ΚΑΙΡΟΣ

Το Χρονικό ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ: Τρίτο μνημόνιο, υπερφορολόγηση και μεσαία τάξη

Το δεύτερο επεισόδιο της σειράς του ΣΚΑΪ «Το Χρονικό 2014 – 2019» πραγματεύεται τα πεπραγμένα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ασχολείται με την 17ωρη διαπραγμάτευση τον Αύγουστο του 2015 που οδήγησε στο τρίτο μνημόνιο και αναζητά τους λόγους για τους οποίους στοχοποιήθηκε φορολογικά η μεσαία τάξη και ερευνά σε βάθος την περιπέτεια της ελληνικής οικονομίας.

Μπορείτε να διαβάσετε και να δείτε το πρώτο επεισόδιο της σειράς εδώ.

Η 17ωρη διαπραγμάτευση καταλήγει στο πιο σκληρό απ όλα τα μνημόνια, το μνημόνιο ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ που πάντως ψηφίζεται και από το σύνολο των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων της αντιπολίτευσης ώστε να μείνει η χώρα στο ευρώ, καθώς την στιγμή της ψηφοφορίας έχει αποχωρήσει πάνω από το 1/3 της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά η ελληνική οικονομία έχει υποστεί μια τεράστια ζημιά.

Θοδωρής Πελαγίδης: χάθηκαν τα λεφτά των τραπεζών, χάθηκαν τα λεφτά των κερδών των ομολόγων για τα οποία είναι υπεύθυνος ο κύριος Βαρουφάκης, για τον οποίο βλέπω ότι πάλι υπάρχει μεγάλη δημοσιότης, λες και, πώς να πω, μερικοί έχουνε μνήμη χρυσόψαρου.
Οι Τράπεζες που είχαν ανακεφαλαιοποιηθεί αλλες δύο φορές έχασαν το 90% της αξίας τους και μαζί τους έχασε και το ελληνικό δημόσιο τουλάχιστον 17 δισεκατομμύρια που είχε επενδύσει σε αυτές.




Tσακλόγλου: «πείτε ότι είμαι ποδοσφαιριστής Μπαρτσελόνα, έχω ένα θεόρατο συμβόλαιο, έφυγα από την Ελλάδα πήγα εκεί και λοιπά , μες τη χαρά μου τη μεγάλη αγοράζω μία Ferrari υπέροχη και λοιπά, δεν ξέρω να την χειρίζομαι και καλά, πηγαίνω πάνω στην ράμπα, τη διαλύω κυριολεκτικά, σπάω και το πόδι μου, μπαίνω στο νοσοκομείο και όταν βγαίνω βλέπω ότι η απόδοσή μου δεν είναι τόσο καλή, η Μπαρτσελόνα την επόμενη χρονιά μου ανακοινώνει ότι δε θα συνεχίσει το συμβόλαιό μας και εγώ επιστρέφω και παίζω σε μία ομάδα δεύτερης εθνικής κατηγορίας στην Ελλάδα 09:26. Ποια είναι η ζημιά την οποία έχω πάθει; Η σίγουρη ζημιά είναι η Ferrari, την οποία ήταν και λοιπά. Είναι αυτή η μεγάλη ζημιά; Προφανώς όχι. Είναι το τι εισοδήματα περίμενα ότι θα’ χω από την Μπαρτσελόνα, μείον τη διαφορά των εισοδημάτων τα οποία έχω απ’ την ομάδα την ελληνική της δεύτερης κατηγορίας και λοιπά. Αυτά όλα τα πράγματα θέλω να τα προεξοφλήσω στην τωρινή τους κατάσταση, τώρα το επιτόκιο προεξόφλησης είναι πολύ σημαντική παράμετρος εδώ πέρα και να δω ποια ήταν η ζημία την οποία θα είχα πάθει, δηλαδή τα 10 χρόνια που θα ήμουν στην Μπαρτσελόνα τα έχασα. Το αντίστοιχο, το οποίο συνέβη στην ελληνική οικονομία, εκείνο το οποίο είναι αναμφισβήτητο είναι ότι χάσαμε τις τράπεζες μας, το 2014 στο peak δηλαδή, μέχρι να φανεί όταν ο κύριος Κουβέλης ανακοίνωσε ότι η ΔΗΜΑΡ δε θα ψηφίσει Πρόεδρο Δημοκρατίας και φάνηκε ξεκάθαρα ότι θα ‘χουμε Εκλογές, τις οποίες θα κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ, η αξία των ελληνικών τραπεζών ήταν γύρω στα 34 δισεκατομμύρια, το μισό, 2/3 περίπου από αυτά τα κατείχε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Όταν τις πουλήσαμε τις τράπεζες για να γίνει η τρίτη ανακεφαλαιοποίηση η αξία τους ήτανε 800 εκατομμύρια, αυτά τα χάσαμε τελείως, τέρμα.
  
