Τρία χρόνια πολέμων, μια βαθιά διχασμένη κοινωνία και μια τραγωδία που εξακολουθεί να καθορίζει την πολιτική ζωή της χώρας. Το Ισραήλ προσέρχεται αύριο, Τρίτη 27 Οκτωβρίου, στις κάλπες για πρώτη φορά μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, σε μια αναμέτρηση που αντιμετωπίζεται σε μεγάλο βαθμό ως δημοψήφισμα για την ηγεσία του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Το παράδοξο είναι ότι η προεκλογική συζήτηση δεν περιστρέφεται τόσο γύρω από τους πολέμους που διεξήγαγε το Ισραήλ στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν, όσο γύρω από τον ίδιο τον πρωθυπουργό: τις ευθύνες του για τη μεγαλύτερη αποτυχία ασφαλείας στην ιστορία της χώρας, τον τρόπο που άσκησε την εξουσία και τις επιλογές του στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο.
Σύμφωνα με ανάλυση του Associated Press, πέντε ζητήματα κυριαρχούν στην αναμέτρηση. Και ορισμένα από αυτά αποκαλύπτουν μια αξιοσημείωτη απόσταση ανάμεσα σε όσα συζητούν οι πολιτικοί και σε όσα απασχολούν τους ψηφοφόρους.
Η 7η Οκτωβρίου και οι ευθύνες που δεν έχουν κλείσει
Οι εικόνες της 7ης Οκτωβρίου παραμένουν παρούσες στην καθημερινότητα των Ισραηλινών. Φωτογραφίες πεσόντων στρατιωτών και σύμβολα για τους ομήρους υπενθυμίζουν ένα τραύμα που εξακολουθεί να επηρεάζει την κοινωνία και τις πολιτικές επιλογές της.
Σύμφωνα με το Israel Democracy Institute, το 68% των Εβραίων Ισραηλινών δηλώνει ότι η στάση του απέναντι στα γεγονότα εκείνης της ημέρας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ψήφο του. Στην αραβική μειονότητα το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 32%, με την εγκληματικότητα να αναδεικνύεται σε σημαντικότερο ζήτημα.
Ο Νετανιάχου επιχειρεί να στρέψει τη συζήτηση στις στρατιωτικές επιτυχίες του Ισραήλ απέναντι στη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ και το Ιράν, αποδίδοντας παράλληλα ευθύνες στους μηχανισμούς ασφαλείας για τις αποτυχίες που προηγήθηκαν της επίθεσης.
Οι επικριτές του, αντίθετα, τον κατηγορούν ότι αποφεύγει τη λογοδοσία, εμποδίζοντας τη διεξαγωγή επίσημης έρευνας για την 7η Οκτωβρίου. Του καταλογίζουν επίσης ότι δεν κατέληξε νωρίτερα σε συμφωνία για την επιστροφή των ομήρων και ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν οδήγησαν σε μια οριστική νίκη.
Η στρατιωτική θητεία που διχάζει την κοινωνία
Ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα αφορά τους υπερορθόδοξους Εβραίους και την απαλλαγή πολλών νέων από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία λόγω θρησκευτικών σπουδών.
Ενώ οι έφεδροι καλούνται επανειλημμένα να υπηρετήσουν εξαιτίας των πολεμικών συγκρούσεων, οι εξαιρέσεις αυτές προκαλούν έντονη δυσαρέσκεια σε μεγάλο μέρος της κοσμικής ισραηλινής κοινωνίας. Περίπου 13.000 υπερορθόδοξοι άνδρες φτάνουν κάθε χρόνο στην ηλικία στράτευσης, αλλά λιγότεροι από ένας στους δέκα κατατάσσονται.
Το θέμα έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της έλλειψης στρατιωτικού προσωπικού. Περίπου το ένα τέταρτο των Εβραίων ψηφοφόρων το κατατάσσει μεταξύ των βασικών κριτηρίων της εκλογικής του επιλογής.
Ο κυριότερος αντίπαλος του Νετανιάχου, ο πρώην αρχηγός του στρατού Γκάντι Άιζενκοτ, έχει δεσμευτεί να τερματίσει τις de facto απαλλαγές. Το ζήτημα έχει και προσωπική διάσταση για τον ίδιο, καθώς έχασε τον γιο του και δύο ανιψιούς του στις μάχες στη Γάζα.
Η δικαστική μεταρρύθμιση και η κόπωση της κοινωνίας
Πριν από την επίθεση της Χαμάς, το Ισραήλ βίωσε μαζικές διαδηλώσεις κατά των σχεδίων της κυβέρνησης να περιορίσει τις εξουσίες του Ανώτατου Δικαστηρίου. Ο Νετανιάχου υποστήριζε ότι οι αλλαγές ήταν αναγκαίες για να περιοριστεί η ισχύς μη εκλεγμένων δικαστών. Οι αντίπαλοί του τις θεωρούσαν απόπειρα συγκέντρωσης εξουσίας.
Ο πόλεμος άλλαξε τις προτεραιότητες. Πολλοί από όσους είχαν κινητοποιηθεί κατά της δικαστικής μεταρρύθμισης στράφηκαν στον αγώνα για την επιστροφή των ομήρων.
