζοντας πως στις ΗΠΑ, «τα όπλα ρέουν σαν νεράκι», εξ ου η μια σφαγή διαδέχεται την άλλη.

Το 2018, μετά την επίθεση μαθητή που είχε αποβληθεί στο λύκειο της Πάρκλαντ, στη Φλόριντα (17 νεκροί, στην πλειονότητά τους έφηβοι και έφηβες), οργανώθηκαν ογκώδεις διαδηλώσεις, ιδίως νέων, που είχαν απαιτήσει από τους πολιτικούς να νομοθετήσουν. Όμως ο διάλογος για το ζήτημα παρέμεινε στείρος.

Δεν θεωρείται παρά την παρέμβαση του προέδρου Μπάιντεν πως υπάρχει πραγματικά πιθανότητα το Κογκρέσο –στο οποίο το λόμπι των όπλων διατηρεί ισχυρή επιρροή για δεκαετίες– να ψηφίσει οποιαδήποτε φιλόδοξη μεταρρύθμιση για την οπλοκατοχή, ζήτημα που διχάζει διαχρονικά τους Αμερικανούς.

Σύμφωνα με το ινστιτούτο έρευνας Small Arms Survey, το 2017 υπήρχαν στη χώρα 393 εκατομμύρια πυροβόλα όπλα, περισσότερα απ’ ό,τι κάτοικοι.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