Τέλλογλου: 17 δισεκατομμύρια είναι αυτά.

Τσακλόγλου: Ναι 17 δισεκατομμύρια είναι για το Δημόσιο, αλλά δεν είναι μόνο για το Δημόσιο, είναι για τη συνολική οικονομία το τι γίνεται. Το δεύτερο και κυριότερο όμως είναι το ότι χάσαμε αυτό το momentum, για το οποίο συζητάγαμε προηγουμένως, αυτό το οποίο αναφέρατε εσείς κύριε Τέλλογλου, αυτό το πράγμα χάθηκε, αυτό το οποίο λέω εγώ είναι το ότι εάν θέλουμε να δούμε ποιο ήτανε το πραγματικό, πάμε να δούμε κάποιο νούμερο το οποίο το είχε συμφωνήσει η Ελληνική Δημοκρατία με κάποιους άλλους.

Αυτό που έχει συμφωνήσει η Ελληνική Δημοκρατία είναι αυτή η περίφημη ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους. Στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους κάνουμε προβλέψεις για το πώς θα πάει η οικονομία.

Το 2014 είχανε κλείσει τόσο τα εσωτερικά όσο και τα εξωτερικά ελλείμματα. ’ρα, κάθε άλλο παρά αυτοί οι υπολογισμοί που σας είπα προηγουμένως μπορούν να γίνουνε μόνο όταν η οικονομία έχει ισορροπήσει τα ελλείμματά της αυτά και το 2014 τα είχε ισορροπήσει.

Η μεγαλύτερη ωστόσο απώλεια είναι εκείνη της εμπιστοσύνης που είχε κατακτηθεί βασανιστικά στα 4 προηγούμενα χρόνια εφαρμογής των μνημονίων.
 
Πορτοσάλτε: Πόσο; Μια που λέτε για το εργαστήριο.

Μαραβέγιας: Σε επίπεδο εμπιστοσύνης, μας κόστισαν και σε επίπεδο εμπιστοσύνης και ξέρετε κύριε.

Πορτοσάλτε: Είναι ανυπολόγιστο το κόστος της εμπιστοσύνης. Μπορεί να υπολογίζεται 50 δισεκατομμύρια, 80, έτσι; Είναι σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετοι, σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετοι οι υπολογισμοί αυτοί, αλλά το κόστος της απώλειας εμπιστοσύνης στη χώρα συνολικά, διότι οι ξένοι δε βλέπουνε Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Δημοκρατία ή οτιδήποτε άλλο, βλέπουνε Έλληνες. Και ξέρετε ότι οι ξένοι εύκολα χάνουν την εμπιστοσύνη τους και μάλιστα σε χώρες που είναι μεσογειακές και που υπάρχει και μια σχετική προκατάληψη, είναι γνωστό. ’ρα, λοιπόν, το κόστος της απώλειας εμπιστοσύνης νομίζω πως είναι ανεκτίμητο και είναι πάρα πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί. Προφανώς οι εκτιμήσεις που έχουνε γίνει κατά καιρούς είναι εκεί περίπου στα 60, 80 δισεκατομμύρια απώλειες, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα, το ξαναλέω, η εμπιστοσύνη που χάθηκε και για να επανακτηθεί, αμφιβάλλω αν έχει επανακτηθεί ακόμα και τώρα, παρά το γεγονός ότι εφαρμόστηκε το τέταρτο-τρίτο μνημόνιο με τόσο μεγάλη ευλάβεια έτσι;

Συνεδρίαση για κύρωση του Γ’ μνημονίου
  
Στις 2 τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου, μετά από ατέρμονες προσπάθειες της Ζωής Κωνσταντοπούλου να καθυστερήσει τη ψηφοφορία, ξεκινούσε η συνεδρίαση για το τρίτο μνημόνιο.

Η κυβέρνηση έχει εξασφαλίσει τη στήριξη της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού.. οι κόντρες ωστόσο δεν λείπουν.

