ΚΑΙΡΟΣ

Ισραήλ: Από την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια στη στρατηγική συνεργασία – Το σχέδιο Νετανιάχου και η συμφωνία με τον Τραμπ

Η ισραηλινή κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ισχυρή οικονομία και η ανεπτυγμένη αμυντική βιομηχανία της χώρας επιτρέπουν μια διαφορετική σχέση με την Ουάσιγκτον

Το Ισραήλ επιδιώκει να αλλάξει ριζικά τη σχέση στρατιωτικής εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες, προωθώντας τη μετάβαση από την αμερικανική χρηματοδότηση των εξοπλιστικών του προγραμμάτων σε ένα μοντέλο αμοιβαίας στρατηγικής συνεργασίας.

Η πρωτοβουλία του Μπενιαμίν Νετανιάχου, την οποία έχει υποστηρίξει ο Ντόναλντ Τραμπ, προβλέπει σταδιακή κατάργηση της άμεσης στρατιωτικής βοήθειας και ενίσχυση της κοινής ανάπτυξης αμυντικών τεχνολογιών και οπλικών συστημάτων.

Η ισραηλινή πλευρά υποστηρίζει ότι η χώρα διαθέτει πλέον ισχυρή και σταθερή οικονομία, καθώς και μια προηγμένη αμυντική βιομηχανία, που της επιτρέπουν να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος του κόστους της στρατιωτικής της θωράκισης.

Η αλλαγή αυτή, ωστόσο, αποκτά διαφορετική διάσταση μετά την ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου στις 3 Νοεμβρίου ότι οι ΗΠΑ θα σταματήσουν να καταβάλλουν στρατιωτική βοήθεια στο Ισραήλ μετά το τέλος του 2026.

Ο Τραμπ υποστήριξε ότι είχε συμφωνήσει με τον Νετανιάχου να τερματιστεί η ετήσια χρηματοδότηση, ύψους περίπου 4 δισ. δολαρίων, καθώς το Ισραήλ δεν χρειάζεται πλέον αυτή την υποστήριξη.

Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε αναστάτωση, καθώς η ισραηλινή κυβέρνηση είχε περιγράψει μέχρι τότε μια σταδιακή μετάβαση, με ορίζοντα περίπου δέκα ετών, και όχι την άμεση διακοπή της χρηματοδότησης.

Από τη στρατιωτική βοήθεια στην ισότιμη συνεργασία

Η αλλαγή κατεύθυνσης είχε αρχίσει να διαμορφώνεται αρκετούς μήνες πριν από την τελευταία ανακοίνωση του Τραμπ.

Τον Ιανουάριο του 2026, ο Νετανιάχου είχε δηλώσει ότι επιθυμεί να περιορίσει σταδιακά την εξάρτηση του Ισραήλ από την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια, με στόχο ακόμη και τον πλήρη μηδενισμό της μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Τον Μάιο, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός είχε εκφράσει την ίδια πρόθεση σε συνέντευξή του στο CBS, υποστηρίζοντας ότι έχει έρθει η ώρα η χώρα να απεξαρτηθεί από το οικονομικό σκέλος της αμερικανικής στρατιωτικής συνεργασίας.

Τον Ιούνιο, μάλιστα, υποστήριξε πρωτοβουλία Ρεπουμπλικανών βουλευτών για τη δημιουργία ενός νέου πλαισίου, στο οποίο το Ισραήλ θα χρηματοδοτεί τις αγορές αμερικανικών όπλων με δικούς του πόρους, αντί να χρησιμοποιεί αμερικανικές επιχορηγήσεις.

Σε επιστολή του προς τον Ρεπουμπλικανό βουλευτή Μάρλιν Στούτσμαν, ο Νετανιάχου ανέφερε ότι η χώρα του εκτιμά την οικονομική διάσταση της στρατιωτικής βοήθειας που λαμβάνει επί δεκαετίες από τις ΗΠΑ, αλλά πλέον έχει φτάσει η στιγμή να περάσει από τον ρόλο του αποδέκτη βοήθειας σε εκείνον του εταίρου.

Η αλλαγή αυτή συνδέεται και με την προσπάθεια του Ισραήλ να διασφαλίσει ότι η στρατιωτική του επάρκεια δεν θα εξαρτάται από τις εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τα 38 δισ. δολάρια της συμφωνίας με τις ΗΠΑ

Η υφιστάμενη στρατιωτική συνεργασία βασίζεται σε δεκαετές μνημόνιο κατανόησης, το οποίο υπογράφηκε το 2016, επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, και καλύπτει την περίοδο από το 2019 έως το 2028.

Βάσει της συμφωνίας, οι ΗΠΑ έχουν δεσμευτεί να διαθέσουν συνολικά 38 δισ. δολάρια στο Ισραήλ, ποσό που αντιστοιχεί σε 3,8 δισ. δολάρια ετησίως.

Η χρηματοδότηση κατανέμεται σε δύο βασικές κατηγορίες:

3,3 δισ. δολάρια ετησίως μέσω του προγράμματος Foreign Military Financing, που χρησιμοποιείται κυρίως για την αγορά αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού.

500 εκατ. δολάρια ετησίως για την ανάπτυξη και ενίσχυση συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας.

Η βοήθεια αυτή δεν αποτελεί απλώς οικονομική ενίσχυση του Ισραήλ. Ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων επιστρέφει στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία, καθώς χρησιμοποιείται για την προμήθεια αμερικανικών όπλων και στρατιωτικών συστημάτων.

