ΚΑΙΡΟΣ

Η εσκεμμένη ισλαμοφοβία δεν απέτρεψε την ιστορική νίκη του Ελ-Σαγιέντ στη Γερουσία των ΗΠΑ

Τραμπ και Ρεπουμπλικάνοι τον συνέδεσαν με την τρομοκρατία και τη σαρία, επιχειρώντας να στρέψουν τους ψηφοφόρους εναντίον του. Αραβοαμερικανοί περιγράφουν κλίμα αυξημένης ανασφάλειας

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ τον αποκαλούσε επανειλημμένα τζιχαντιστή.

Ο Ρεπουμπλικάνος αντίπαλός του αμφισβητούσε την αφοσίωσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ προεκλογικές επιστολές άφηναν να εννοηθεί ότι διατηρούσε σχέσεις με τρομοκρατικές οργανώσεις και προειδοποιούσαν ότι, εάν εκλεγόταν, θα επέβαλλε τον ισλαμικό νόμο της σαρία, στο Μίσιγκαν.

Πριν ακόμη καταφέρει να γράψει ιστορία ως ο πρώτος μουσουλμάνος που εκλέγεται στη Γερουσία των ΗΠΑ, ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ βρέθηκε αντιμέτωπος με μία από τις πιο απροκάλυπτα ισλαμοφοβικές προεκλογικές εκστρατείες στη σύγχρονη αμερικανική πολιτική, όπως τη χαρακτηρίζουν επικριτές της.

Ωστόσο, η εκστρατεία αυτή δεν τον εμπόδισε να επικρατήσει. Ο Ελ-Σαγιέντ χαρακτήρισε τη νίκη του στις ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης 3/11, απάντηση σε αυτή τη ρητορική, κατηγορώντας τον Ρεπουμπλικάνο αντίπαλό του, Μάικ Ρότζερς, ότι διεξήγαγε μια ιστορικά πρωτοφανή εκστρατεία μίσους.

«Εσείς επιλέξατε το μίσος και το Μίσιγκαν επέλεξε την ελπίδα», δήλωσε στην επινίκια ομιλία του.

Οι επιθέσεις αποτέλεσαν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της εκλογικής αναμέτρησης, προκαλώντας ανησυχία για την ασφάλεια των κατοίκων στο Ντίαρμπορν και τις γύρω περιοχές, όπου βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αραβοαμερικανικές κοινότητες των ΗΠΑ. Αυτό ανέφεραν τοπικοί αξιωματούχοι και κάτοικοι αυτή την εβδομάδα.

Ο 42χρονος Ελ-Σαγιέντ, Αιγυπτιοαμερικανός που γεννήθηκε στο Μίσιγκαν, είναι γιατρός και έχει διατελέσει διευθυντής Υγείας του Ντιτρόιτ. Στην προεκλογική του εκστρατεία έδωσε έμφαση σε προοδευτικές θέσεις, με βασικές προτεραιότητες την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και την αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής.

Ο Ντέιβιντ Κόλαρ, 32 ετών, καθηγητής μουσικής, εκτίμησε ότι η συνεχής αναφορά στη θρησκευτική ταυτότητα του υποψηφίου θύμιζε την αντιμετώπιση που είχαν βιώσει οι μουσουλμάνοι στις ΗΠΑ μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Μια περίοδο που, όπως πίστευε, η χώρα είχε πλέον αφήσει πίσω της.

«Έχουμε θρησκευτική ελευθερία και, αν είναι μουσουλμάνος, ας είναι», δήλωσε ο Κόλαρ, αφού ψήφισε υπέρ του Ελ-Σαγιέντ στο προάστιο Γουόρεν του Ντιτρόιτ.

Από την πλευρά του, ο Ρότζερς υποστήριξε ότι οι διαφωνίες του με τον αντίπαλό του ήταν ιδεολογικές και όχι θρησκευτικές. Ωστόσο, τον παρουσίασε ως απειλή για την εθνική ασφάλεια, ενώ άλλοι κορυφαίοι Ρεπουμπλικάνοι προχώρησαν ακόμη περισσότερο.

Ανάμεσά τους ήταν ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος χαρακτήρισε τον Ελ-Σαγιέντ τρομοκράτη και τον συνέκρινε με τους αεροπειρατές της 11ης Σεπτεμβρίου. Ο Ρότζερς εμφανίστηκε επίσης στο πλευρό του γερουσιαστή Τζον Κένεντι από τη Λουιζιάνα, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο Ελ-Σαγέντ κοιμάται φορώντας «φανέλα του Μπιν Λάντεν».

Σε άλλη προεκλογική εμφάνιση, μαζί με τον γερουσιαστή Τεντ Κρουζ από το Τέξας, ο τελευταίος αποκάλεσε τον Ελ-Σαγέντ «τζιχαντιστή ξωτικό» και προειδοποίησε ότι Αμερικανοί θα έχαναν τη ζωή τους εάν εκείνος εκλεγόταν.