Όπως για παράδειγμα ο τσακωμός Μεϊμαράκη - Τσακαλώτου

- Θα είστε πιο σεμνός..

- Εγώ; Τι; Την είδατε την ομάδα σας;

- Μην μου κάνετε εμένα τα χέρια έτσι… άκου τώρα τι σου λέω… δεν θα μας προκαλέσετε… αν θέλετε να συνεννοηθούμε… αν θέλετε και να μας προκαλέσετε και να το ψηφίσουμε… δεν γίνονται και τα δύο.

Το ρήγμα στον ΣΥΡΙΖΑ, διαφαίνεται μεγάλο με δεκάδες βουλευτές που πρόσκεινται στην τότε Αριστερή Πλατφόρμα, να βρίσκονται απέναντι στην κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Παναγιώτη Λαφαζάνη ο οποίος δηλώνει τότε ότι ο κ. Παπανδρέου ξεκίνησε με το Λεφτά υπάρχουν και κατέληξε στο μνημόνιο. Ο κ. Σαμαράς έλεγε λάθος το μνημόνιο, μνημόνιο ψήφισε και δυστυχώς, και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ τώρα, έκανε αντιμνημονιακό αγώνα, και στο τέλος μας φέρνει ένα ωραίο μνημόνιο πάλι.



Η ψηφοφορία τελικά, ξεκινά στις 9 το πρωί και 222 βουλευτές υπερψηφίζουν τη νέα δανειακή σύμβαση, ύψους 86 δισεκατομμυρίων ευρώ και μία σειρά μέτρων που την συνοδεύουν.

Τριανταδύο βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ καταψηφίζουν το μνημόνιο και 11 δηλώνουν «παρών» και έτσι η κυβερνητική πλειοψηφία δεν ξεπερνά, πια, τους 120 βουλευτές.

Η προκήρυξη πρόωρων εκλογών είναι πλέον αναπόφευκτη για τον κυβερνητικό συνασπισμό, ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Ο καθηγητής Παναγιώτης Λιαργκόβας είναι στο χρονικό αυτό σημείο πρόεδρος του γραφείου προϋπολογισμού της Βουλής.
  
«Το πώς θα επιτύχεις τους στόχους, αυτό επαφίεται στην ευχέρεια της εκάστοτε Κυβέρνησης, αν θα επιλέξει δηλαδή περισσότερο να επιβάλλει φορολογία ή αν θα επιλέξει να επιβάλλει περισσότερο, να βασιστεί περισσότερο σε μείωση δαπανών. Η Κυβέρνηση επέλεξε σαφέστατα την επιβολή φορολογίας και μάλιστα σε υπέρμετρο βαθμό, εμείς είχαμε χαρακτηρίσει την πολιτική της εποχής εκείνης ‘’πολιτική φοροκεντρικής λιτότητας’’, γιατί ακριβώς ήταν μια λιτότητα, η οποία όμως βασίστηκε σε υπέρμετρη αύξηση της φορολογίας σε όλα τα είδη των φόρων» δηλώνει χαρακτηριστικά.

Ο ’ρης Πορτοσάλτε διερωτάται αν τη συγκεκριμένη πολιτική την επέβαλαν οι ξένοι.

«Αυτό έλεγε η ρητορική η Κυβερνητική, έλεγε ότι μας υποχρεώνουν οι άλλοι να επιβάλλουμε αυτούς τους φόρους» και ο Παναγιώτης Λιαργκόβας απαντά ότι «κοιτάξτε, εγώ την εποχή εκείνη ως γραφείο προϋπολογισμού είχα κάνει συναντήσεις και με τους θεσμούς και με το ΔΝΤ και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αυτό που είχα καταλάβει είναι ότι την επιλογή την κάναμε εμείς, δεν μας την επέβαλαν οι ξένοι. Μάλιστα απορούσαν στις συζητήσεις που είχα τότε, την εποχή εκείνη και με την επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, θυμάμαι με ρωτούσε συγκεκριμένα γιατί εσείς στην Ελλάδα προτιμάτε τόσο πολύ την επιβολή φορολογίας και όχι τη στοχευμένη μείωση δαπανών. Λέω στοχευμένη γιατί πάντοτε τόνιζαν ότι δεν πρέπει να μειωθούν οι κοινωνικές δαπάνες, παρά το γεγονός ότι εδώ εσωτερικά νομίζουμε ή υπήρχε η διάχυτη εντύπωση ότι πιέζουν για μείωση των κοινωνικών δαπανών, δεν ήταν έτσι. Απορούσαν γιατί επιβάλλουμε τόσο μεγάλη φορολογία και μάλιστα πολλές φορές οριζόντια, όπως η έμμεση φορολογία. Γιατί ένα από τα μέτρα ήταν η αύξηση φορολογίας σε όλους, σε όλα τα είδη των φόρων, και στο ΦΠΑ, που είναι έμμεση φορολογία πιάνει και τους φτωχούς, πιάνει και τους πλουσίους, αλλά περισσότερο χτυπάει τους κοινωνικά και οικονομικά αδύναμους».

