ΚΑΙΡΟΣ

Al Jazeera: «Το Ισραήλ σκοτώνει τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να τερματίσουν τους πολέμους του»

Από το Ιράν έως τη Γάζα και τον Λίβανο, οι δολοφονίες έχουν επανειλημμένα απομακρύνει πρόσωπα που θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν τον τερματισμό των συγκρούσεων

Στη διεθνή πολιτική συχνά θεωρείται ότι οι πόλεμοι τελειώνουν όταν το κόστος των μαχών γίνεται δυσβάσταχτο και οι αντίπαλες πλευρές στρέφονται στη διπλωματία. Η διπλωματία, όμως, προϋποθέτει συνομιλητές: πρόσωπα που διαθέτουν το κύρος να διαπραγματευτούν και την εξουσία να εφαρμόσουν όσα συμφωνηθούν.

Η απομάκρυνση αυτών των προσώπων μπορεί, επομένως, να στερήσει από έναν πόλεμο όχι μόνο πιθανούς διαμεσολαβητές, αλλά και ένα σημαντικό μέρος της ίδιας της δυνατότητας για πολιτική διευθέτηση, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά σε ανάλυσή του το Al Jazeera.

Αυτό το ζήτημα επανήλθε στο προσκήνιο μετά από μια ιδιαίτερα σημαντική εκτίμηση. Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2026, ο Σερ Τζον Σόουερς, πρώην επικεφαλής της βρετανικής υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών MI6, δήλωσε στους Financial Times ότι το Ισραήλ σκόπιμα σκότωσε τον Αλί Λαριτζανί.

Σύμφωνα με την ανάλυσή του, ο Λαριτζανί δεν βρέθηκε στο στόχαστρο επειδή είχε την κύρια ευθύνη για τη διεξαγωγή του πολέμου από την πλευρά του Ιράν, αλλά επειδή ανήκε στα λίγα ιρανικά πρόσωπα που θα μπορούσαν να καταλήξουν σε μια συμφωνία αποδεκτή και από τις δύο πλευρές.

Η εκτίμηση αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή προέρχεται από έναν πρώην επικεφαλής υπηρεσίας πληροφοριών και όχι από έναν πολιτικό υποστηρικτή της συγκεκριμένης θέσης.

Το ερώτημα που τίθεται, επομένως, είναι ευρύτερο: εντάσσεται η δολοφονία του Λαριτζανί σε ένα μοτίβο κατά το οποίο το Ισραήλ απομακρύνει, σε κρίσιμες στιγμές για πιθανές διαπραγματεύσεις, πρόσωπα που θα μπορούσαν να συμβάλουν στον τερματισμό ενός πολέμου;

Ένα μοτίβο και όχι ένα μεμονωμένο περιστατικό

Το βασικό ερώτημα είναι τι προκαλούν στην πράξη τέτοιες δολοφονίες.

Η εξόντωση ενός επικεφαλής κυβέρνησης ή στρατιωτικής δύναμης δημιουργεί ένα κενό εξουσίας, το οποίο συνήθως κάποιος άλλος σπεύδει να καλύψει. Η εξόντωση, όμως, ενός ανθρώπου που έχει αναλάβει ρόλο διαπραγματευτή δημιουργεί ένα διαφορετικό και πιο περιορισμένο κενό: ένα κενό μετριοπάθειας.

Ο διάδοχος ενός νεκρού διαπραγματευτή σπάνια είναι πιο ευέλικτος από εκείνον που αντικαθιστά. Συχνά συμβαίνει το αντίθετο, καθώς οι πιο σκληρές φωνές είναι εκείνες που επιβιώνουν και αναλαμβάνουν μεγαλύτερη επιρροή.

Το κανάλι επικοινωνίας χάνει τον άνθρωπο που το δημιούργησε και η σκλήρυνση που ακολουθεί ερμηνεύεται στη συνέχεια και από τις δύο πλευρές ως απόδειξη ότι η διπλωματία ήταν εξαρχής αδύνατη.