Σήμερα, μόλις το 18% των Εβραίων Ισραηλινών θεωρεί τη δικαστική μεταρρύθμιση βασικό παράγοντα στην εκλογική του απόφαση, σύμφωνα με την ίδια έρευνα. Μεταξύ των ψηφοφόρων της Αριστεράς το ποσοστό φτάνει το 22,5%, ενώ για τους κεντρώους και τους δεξιούς δεν συγκαταλέγεται στα τέσσερα σημαντικότερα ζητήματα.
Η αντιπαράθεση, πάντως, παραμένει ανοιχτή. Νόμος που ψηφίστηκε πέρυσι και ενισχύει τον κυβερνητικό ρόλο στον διορισμό δικαστών πρόκειται να τεθεί σε ισχύ μετά την ορκωμοσία της νέας Κνεσέτ, ενώ το στρατόπεδο κατά του Νετανιάχου έχει δεσμευτεί να τον καταργήσει.
Νετανιάχου ή Άιζενκοτ: Η μάχη της ηγεσίας
Οι Ισραηλινοί δεν ψηφίζουν απευθείας πρωθυπουργό, αλλά κόμματα. Για τον σχηματισμό κυβέρνησης απαιτείται πλειοψηφία 61 εδρών στην 120μελή Κνεσέτ, την οποία κανένα κόμμα δεν αναμένεται να εξασφαλίσει αυτοδύναμα.
Αυτό σημαίνει ότι οι μετεκλογικές συνεργασίες θα είναι καθοριστικές. Αν δεν καταστεί δυνατός ο σχηματισμός κυβερνητικού συνασπισμού, η κυβέρνηση Νετανιάχου θα συνεχίσει να ασκεί υπηρεσιακά τα καθήκοντά της μέχρι τη διεξαγωγή νέων εκλογών.
Για περισσότερο από το ένα τέταρτο των Εβραίων Ισραηλινών, σύμφωνα με το Israel Democracy Institute, το πρόσωπο του αρχηγού αποτελεί βασικό κριτήριο ψήφου.
Οι υποστηρικτές του Νετανιάχου προβάλλουν την πολυετή εμπειρία του και την ικανότητά του να αντιστέκεται σε διεθνείς πιέσεις για παραχωρήσεις που, κατά την άποψή τους, θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ασφάλεια του Ισραήλ. Οι αντίπαλοί του αμφισβητούν την πολιτική του ακεραιότητα, με φόντο και τις κατηγορίες διαφθοράς που αντιμετωπίζει.
Από την άλλη πλευρά, ο Άιζενκοτ στηρίζεται στη μακρά στρατιωτική του διαδρομή και στις προσωπικές απώλειες που υπέστη κατά τη διάρκεια των πολέμων. Παραμένει, πάντως, σημαντικό ότι οι δύο βασικοί πολιτικοί αντίπαλοι απορρίπτουν την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, ενώ κανένα από τα μεγάλα πολιτικά στρατόπεδα δεν προβάλλει την επανέναρξη της ειρηνευτικής διαδικασίας.
Η ακρίβεια απασχολεί τους ψηφοφόρους, όχι όμως την προεκλογική ατζέντα
Πίσω από τις μεγάλες συζητήσεις για την ασφάλεια και την πολιτική ηγεσία υπάρχει ένα πρόβλημα πολύ πιο καθημερινό: το κόστος ζωής.
Οι τιμές στο Ισραήλ έχουν αυξηθεί σημαντικά και, σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Οικονομικής Πολιτικής Aaron του Πανεπιστημίου Reichman, το κόστος ζωής υπερβαίνει εκείνο αρκετών εύπορων ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Αυστρία, η Δανία και η Σουηδία.
Το 38% των Εβραίων Ισραηλινών κατατάσσει την οικονομία και την ακρίβεια στην πρώτη ή τη δεύτερη θέση των σημαντικότερων εκλογικών ζητημάτων. Στους Άραβες πολίτες του Ισραήλ, το ποσοστό αυξάνεται στο 46%.
Κι όμως, η ακρίβεια δεν έχει βρεθεί στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Κανένας από τους βασικούς υποψηφίους δεν έχει αναδείξει την οικονομία σε κεντρικό θέμα της εκστρατείας του, ούτε έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στο οικονομικό βάρος των πολέμων.
Ο καθηγητής Οικονομικών του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ, Τζόζεφ Ζέιρα, επισημαίνει ότι οι υψηλές στρατιωτικές δαπάνες δεν μπορούν να αγνοηθούν. «Το κόστος της σύγκρουσης είναι τεράστιο», αναφέρει στο Associated Press.
Έτσι, η αυριανή αναμέτρηση συνδυάζει δύο διαφορετικές αγωνίες: την αναζήτηση πολιτικής ευθύνης για όσα συνέβησαν από την 7η Οκτωβρίου και μετά, αλλά και την καθημερινή πίεση που αισθάνονται οι πολίτες. Το αποτέλεσμα θα καθορίσει τους συσχετισμούς στην Κνεσέτ και, κυρίως, τις δυνατότητες σχηματισμού της επόμενης κυβέρνησης.
Πηγή: skai.grΔιαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.