Φόροι έναντι περικοπής δαπανών 

Το πώς εφαρμόζεται αυτό το μνημόνιο είναι κάτι που θα το αποφασίσει η κυβερνητική πλειοψηφία.

Χάρη στη νέα πλειοψηφία που κατακτά στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 και με την εμμονή της διανομής των βαρών στους μεσαίους επαγγελματίες και την μεσαία τάξη, η νέα κυβέρνηση Τσίπρα ταυτίζει την απόδοση της οικονομίας με την απόδοση των εισπρακτικών μέτρων. Η πολιτική αυτή εμποδίζει την ανάπτυξη.

Η πρώτη δουλειά που πρέπει να κάνει η νέα κυβέρνηση με βάση τις δεσμεύσεις της είναι να αλλάξει το ασφαλιστικό προκειμένου να μειωθεί η συνταξιοδοτική δαπάνη. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό γίνεται ταυτόχρονα με την αύξηση των υπόλοιπων φόρων. Το ασφαλιστικό έχει διαχρονικά επιβαρύνει το ελληνικό χρέος συσσωρεύοντας τα 2/3 του όγκου του.
  
Ο καθηγητής Πάνος Τσακλόγλου υπολογίζει ότι και χωρίς την εξάμηνη διαπραγμάτευση των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ θα υπήρχε ανάγκη αλλαγών στο ασφαλιστικό και περικοπών στις συντάξεις.
  
Τέλλογλου: Είπατε ότι θα υπήρχε μία ισχυρή οικονομική ανάκαμψη και όλοι τη βλέπαμε αυτή το δεύτερο εξάμηνο του 2014, έφτανε όμως αυτή η οικονομική ανάκαμψη για να καλύψει ένα πρόβλημα που είχαμε ξαναλύσει; Δηλαδή σας θυμίζω ότι το 2011 πήραμε απόφαση ότι το 2014 θα κάνουμε κάποιες αλλαγές στις συντάξεις, αυτή την απόφαση την είχαμε πάρει, φυσικά θα μπορούσαμε αυτή την απόφαση που ‘χαμε πάρει να πούμε ότι βελτιώνεται η οικονομία και δεν την εφαρμόζουμε την απόφαση, αλλά εσείς, από την αίσθησή σας με τις συνομιλίες με τους δανειστές, βλέπατε ότι αυτή ήταν μία περιοχή no-go, που δε θα μπορούσατε να θέσετε αυτό το ζήτημα;

Τσακλόγλου: Κάποια πράγματα είχανε ήδη γίνει, που να συμμαζέψουνε αρκετά το συνταξιοδοτικό μας μέχρι εκείνη την περίοδο, το ’14 δηλαδή στο οποίο αναφέρεστε, είχανε γίνει. Πράγματι είχαμε υποσχεθεί κάποια συγκεκριμένα μέτρα, ήτανε κυρίως μέτρα για τα επικουρικά ταμεία, τα οποία πραγματικά ήτανε κατεξοχήν ελλειμματικά και ενώ τα επικουρικά ταμεία στο καταστατικό τους λένε ότι είναι zero deficit, αυτό δεν είχε γίνει σχεδόν ποτέ στην Ελλάδα. Οπότε κάποια τέτοια μέτρα νομίζω ότι μπορεί και να επέμενα να γίνει, εκείνο το οποίο μπορούσαν.

Τέλλογλου: Ανεξάρτητα από το ποιος ήταν Κυβέρνηση.