Οι επιθέσεις ξεχώρισαν όχι μόνο για την έντασή τους, αλλά και για την ευκολία με την οποία υιοθετήθηκαν από προβεβλημένα στελέχη των Ρεπουμπλικανών, σύμφωνα με τη Ναζίτα Λατζεβάρντι, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, η οποία μελετά τη σχέση πολιτικής, φυλής και θρησκείας.

Όπως σημείωσε, σε αντίθεση με την περίοδο μετά την 11η Σεπτεμβρίου ή την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ, όταν επιβλήθηκε η απαγόρευση εισόδου σε πολίτες μουσουλμανικών χωρών, αυτή τη φορά υπήρξαν ελάχιστες αντιδράσεις από την κομματική ηγεσία των Ρεπουμπλικανών.

«Αυτή είναι η πιο κραυγαλέα και πιο φανατική ισλαμοφοβική εκστρατεία που έχω δει», δήλωσε. «Αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι μόνο η εχθρότητα, ο ρατσισμός και η μισαλλοδοξία του προέδρου, αλλά και αντίστοιχες συμπεριφορές από απλά μέλη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος».

Η ανατομία μιας εκστρατείας δυσφήμισης

Με τον Τραμπ να δίνει τον τόνο, οι Ρεπουμπλικάνοι παρουσίασαν καθ' όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου τους Δημοκρατικούς υποψηφίους ως ριζοσπάστες, αντιαμερικανούς, ακόμη και κομμουνιστές.

Στο Τέξας, ο υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Γερουσία, Τζέιμς Ταλαρίκο, έγινε στόχος χλευαστικών χαρακτηρισμών, όπως το «Ταλαφρέκο», εξαιτίας των θέσεών του για το φύλο και τη σεξουαλικότητα.

Στο Οχάιο, προεκλογικές διαφημίσεις χρησιμοποίησαν εναντίον της υποψήφιας των Δημοκρατικών για την κυβερνητική θέση, Έιμι Άκτον, ακόμη και την προσωπική της αφήγηση για την επιβίωσή της από σεξουαλική επίθεση όταν ήταν νεότερη.

Οι ψηφοφόροι, ωστόσο, φάνηκαν να δίνουν πολύ μεγαλύτερη σημασία στα οικονομικά προβλήματα παρά στις επιθέσεις αυτού του είδους. Στις εκλογές, οι Δημοκρατικοί, μεταξύ των οποίων ο Ταλαρίκο και η Άκτον, κατέγραψαν ευρείες νίκες.

Παρά ταύτα, η αναμέτρηση για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν ήταν ίσως εκείνη στην οποία η πολιτική της ταυτότητας χρησιμοποιήθηκε με τη μεγαλύτερη ένταση.

Οι Ρεπουμπλικάνοι επιχείρησαν να συνδέσουν τον Ελ-Σαγιέντ με την Αιγυπτιακή «Μουσουλμανική Αδελφότητα», επικαλούμενοι κείμενά του που είχαν γραφτεί πριν από περίπου μία δεκαετία και αφορούσαν τις πολιτικές αλλαγές στην Αίγυπτο, καθώς και αναρτήσεις της ετεροθαλούς αδελφής του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Οι ΗΠΑ χαρακτήρισαν φέτος ορισμένα παρακλάδια της Μουσουλμανικής Αδελφότητας τρομοκρατικές οργανώσεις. Ο Ελ-Σαγιέντ, ωστόσο, αποκήρυξε την οργάνωση και αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση μαζί της, ενώ δεν έχουν προκύψει στοιχεία που να τον συνδέουν με αυτήν.

Στο στόχαστρο βρέθηκε επίσης η αντίδρασή του στην επίθεση που σημειώθηκε τον Μάρτιο στη συναγωγή Temple Israel στο Μίσιγκαν. Σε ανακοίνωσή του με την οποία καταδίκαζε τη βία, είχε γράψει ότι «οι πληγωμένοι άνθρωποι πληγώνουν ανθρώπους». Η διατύπωση προκάλεσε την έντονη αντίδραση ορισμένων Εβραίων ηγετών, οι οποίοι τον κατηγόρησαν ότι ουσιαστικά δικαιολογούσε την αντισημιτική βία.

Ο Ελ-Σαγιέντ ζήτησε αργότερα συγγνώμη, αναγνωρίζοντας ότι τα λόγια του ενδεχομένως παρερμηνεύτηκαν και ότι «δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να αναλύσουμε τα συμφραζόμενα».

Οι σύμμαχοι του Ρότζερς επανέφεραν το περιστατικό τις τελευταίες ώρες της προεκλογικής εκστρατείας.

Την παραμονή των εκλογών, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του Μίσιγκαν διοργάνωσε συνέντευξη Τύπου με τη συμμετοχή ηγετών εβραϊκών και αφροαμερικανικών κοινοτήτων που αντιτίθενται στον Ελ-Σαγέντ. Πίσω τους υπήρχε μια μεγάλη κόκκινη πινακίδα που τον κατηγορούσε ότι προσφέρει «ΑΣΦΑΛΕΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΣΕ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ».

