Η Λατινική Αμερική έμοιαζε να στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς τα δεξιά. Επτά διαδοχικές νίκες συντηρητικών υποψηφίων μέσα σε 18 μήνες είχαν αλλάξει τις πολιτικές ισορροπίες στην περιοχή, προσφέροντας στον Ντόναλντ Τραμπ μια σειρά από νέους συμμάχους. Όμως η επανεκλογή του Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα στη Βραζιλία ανέκοψε αυτή την πορεία, στερώντας από τον Αμερικανό πρόεδρο μια χώρα με ιδιαίτερο οικονομικό και γεωπολιτικό βάρος.
Ο Λούλα επικράτησε την Κυριακή του συντηρητικού Φλάβιο Μπολσονάρου με 51,8% έναντι 48,2%, εξασφαλίζοντας μια τέταρτη προεδρική θητεία. Το αποτέλεσμα έχει σημασία πολύ πέρα από τα σύνορα της Βραζιλίας: πρόκειται για τη μεγαλύτερη οικονομία και την πολυπληθέστερη χώρα της Λατινικής Αμερικής, την οποία η Ουάσινγκτον θα ήθελε να εντάξει πιο στενά στη στρατηγική της για το δυτικό ημισφαίριο.
Όπως επισημαίνει σε ανάλυση του Associated Press, μια νίκη του Μπολσονάρου θα είχε αφήσει την πρόεδρο του Μεξικού, Κλαούντια Σέινμπαουμ, ως τη μοναδική προοδευτική ηγέτιδα ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις της περιοχής. Αντί γι' αυτό, ο Τραμπ βρίσκεται απέναντι σε έναν επανεκλεγμένο πρόεδρο που επιμένει στην ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική της χώρας του, διατηρεί στενούς οικονομικούς δεσμούς με την Κίνα και δεν επιθυμεί να ευθυγραμμιστεί με όλες τις αμερικανικές προτεραιότητες.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι δύο χώρες οδηγούνται αναγκαστικά σε σύγκρουση. Οι διαφορές τους είναι μεγάλες, αλλά εξίσου σημαντικά είναι και τα συμφέροντα που τις υποχρεώνουν να συνομιλούν.
Η χώρα που έλειπε από τον σχεδιασμό Τραμπ
Η στροφή προς τη Δεξιά σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής συνδέεται, σύμφωνα με το AP, με τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για την εγκληματικότητα και την οικονομική ανασφάλεια. Πολιτικοί όπως η Κέικο Φουτζιμόρι στο Περού, ο Αμπελάρδο δε λα Εσπριέγια στην Κολομβία και ο Χοσέ Αντόνιο Καστ στη Χιλή έχουν αναζητήσει στενότερες σχέσεις με τον Τραμπ, προβάλλοντας πολιτικές αυστηρότερης αντιμετώπισης του οργανωμένου εγκλήματος.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ενισχύσει αυτή την τάση με δημόσιες πολιτικές υποστηρίξεις, οικονομική βοήθεια και στρατιωτική συνεργασία. Για την κυβέρνησή του, η Βραζιλία θα αποτελούσε ιδιαίτερα σημαντική προσθήκη σε αυτό το δίκτυο συμμάχων.
Ο Φλάβιο Μπολσονάρου είχε υποσχεθεί ότι θα συμμετείχε με ενθουσιασμό στον αμερικανικό συνασπισμό ασφαλείας κατά των καρτέλ ναρκωτικών. Ο Λούλα, αντίθετα, έχει αρνηθεί την ένταξη της χώρας του στην πρωτοβουλία Shield of the Americas, υπερασπιζόμενος την παράδοση ανεξάρτητης διπλωματίας της Βραζιλίας.
Η διαφορά δεν είναι μόνο ιδεολογική. Η κυβέρνηση Λούλα αντιμετωπίζει με επιφύλαξη οποιαδήποτε αμερικανική στρατιωτική παρουσία που θα μπορούσε να περιορίσει την εθνική κυριαρχία της χώρας. Όταν η Ουάσινγκτον χαρακτήρισε τον Μάιο δύο μεγάλες βραζιλιάνικες εγκληματικές οργανώσεις ως τρομοκρατικές, ο πρόεδρος προειδοποίησε ότι ένας τέτοιος χαρακτηρισμός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για ξένη επέμβαση.
«Δεν δεχόμαστε να μας αντιμετωπίζουν σαν παιδιά», είχε δηλώσει, ξεκαθαρίζοντας ότι η καταπολέμηση των συμμοριών αποτελεί ευθύνη της ίδιας της Βραζιλίας.
Ο αναλυτής Μπράιαν Γουίντερ, διευθυντής του περιοδικού Americas Quarterly, εξηγεί στο AP ότι η Βραζιλία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί όπως μικρότερες χώρες της Κεντρικής Αμερικής. Διαθέτει ισχυρή παράδοση ανεξαρτησίας και στρατιωτικές δυνάμεις που δύσκολα θα αποδέχονταν ξένη παρουσία στο έδαφός της.
Οι δασμοί, η Κίνα και η μάχη για τις σπάνιες γαίες
Η ένταση ανάμεσα στον Τραμπ και τον Λούλα είχε ήδη γίνει αισθητή κατά την προεκλογική περίοδο. Ο Αμερικανός πρόεδρος επέβαλε υψηλούς δασμούς σε βραζιλιάνικα προϊόντα, αντιδρώντας στη δίωξη του πρώην προέδρου Ζαΐχ Μπολσονάρου για την απόπειρα πραξικοπήματος μετά την ήττα του το 2022.