Τσακλόγλου: Νομίζω πως ναι, νομίζω πως ναι. Εκείνο το οποίο ενδεχομένως θα μπορούσε να γίνει ήταν να είναι περισσότερο σταδιακά και το καθεξής. Για να σας δώσω ένα μέτρο, γενικά για κάθε Ευρώ που ανεβαίνει η οικονομική δραστηριότητα τα δημόσια έσοδα ανεβαίνουνε περίπου 50 λεπτά, δηλαδή αυτά που θα πάρουμε από άμεσους φόρους, έμμεσους φόρους, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και λοιπά είναι περίπου εκεί. Αν σκεφτείτε ότι εκείνο το οποίο περιμέναμε ήταν ότι, το ’14 περιμέναμε ότι θα είχαμε μία οικονομική ανάπτυξη, ότι θα ήτανε λίγο παραπάνω από 1%, τελικά ήτανε λίγο πιο κάτω από το 1%, για την επόμενη χρονιά όμως περιμέναμε ένα νούμερο που να ήταν παραπάνω από 3,5%, υπολογίστε τώρα πόσο είναι η διαφορά ανάμεσα σε αυτά εδώ τα νούμερα, διαιρέστε το στο μισό και δείτε τι περίπου περιμέναμε να έχουμε μόνο από την οικονομική μεγέθυνση σαν επιπλέον φορολογικά έσοδα. Επιπλέον μη ξεχνάτε ότι ήτανε και σε εκείνη την περίοδο που είχε αρχίσει ήδη να ενεργοποιείται η ΑΑΔΕ, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και ήδη τα πρώτα αποτελέσματα τα οποία είχαμε ήτανε ιδιαίτερα θετικά, δηλαδή την πρώτη χρονιά λειτουργίας της ήδη είχαμε ξεπεράσει τους στόχους για φορολογικά έσοδα τα οποία είχαμε. Οπότε όλα αυτά τα μέτρα μαζί φαίνεται να δείχνανε το ότι η ανάγκη λήψης μέτρων, εάν με ρωτάτε προσωπικά σαν οικονομολόγο νομίζω ότι αν τα πράγματα πήγαιναν normal, μεγάλο κομμάτι από εκείνα τα μέτρα τα οποία μας ζητάγανε τα επιπλέον, το περίφημο mail Χαρδούβελη, θα μπορούσαμε να τα ‘χουμε γλιτώσει. Από την άποψη τη δομική, όμως, θα έπρεπε να κάνουμε κάτι για την οριστική επίλυση του συνταξιοδοτικού. Νομίζω ότι ούτως ή άλλως θα γινόταν.

Οδηγός ο ρεβανσισμός

Έχοντας μόλις αναλάβει την εξουσία, η κυβέρνηση πέφτει στα βαθιά της 1ης αξιολόγησης. Οι θεσμοί ζητούν αυξήσεις φόρων και μειώσεις συντάξεων προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι το 2018 η χώρα θα πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%.

Η πορεία προς αυτό το 3,5% είναι στενά συνυφασμένη με τον πυρήνα της ιδεολογίας του ΣΥΡΙΖΑ.

Στις 24 Νοεμβρίου του 2018 ο υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος δηλώνει:

«Προσέξατε πάλι την ταξική μεροληψία που έχει αυτή η κυβέρνηση. Έχει ταξική μεροληψία».
Στα τέλη Μαΐου του 2016, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Κυρίτσης, θα γράψει σε άρθρο του στην ΑΥΓΗ ότι οι ακολουθούμενες πολιτικές ούτε λίγο ούτε πολύ έχουν για την κυβέρνηση ένα χαρακτήρα ρεβανσισμού.

«Γι' αυτό ακριβώς ψηφίστηκε τον Σεπτέμβριο, για να μετακυλήσει όσο μπορεί τα βάρη στους μενουμευρωπαίους, και αυτό ακριβώς κάνει».

Στις διαπραγματεύσεις για τους φόρους το πρώτο πεντάμηνο του 2016 κυριαρχεί η μείωση του αφορολόγητου. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος μάλιστα φέρεται να απειλεί με παραίτηση αν υποχωρήσει από τις 9.000€.

«Δεν είμαι εγώ διατεθειμένος να καταθέσω στη Βουλή που έχει αφορολόγητο μικρότερο αφορολόγητο μικρότερο από αυτό που θα δείτε. ’ρα υπάρχουν κόκκινες γραμμές»
Σύμφωνα με τον Διευθυντή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του ΔΝΤ, Πόουλ Τόμσεν «το αφορολόγητο όριο στην Ελλάδα είναι 9.500 ευρώ. Υψηλότερο απ' τη Γερμανία και άλλες χώρες που είναι σε πολύ καλύτερη οικονομική κατάσταση».