Με αυτόν τον τρόπο, υποστηρίζει η ανάλυση, η ίδια η τακτική μπορεί να γίνει αυτοεκπληρούμενη: δεν διακόπτει απλώς μια διαπραγμάτευση, αλλά δημιουργεί τις συνθήκες που χρησιμοποιούνται αργότερα ως απόδειξη ότι η διαπραγμάτευση ήταν μάταιη.

Από τον Μπερναντότ στον Φαχριζαντέχ

Το ιστορικό προηγούμενο είναι παλαιό.

Τον Σεπτέμβριο του 1948, ο Κόμης Φόλκε Μπερναντότ, ο μεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη, δολοφονήθηκε στην Ιερουσαλήμ από μέλη της Λέχι, της σιωνιστικής ένοπλης οργάνωσης, στην ηγεσία της οποίας βρισκόταν μεταξύ άλλων ο μελλοντικός πρωθυπουργός του Ισραήλ Γιτζάκ Σαμίρ.

Ο Μπερναντότ μετακινούνταν μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, καταθέτοντας προτάσεις για εκεχειρία και διευθέτηση του ζητήματος της Παλαιστίνης. Για τους δολοφόνους του, οποιοσδήποτε συμβιβασμός θεωρούνταν προδοσία.

Μια αντίστοιχη λογική, σύμφωνα με το Al Jazeera, επανεμφανίστηκε τον Νοέμβριο του 2020, όταν ο Μοχσέν Φαχριζαντέχ, κορυφαία προσωπικότητα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, σκοτώθηκε κοντά στην Τεχεράνη σε επιχείρηση που αποδόθηκε ευρέως στο Ισραήλ.

Η χρονική συγκυρία είχε ιδιαίτερη σημασία. Η δολοφονία σημειώθηκε λίγες εβδομάδες μετά την εκλογή του Τζο Μπάιντεν στην προεδρία των ΗΠΑ. Ο Μπάιντεν είχε δεσμευτεί να επιδιώξει την επαναφορά της πυρηνικής συμφωνίας του 2015 με το Ιράν.

Για τον λόγο αυτό, αρκετοί την αντιμετώπισαν όχι μόνο ως επιχείρηση που αφορούσε τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, αλλά και ως ενέργεια που θα μπορούσε να δυσχεράνει την επανέναρξη της διπλωματικής διαδικασίας.

Ο Αλί Λαριτζανί και η νέα φάση του πολέμου

Η δολοφονία του Αλί Λαριτζανί τον Μάρτιο του 2026, υποστηρίζει η ανάλυση, εντάσσεται στο ίδιο μοτίβο.

Ο Λαριτζανί είχε διατελέσει Ιρανός διαπραγματευτής για το πυρηνικό πρόγραμμα περίπου δύο δεκαετίες νωρίτερα και, ως πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, είχε υπερασπιστεί τη συμφωνία του 2015.

Μετά τη δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ κατά την έναρξη του πολέμου, ο Λαριτζανί είχε καταστεί, σύμφωνα με το κείμενο, ο ουσιαστικός υπεύθυνος για τη λήψη αποφάσεων στη χώρα.

Δυτικοί διπλωμάτες που είχαν έρθει σε επαφή μαζί του τον περιέγραφαν ως σκληρό αλλά ρεαλιστή. Αυτό, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, τον καθιστούσε ακριβώς το είδος του συνομιλητή με τον οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί μια συμφωνία που θα επέτρεπε στις ΗΠΑ να αποδεσμευτούν από τη σύγκρουση στην περιοχή.

Η συγκεκριμένη λογική, πάντως, δεν περιορίζεται σε κρατικούς αξιωματούχους.

Χεζμπολάχ και Χαμάς

Το Ισραήλ έχει εφαρμόσει ανάλογη στρατηγική και απέναντι σε μη κρατικούς ένοπλους οργανισμούς, με τα αποτελέσματα να αποκαλύπτουν τόσο τη στρατηγική στόχευση όσο και τις αντιφάσεις της.