Όταν το Reuters ζήτησε από το κόμμα να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό, ο διευθυντής επικοινωνίας του, Τεντ Γκούντμαν, επικαλέστηκε τη δήλωση του Ελ-Σαγιέντ ότι «οι πληγωμένοι άνθρωποι πληγώνουν ανθρώπους». Σύμφωνα με τον ίδιο, η συγκεκριμένη διατύπωση ισοδυναμούσε με δικαιολόγηση μιας τρομοκρατικής επίθεσης εναντίον παιδιών.

Η επιχειρηματολογία αυτή φαίνεται ότι επηρέασε και μέρος του εκλογικού σώματος. Από τους περίπου 30 ψηφοφόρους που μίλησαν στο Reuters στην ευρύτερη περιοχή του Ντιτρόιτ, πέντε δήλωσαν ότι η μουσουλμανική πίστη του Ελ-Σαγιέντ ή οι υποτιθέμενες σχέσεις του με τον εξτρεμισμό έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόφασή τους να ψηφίσουν τον Ρότζερς.

Ανάμεσά τους ήταν ο 73χρονος Ρόμπιν Κουκ, ο οποίος δήλωσε για τον Ελ-Σαγιέντ: «Δεν πιστεύω ότι είναι πραγματικός Αμερικανός. Δεν τον εμπιστεύομαι».

Η ισλαμοφοβική ρητορική και οι συνέπειες στο Ντίαρμπορν

Οι περισσότεροι από τους ψηφοφόρους που μίλησαν στο Reuters απέρριψαν τις επιθέσεις ως απεγνωσμένη προσπάθεια αποπροσανατολισμού από τα ζητήματα που τους απασχολούν, κυρίως την οικονομία.

Μη μουσουλμάνοι ψηφοφόροι υπογράμμισαν ότι οι μουσουλμάνοι και οι Αραβοαμερικανοί αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς τους, καθώς είναι φίλοι, γείτονες, συνάδελφοι και γιατροί τους.

«Μεγάλωσα ανάμεσα σε ανθρώπους όλων των εθνικοτήτων», δήλωσε η 72χρονη Πάμελα Τζόνσον, καθολική στο θρήσκευμα, αφού ψήφισε τον Ελ-Σαγιέντ. «Όλοι έχουμε την ίδια αξία, ανεξάρτητα από το χρώμα, τη φυλή ή οτιδήποτε άλλο».

Στο Ντίαρμπορν, ωστόσο, οι κάτοικοι περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Όπως λένε, η προεκλογική ρητορική δεν έμεινε στο επίπεδο των πολιτικών αντιπαραθέσεων, αλλά τροφοδότησε πραγματικούς φόβους για την ασφάλειά τους.

Ο Ιμάντ Σούφι, επιχειρηματίας που μετανάστευσε από την Υεμένη στις ΗΠΑ πριν από περίπου 20 χρόνια, δήλωσε ότι παρατηρεί αύξηση της εχθρότητας απέναντι στους μουσουλμάνους από τότε που ο Τραμπ άρχισε να επιτίθεται στον Ελ-Σαγιέντ. Ανάμεσα στα περιστατικά που περιέγραψε είναι και σχόλια σε βάρος γυναικών που κυκλοφορούν δημόσια φορώντας χιτζάμπ.

Ο 49χρονος Σούφι, ο οποίος είχε ψηφίσει τον Τραμπ σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, είπε ότι θα μπορούσε να στηρίξει τον Ρότζερς εάν εκείνος είχε αποστασιοποιηθεί από την αντιμουσουλμανική ρητορική του Αμερικανού προέδρου. Τελικά, επέλεξε να ψηφίσει τον Ελ-Σαγιέντ.

Ο Αλάμπας Φαρχάτ, ο οποίος εκπροσωπεί περιοχές του Ντίαρμπορν και του Ντιτρόιτ στη Βουλή των Αντιπροσώπων του Μίσιγκαν, δήλωσε ότι η προεκλογική εκστρατεία ανακύκλωσε στερεότυπα σε βάρος των μουσουλμάνων, τα οποία οι Αραβοαμερικανοί της περιοχής αντιμετωπίζουν εδώ και χρόνια.

«Υπάρχει αυτή η διαρκής αμφισβήτηση: πόσο Αμερικανός μπορείς να είσαι όταν είσαι μουσουλμάνος; Πόσο Αμερικανός μπορείς να είσαι όταν είσαι Αραβοαμερικανός;» δήλωσε σε συνέντευξή του. «Αυτό συμβαίνει ξανά και ξανά, αλλά κάθε φορά αποδεικνύουμε πόσο Αμερικανοί είμαστε».
 

Πηγή: skai.gr