Το Μάιο το αφορολόγητο πέφτει τελικά στις 8.636 ευρώ. Επιπλέον αυξάνεται η εισφορά αλληλεγγύης, ο φόρος εισοδήματος και ο ΕΝΦΙΑ. Μαζί τους αυξάνονται και μια σειρά έμμεσοι φόροι όπως ο ΦΠΑ και οι φόροι σε καύσιμα, αλκοόλ και τσιγάρα. Το οικονομικό επιτελείο παραδέχεται ένα χρόνο αργότερα ότι οι αυξήσεις φόρων έπληξαν τη μεσαία τάξη.

«Πότε θα ομολογήσετε ότι οι πρόσθετοι άμεσοι φόροι που ψηφίσατε με μεγάλη χαρά τολμώ να πω, σχεδόν ενθουσιασμό, είναι απότοκοι της αριστερής ιδεοληπτικής σας αντίληψης;» ερωτά ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις 7 Ιουνίου του 2016




Στις 28 Μαρτίου του 2017 ο Ευκλείδης Τσακαλώτος παραδέχεται ότι «υπάρχει πρόβλημα με τους φόρους; Υπάρχει. Έχουμε εμείς ζορίσει τα μεσαία στρώματα; Ναι τα έχουμε ζορίσει» ενώ 7 περίπου μήνες αργότερα, την 1η Νοεμβρίου του 2017 ο υφυπουργός Οικονομικών, Γιώργος Χουλιαράκης, δηλώνει ότι «η φορολογική επιβάρυνση που συνεπάγεται ο προϋπολογισμός του 2017 και του 2018 είναι μεγάλη. Είναι μεγάλη για τους έντιμους και τους συνεπείς , για τη μεσαία τάξη και τους ελεύθερους επαγγελματίες».

Το κίνημα της γραβάτας

Οι διαπραγματεύσεις για το ασφαλιστικό είναι πιο επίπονες καθώς η κυβέρνηση προσπαθεί πάση θυσία να αποφύγει τις μειώσεις στις συντάξεις.

Στις 8 Δεκεμβρίου του 2015 ο Αλέξης Τσίπρας είχε δηλώσει ότι «μία δωδέκατη μείωση στις συντάξεις δεν θα λύσει κανέναν πρόβλημα.

Στην πρώτη κοινοβουλευτική μονομαχία Τσίπρα-Μητσοτάκη, στις 27 Ιανουαρίου του 2016 το ασφαλιστικό έχει περίοπτη θέση.




Τσίπρας: «Να μην παραπληροφορούμε ότι έρχεται ο Αρμαγεδδών - ο Αρμαγεδδών ήρθε την τελευταία πενταετία. Αφού δε θέλετε να λερώσετε τα χεριά σας με τα δικά σας άπλυτα, τουλάχιστον σταματήστε να είστε επιζήμιοι για τον τόπο».


Μητσοτάκης: «Σε ένα χρόνο έχετε μετατρέψει την ελπίδα σε απόγνωση...είστε η πιο επιβλαβής κυβέρνηση στην ιστορία της μεταπολιτευτικής Ελλάδος».

Το τετ α τετ Τσίπρα - Λαγκάρντ στο Νταβός τρεις μέρες αργότερα προοιωνίζεται εξαντλητικές διαπραγματεύσεις.

Η Κριστίν Λαγκάρντ φανερώνει ότι κατά την άποψη του ΔΝΤ δεν επαρκεί η μείωση των μελλοντικών συντάξεων με τον Αλέξη Τσίπρα να αντιτείνει ότι περικοπή κύριων συντάξεων που δίνονται τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε.

Ταυτόχρονα η κυβέρνηση ανοίγει και μέτωπο με τους ελεύθερους επαγγελματίες καθώς σχεδιάζει επιβολή εισφοράς 20% επί των εσόδων τους.

Ο Γιώργος Κατρούγκαλος άθελα του γίνεται ο εμπνευστής του κινήματος της γραβάτας.

Στις 5 Φεβρουαρίου του 2016 ο υπουργός Εργασίας δηλώνει ότι:

«Δεν μπορεί να πληρώνουν συνέχεια οι μισθωτοί. Οι άνθρωποι, εμείς με γραβάτες και μαντηλάκια με πάνω από 40-50-60.000 ευρώ εισόδημα, που δεν είχαμε μάθει να πληρώνουμε, πρέπει να μάθουμε να πληρώνουμε».

Οι θεσμοί διαμηνύουν ότι δεν θα επιστρέψουν στην Αθήνα χωρίς κάτι χειροπιαστό.