Αυτό σημαίνει ότι η ενδεχόμενη κατάργησή της δεν αφορά μόνο το Ισραήλ, αλλά και τις αμερικανικές εταιρείες που επωφελούνται από τις συγκεκριμένες παραγγελίες.

Κοινές επενδύσεις σε όπλα και στρατιωτική τεχνολογία

Το νέο μοντέλο που προωθούν οι δύο κυβερνήσεις δεν προβλέπει την απομάκρυνση του Ισραήλ από την αμερικανική αμυντική αγορά. Αντίθετα, επιδιώκει να μεταφέρει το βάρος της συνεργασίας σε διαφορετικούς τομείς.

Τον Ιούνιο, το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε την έναρξη επίσημων συνομιλιών με την αμερικανική κυβέρνηση για τη διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου αμυντικής συνεργασίας, το οποίο θα αντικαταστήσει το ισχύον μνημόνιο.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, βασικοί στόχοι είναι η ενίσχυση της τεχνολογικής υπεροχής των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, οι κοινές επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη, καθώς και η συμπαραγωγή νέων οπλικών συστημάτων.

Στις συνομιλίες έχει τεθεί επίσης η δημιουργία ενός κοινού αμερικανοϊσραηλινού ταμείου, ύψους περίπου 16 δισ. δολαρίων, για την ανάπτυξη νέων στρατιωτικών τεχνολογιών και οπλικών συστημάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Νετανιάχου έχει ζητήσει από την ισραηλινή αμυντική βιομηχανία να αναπτύξει και εγχώριο μαχητικό αεροσκάφος μέσα στην επόμενη δεκαετία, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από αμερικανικά αεροσκάφη όπως τα F-35.

Η πολιτική διάσταση της αμερικανικής βοήθειας

Η αναθεώρηση της στρατιωτικής σχέσης δεν συνδέεται αποκλειστικά με τις οικονομικές και τεχνολογικές δυνατότητες του Ισραήλ. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η μεταβολή του πολιτικού κλίματος στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Για δεκαετίες, η υποστήριξη προς το Ισραήλ αποτελούσε ένα από τα ελάχιστα ζητήματα στα οποία υπήρχε ευρεία διακομματική συναίνεση μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η στρατιωτική βοήθεια έχει γίνει αντικείμενο αυξανόμενης αντιπαράθεσης.

Ο πόλεμος στη Γάζα, η αμερικανική εμπλοκή στη σύγκρουση με το Ιράν και η γενικότερη συζήτηση για το κόστος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής έχουν ενισχύσει τις φωνές που αμφισβητούν τη συνέχιση της χρηματοδότησης.

Η συζήτηση δεν περιορίζεται στους Δημοκρατικούς. Τμήματα της συντηρητικής και εθνικιστικής δεξιάς στις ΗΠΑ, που υποστηρίζουν την πολιτική «Πρώτα η Αμερική», εκφράζουν επίσης αντιρρήσεις για το ύψος της στρατιωτικής βοήθειας και για την εμπλοκή της Ουάσιγκτον στις συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής.

Για τον Νετανιάχου, η μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο συνεργασίας αποτελεί και έναν τρόπο προστασίας της στρατηγικής σχέσης με τις ΗΠΑ από τις μελλοντικές πολιτικές αλλαγές στην Ουάσιγκτον.

Αιφνιδιασμός και αντιδράσεις μετά την ανακοίνωση Τραμπ

Παρά τις προηγούμενες συζητήσεις για τη σταδιακή κατάργηση της στρατιωτικής βοήθειας, η ανακοίνωση του Τραμπ ότι η χρηματοδότηση θα σταματήσει μετά το τέλος του 2026 προκάλεσε αιφνιδιασμό ακόμη και στο Ισραήλ.

Ισραηλινοί αξιωματούχοι των υπουργείων Οικονομικών και Άμυνας φέρονται να μην είχαν ενημερωθεί για ένα τόσο επιταχυνόμενο χρονοδιάγραμμα. Σύμφωνα με δημοσιεύματα ισραηλινών μέσων, η πρόθεση σταδιακής απεξάρτησης ήταν γνωστή, όχι όμως η άμεση διακοπή της χρηματοδότησης.

Ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτσογκ, εξέφρασε στις 5 Νοεμβρίου την έντονη ανησυχία του για την εξέλιξη, δηλώνοντας ότι η ανακοίνωση τον βρήκε εντελώς απροετοίμαστο. Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι το ισχύον μνημόνιο παραμένει σε ισχύ έως το 2028.

Παράλληλα, η ισραηλινή οργάνωση Movement for Quality Government ζήτησε τη διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες φέρεται να συμφωνήθηκε ο τερματισμός της βοήθειας, θέτοντας ερωτήματα για την ενημέρωση των αρμόδιων υπουργείων και για το εάν υπήρξε πολιτική διάσταση στη συγκεκριμένη απόφαση.

Η βασική εκκρεμότητα είναι πλέον εάν η αμερικανική κυβέρνηση θα προχωρήσει πράγματι σε διακοπή της χρηματοδότησης από το 2027 ή εάν θα ακολουθηθεί μια μεταβατική διαδικασία, όπως είχε αρχικά προτείνει ο Νετανιάχου.

Πηγή: skai.gr