Τον Φεβρουάριο του 1992, το Ισραήλ σκότωσε τον γενικό γραμματέα της Χεζμπολάχ, Αμπάς αλ-Μουσάουι.

Διάδοχός του ήταν ο Χασάν Νασράλα, ο οποίος τις επόμενες τρεις δεκαετίες μετέτρεψε τη Χεζμπολάχ σε μία από τις ισχυρότερες μη κρατικές ένοπλες οργανώσεις της περιοχής. Έτσι, ένα κενό που δημιουργήθηκε με την εξόντωση ενός ηγέτη καλύφθηκε από έναν διάδοχο που αποδείχθηκε ακόμη πιο σκληρός και ισχυρός.

Τον Ιούλιο του 2024, το Ισραήλ σκότωσε τον Ισμαήλ Χανίγιε, επικεφαλής του πολιτικού γραφείου της Χαμάς και βασικό διαπραγματευτή της οργάνωσης στις συνομιλίες για κατάπαυση του πυρός στη Γάζα, την ώρα που η διπλωματική διαδικασία βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη.

Η ηγεσία πέρασε στον Γιαχία Σινουάρ και, σύμφωνα με το Al Jazeera, η διαπραγματευτική διαδικασία δεν ανέκαμψε ποτέ πραγματικά.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, το Ισραήλ σκότωσε και τον ίδιο τον Νασράλα.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, υποστηρίζει η ανάλυση, στόχος ήταν το πρόσωπο που λειτουργούσε ως σημείο συντονισμού: ο άνθρωπος μέσω του οποίου ο αντίπαλος οργάνωνε τις επιχειρήσεις του αλλά, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούσε επίσης να διαπραγματευτεί.

Η απομάκρυνσή του προκαλούσε βραχυπρόθεσμα αποδιοργάνωση και, τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις, οδήγησε στην ανάδειξη διαδόχων που ήταν ακόμη λιγότερο διατεθειμένοι να αναζητήσουν συμφωνία.

Η στρατηγική λογική του Ισραήλ

Αν εξεταστεί από την πλευρά της στρατηγικής αντίληψης του Ισραήλ, η προσέγγιση αυτή μπορεί να θεωρηθεί συνεκτική και όχι απλώς αποτέλεσμα εκδίκησης.

Ένα κράτος που αντιμετωπίζει το ιρανικό σύστημα ως υπαρξιακή απειλή μπορεί να θεωρεί προτιμότερη την αποδυνάμωση ή την κατάρρευσή του από μια διαπραγματευτική συμφωνία μαζί του.

Μια βιώσιμη συμφωνία, η οποία θα επιτυγχανόταν μέσω ενός αξιόπιστου και πραγματιστή συνομιλητή, θα μπορούσε να σταθεροποιήσει την ίδια πολιτική τάξη που το Ισραήλ επιδιώκει να αποδυναμώσει. Παράλληλα, θα μπορούσε να περιορίσει τη συνέχιση της αμερικανικής στρατιωτικής πίεσης, την οποία η ανάλυση θεωρεί σημαντικό παράγοντα στην προσπάθεια ανατροπής των υφιστάμενων ισορροπιών.

Οι συνέπειες είναι ορατές και στο εσωτερικό του Ιράν.

Η εξωτερική πίεση μπορεί να ενισχύσει τις πιο σκληρές θέσεις που υποτίθεται ότι επιδιώκει να αποδυναμώσει. Διευρύνει το χάσμα ανάμεσα σε μια πολιτική ηγεσία που αναγνωρίζει το κόστος του πολέμου και σε ένα κατεστημένο ασφαλείας που αντιμετωπίζει κάθε επίθεση ως επιβεβαίωση της ανάγκης για μεγαλύτερη αντίσταση.

Η απομάκρυνση των πραγματιστών ενισχύει το δεύτερο στρατόπεδο και οδηγεί, σύμφωνα με αυτή την άποψη, στην αντίληψη ότι δεν έχει απομείνει πλέον τίποτα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η άλλη πλευρά της επιχειρηματολογίας

Ωστόσο, η ανάλυση αναγνωρίζει ότι η δηλωμένη λογική του Ισραήλ στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις ήταν στρατιωτική και προληπτική: η εξουδετέρωση της ηγεσίας ενός αντιπάλου.