Σταδιακά η κυβέρνηση συνειδητοποιεί ότι ίσως θα πρέπει να κάνει πίσω για τις επικουρικές.

Παράλληλα η Κριστίν Λαγκάρντ στις 8 Απριλίου στέλνει τελεσίγραφο:

«Πρέπει να κάνουν μεταρρυθμίσεις. Πρέπει να κοιτάξουν το ασφαλιστικό τους σύστημα το οποίο οδεύει ολοταχώς πάνω σε τοίχο αν παραμείνει σε αυτό που είναι σήμερα».




Η κυβέρνηση υποχωρεί και στις 13 Μαΐου μαζί με το φορολογικό ψηφίζεται και ο νόμος Κατρούγκαλου που ολοκληρώνει και την 1η αξιολόγηση.

Οι νέοι συνταξιούχοι, από τις 12/5 δηλαδή μια ημέρα πριν από την ψήφιση του νόμου, υφίστανται περικοπές έως 30%. Μειώνονται και οι επικουρικές συντάξεις εφόσον το άθροισμα κύριας και επικουρικής ξεπερνά τα 1300€ μεικτά. Το ΕΚΑΣ καταργείται σταδιακά έως το 2019, τα εφάπαξ μειώνονται 12-15%, αυξάνονται 0,5% οι εισφορές εργαζόμενων και εργοδοτών για μισθωτούς ενώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες ορίζονται στο 20% του εισοδήματος τους από το 2017.




Στις 14 Μαΐου του 2016 διαμείβεται ο παρακάτω διάλογος ανάμεσα στον Γιώργο Κατρούγκαλο και τον Γιώργο Αυτιά.

Αυτιάς: «Κοιμόσουν τα βράδια έτσι;…. Ήρθαν στιγμές που είπες, εγώ τι πάω να κάνω.. με την αριστερή ιδεολογία».

Κατρούγκαλος: «Επειδή βασικές αρχές της αριστεράς είναι η ισονομία και η κοινωνική δικαιοσύνη, πιστεύω ότι έκανα το χρέος μου. Και πράγματι είμαι περήφανος γι' αυτή τη μεταρρύθμιση».

Από το Σεπτέμβριο αρχίζει εκ νέου η συζήτηση για πρόσθετα μέτρα.

Η Αθήνα που διεκδικεί ελάφρυνση χρέους βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα στη διαμάχη Ευρώπης

–ΔΝΤ. Οι Ευρωπαίοι θέλουν υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ώστε να χρειαστούν λιγότερα μέτρα για το χρέος και πάση θυσία συμμετοχή της Ουάσινγκτον στο ελληνικό πρόγραμμα. Το ΔΝΤ υποστηρίζει μικρότερα πλεονάσματα και μεγαλύτερη ελάφρυνση χρέους αλλιώς επιπλέον δημοσιονομικά πρόσθετα μέτρα.

Στις 23 Νοεμβρίου του 2016 ο Αλέξης Τσίπρας εξηγεί ότι «αυτό δεν σημαίνει ότι θα μπορούσαμε έστω και να μπούμε στον κόπο να συζητήσουμε παράλογες απαιτήσεις. Είτε αφορούν νέα μέτρα είτε αφορούν τη συνέχιση της ποινής αποκλεισμού της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων».

Η χώρα καταλήγει με τα χειρότερα κι από τους δύο κόσμους. Και πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% έως το 2022 και επιπλέον μέτρα.

Στον ΣΥΡΙΖΑ έχουν αποφασίσει ότι το ταξικό πρόσημο της πολιτικής τους εκφράζεται καλύτερα από την επιβολή φόρων παρά από την μείωση των δαπανών.

Στις 19 Σεπτεμβρίου του 2017 ο Αντιπρόεδρος της Κομισιόν Βάλντις Ντομπρόβσκις ενημερώνει ότι «αξίζει να τονιστεί ότι συζητήσαμε με τις ελληνικές αρχές σχετικά με τη σύνθεση των μέτρων, το ύψος των φορολογικών αυξήσεων, το ύψος των δαπανών και ήταν επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης να επικεντρωθεί αισθητά στην αύξηση των φόρων».

Μια επιλογή που σύμφωνα με κυβερνητικά στελέχη οφείλεται και στην ανθρωπιστική κρίση.