Οι κινήσεις αυτές προκάλεσαν αντιδράσεις στη Βραζιλία και έδωσαν στον Λούλα την ευκαιρία να παρουσιάσει την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας ως κεντρικό ζήτημα της εκστρατείας του. Άλλωστε, ο ίδιος είχε καλέσει δημόσια τον Τραμπ να μην αναμειχθεί στις βραζιλιάνικες εκλογές, επιμένοντας ότι οι πολιτικές επιλογές της χώρας του ανήκουν αποκλειστικά στους πολίτες της.
Το μεγαλύτερο οικονομικό διακύβευμα για την επόμενη ημέρα βρίσκεται, ωστόσο, στα κρίσιμα ορυκτά. Η Βραζιλία διαθέτει τα δεύτερα μεγαλύτερα γνωστά αποθέματα σπάνιων γαιών στον κόσμο, πρώτες ύλες απαραίτητες για την παραγωγή ισχυρών μαγνητών που χρησιμοποιούνται από πυραυλικά συστήματα και κινητά τηλέφωνα έως ανεμογεννήτριες και ηλεκτρικά αυτοκίνητα.
Η Ουάσινγκτον επιδιώκει να μειώσει την εξάρτηση της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας από την Κίνα. Η κυβέρνηση Λούλα, από την άλλη, θέλει να διατηρήσει τον έλεγχο των φυσικών πόρων της Βραζιλίας και το δικαίωμα να τους διαθέτει στις διεθνείς αγορές χωρίς αποκλειστικές δεσμεύσεις προς τις ΗΠΑ.
Τον περασμένο μήνα, η αμερικανική USA Rare Earth, στην οποία συμμετέχει και το αμερικανικό Δημόσιο, ολοκλήρωσε εξαγορά ύψους 2,8 δισ. δολαρίων της Serra Verde, που διαθέτει ένα από τα λίγα ορυχεία εκτός Ασίας με παραγωγή τεσσάρων κρίσιμων σπάνιων γαιών. Η εξέλιξη προκάλεσε ανησυχία στην κυβέρνηση της Βραζιλίας, η οποία επιτάχυνε νομοθετικές πρωτοβουλίες για αυστηρότερο έλεγχο του τομέα.
Στη διαπραγματευτική ισχύ της χώρας προστίθεται και το νιόβιο. Σύμφωνα με τη Γεωλογική Υπηρεσία των ΗΠΑ, η Βραζιλία παράγει περίπου το 90% της παγκόσμιας ποσότητας του συγκεκριμένου μετάλλου, που χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων στην αεροναυπηγική και στην αμυντική βιομηχανία.
Η οικονομολόγος Μόνικα ντε Μπόλε, του Peterson Institute for International Economics, θεωρεί ότι η Βραζιλία διαθέτει σημαντικά διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα και ότι η συμφωνία για τη Serra Verde θα μπορούσε να απασχολήσει εκ νέου την κυβέρνηση Λούλα.
Ο πραγματισμός και τα δύσκολα παζάρια της επόμενης ημέρας
Παρά τη σκληρή δημόσια αντιπαράθεση, ο Λούλα έχει δείξει ότι επιθυμεί να κρατήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Ουάσινγκτον. Τον περασμένο Μάιο επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο, όπου συζήτησε με τον Τραμπ για το εμπόριο, το οργανωμένο έγκλημα και τα κρίσιμα ορυκτά.
Για τις ΗΠΑ, η συνεργασία μπορεί να προσφέρει πρόσβαση σε στρατηγικές πρώτες ύλες. Για τη Βραζιλία, μπορεί να σημάνει περισσότερες ξένες επενδύσεις και ελάφρυνση των δασμών που επιβαρύνουν τις εξαγωγές της.
Ο Γουίλ Φρίμαν, ερευνητής του Council on Foreign Relations, εκτιμά ότι ο Λούλα είναι αρκετά πραγματιστής ώστε να βρει ένα λειτουργικό πλαίσιο συνεννόησης με την κυβέρνηση Τραμπ. Θεωρεί μάλιστα πιθανό ότι, μετά τη δεύτερη εκλογική ήττα της οικογένειας Μπολσονάρου, θα περιοριστεί και η επιρροή των υποστηρικτών της στην Ουάσινγκτον.
Τα δύσκολα για τον Βραζιλιάνο πρόεδρο δεν περιορίζονται, πάντως, στις διεθνείς σχέσεις. Στο εσωτερικό της χώρας θα πρέπει να κυβερνήσει με ένα Κογκρέσο στο οποίο οι συντηρητικές δυνάμεις ενίσχυσαν την παρουσία τους στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου, δυσκολεύοντας την προώθηση των μεταρρυθμίσεών του.
Παράλληλα, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αναμένει απαντήσεις για την εγκληματικότητα και το υψηλό κόστος ζωής. Η εκλογική επικράτηση δεν εξαφανίζει αυτές τις πιέσεις, ούτε εγγυάται ότι η συμμαχία ψηφοφόρων που στήριξε τον Λούλα θα παραμείνει ενωμένη.
Η νίκη του έχει ήδη αλλάξει, πάντως, μια σημαντική πολιτική ισορροπία στη Λατινική Αμερική. Απέναντι σε μια σειρά κυβερνήσεων που αναζητούν στενή συνεργασία με τον Τραμπ, η Βραζιλία επιλέγει να διατηρήσει μεγαλύτερη αυτονομία στις διεθνείς της σχέσεις.
Το ερώτημα για την επόμενη τετραετία δεν είναι αν ο Λούλα και ο Τραμπ θα χρειαστεί να συνεργαστούν. Είναι πόσα θα είναι διατεθειμένος να παραχωρήσει ο καθένας, σε μια σχέση όπου οι πολιτικές τους διαφορές συνυπάρχουν με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα.
Πηγή: skai.grΔιαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.