Το επιχείρημα αυτό δεν στερείται βάσης. Ο Λαριτζανί δεν ήταν φιλειρηνική ή μετριοπαθής προσωπικότητα. Είχε συμμετάσχει στη διαχείριση της πολεμικής προσπάθειας του Ιράν και είχε διαδραματίσει ρόλο στην καταστολή στο εσωτερικό της χώρας.

Αντίστοιχα, ο Χανίγιε ηγούνταν μιας οργάνωσης που ευθύνεται για την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 στο Ισραήλ.

Επομένως, η πρόθεση να αποκλειστεί η διπλωματία δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένη μόνο από τις δολοφονίες αυτές. Πρόκειται για ερμηνεία των κινήτρων και των αποτελεσμάτων.

Παράλληλα, τα αποτελέσματα παραμένουν αβέβαια. Η δολοφονία του αλ-Μουσάουι, για παράδειγμα, δείχνει ότι η εξόντωση ενός ηγέτη μπορεί να οδηγήσει στην ανάδειξη ενός ισχυρότερου και πιο αδιάλλακτου διαδόχου αντί ενός πιο ευέλικτου συνομιλητή.

Μια στρατηγική με αβέβαιο τέλος

Πίσω από τις συγκεκριμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με το Al Jazeera, διακρίνεται μια ευρύτερη στρατηγική.

Η εξουδετέρωση πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων των οποίων η πορεία θεωρείται απειλητική για το Ισραήλ δεν αποτελεί καινούργια πρακτική. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η πλήρης εξουδετέρωση της ηγεσίας των αντιπάλων έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα, παράλληλα με τη διεξαγωγή μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων στις οποίες το Ισραήλ θεωρεί ότι διαθέτει αποφασιστικό πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων του στην περιοχή.

Η στρατιωτική υπεροχή, ωστόσο, από μόνη της δεν έχει αποδειχθεί αρκετή.

Στην περίπτωση του Ιράν, παρά την έκταση των καταστροφών που έχουν προκαλέσει οι ισραηλινές και αμερικανικές επιχειρήσεις, η Τεχεράνη δεν έχει παραδοθεί.

Έτσι διαμορφώνεται και μια δεύτερη αντίληψη για το τι θα μπορούσε να θεωρηθεί «νίκη»: η δημιουργία τέτοιου βαθμού εσωτερικής πολιτικής αστάθειας ώστε το ιρανικό σύστημα να οδηγηθεί σε πλήρη πολιτική κατάρρευση.

Αυτή, περισσότερο από οποιαδήποτε μεμονωμένη δολοφονία, αποτελεί σύμφωνα με την ανάλυση τον πυρήνα της ισραηλινής στρατηγικής στον πόλεμο εναντίον του Ιράν.

Το πού θα οδηγήσει τελικά αυτή η στρατηγική παραμένει αβέβαιο.

Ωστόσο, εάν οι προσωπικότητες που έχουν τη δυνατότητα να κλείσουν μια συμφωνία απομακρύνονται τόσο γρήγορα όσο αναδεικνύονται και εάν τα κέντρα μέσω των οποίων οι αντίπαλοι οργανώνουν, κυβερνούν και διαπραγματεύονται αφήνονται διαρκώς χωρίς ηγεσία, τότε προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα:

Με ποιον απομένει να γίνει ειρήνη;

Και ακόμη περισσότερο: μια στρατηγική που μπορεί να επιτυγχάνει στρατιωτικούς στόχους, αλλά ταυτόχρονα αδειάζει το τραπέζι των διαπραγματεύσεων από τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να τερματίσουν έναν πόλεμο, κινδυνεύει τελικά να αφήσει απέναντί της μόνο εκείνους που έχουν τους λιγότερους λόγους να επιδιώξουν έναν συμβιβασμό.
 

Πηγή: skai.gr