Στις 31 Μαΐου του 2019 ο Γραμματέας του ΣΥΡΙZA, Πάνος Σκουρλέτης εξηγεί αυτή την επιλογή με το εξής παράδειγμα: «Είναι σαν μια μάνα που έχει δύο παιδιά, το ένα είναι ασθενικό και πάσχει από υποσιτισμό και το άλλο κάπως στέκεται στα πόδια του. Τι θα κοιτάξει η μάνα εκείνη την ώρα».

Στις 29 Μαρτίου του 2017 ο Ευκλείδης Τσακαλώτος παραδέχεται ότι «κάναμε λάθος στην πρόβλεψή μας πόσο γρήγορα μπορείς να αντιμετωπίσεις το θέμα της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, και άρα έπεσε το βάρος σε κάποια μεσαία στρώματα».

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που δόθηκαν στη Βουλή μόνο από τις λίστες Μπόργιανς και Λαγκάρντ που αφορούν υποθέσεις 8 δισεκατομμύρια ευρώ, εισπράχθηκαν μόλις 61εκατομμύρια ευρώ.

Έτσι το Μάιο του 2017 η κυβέρνηση συναινεί να μειωθεί το 2020 για μια ακόμη φορά το αφορολόγητο και καταργεί τις φοροαπαλλαγές που είχαν απομείνει.

Ειδικά όμως το ΔΝΤ ζητά περικοπές και στις καταβαλλόμενες συντάξεις.

Ο Επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Γραφείου του ΔΝΤ, Πόουλ Τόμσεν σημειώνει στις 9 Οκτωβρίου του 2016 ότι υπάρχουν ελλείμματα στο συνταξιοδοτικό σύστημα, που ξεπερνούν το 10% ή 11% τον χρόνο.

Οι μεταρρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν θα δώσουν μόνο 1% του ΑΕΠ.

Στις 11 Δεκεμβρίου του 2016 ο Ευκλείδης Τσακαλώτος δηλώνει ότι «προδομένοι αισθανόμαστε από το ΔΝΤ».

Στις αρχές του 2017 εντείνονται και οι αντιδράσεις των ελεύθερων επαγγελματιών για τις εισφορές τους, καθώς το σύνολο της επιβάρυνσης τους χωρίς τους φόρους φτάνει το 38% για υγεία, επικουρικό, εφάπαξ και κύρια ασφάλιση.
  
Ο νόμος Κατρούγκαλου προβλέπει μάλιστα αύξηση της για το 2018 και 2019.

Ο υφυπουργός Εργασίας Τάσος Πετρόπουλος έχει διαφορετική εικόνα «με σταματάνε στο δρόμο και μου λένε συγχαρητήρια. Μου ζητούν να πληρώσουν κι άλλα».

Για μια ακόμη φορά στις διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς και προκειμένου να κλείσει η 2η αξιολόγηση , η κυβέρνηση υποχωρεί. Υποχρεώνεται να κόψει και τις συντάξεις των εν ενεργεία συνταξιούχων.

Με το δεύτερο πολυνομοσχέδιο που ψηφίζεται εν μέσω σοβαρών επεισοδίων έξω από τη Βουλή, οι συντάξεις τους θα επανυπολογιστούν. Εφόσον η παλιά σύνταξη είναι μεγαλύτερη από την καινούρια η διαφορά βαφτίζεται προσωπική και συνεχίζει να καταβάλλεται έως το 2019 όταν και μειώνεται έως 18%.

Σε μία νέα πολιτική αντιπαράθεση στη Βουλή στις 18 Μαΐου του 2017 ο Αλέξης Τσίπρας, απευθυνόμενος από το βήμα της Βουλής στον Κυριάκο Μητσοτάκη δηλώνει ότι «ή τα έχετε χάσει τελείως με το κλείσιμο ο της αξιολόγησης η βρίσκεστε σε πανικό. Τώρα που τελειώνει με τη βούλα το παραμύθι της παρένθεσης» με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να απαντά ότι «δεν πρόκειται για αυταπάτη αλλά για τη μεγαλύτερη πολιτική απάτη που δεν έχουμε ξαναδεί στη σύγχρονη ιστορία. Οι υποσχέσεις ήταν ψεύτικες εν γνώσει Τσίπρα».

Στο τέλος του 2018 πάντως τα διαδοχικά, καλύτερα των στόχων, δημοσιονομικά αποτελέσματα επιτρέπουν στην κυβέρνηση με την ευρεία στήριξη της αντιπολίτευσης να ακυρώσει τις μειώσεις στις συντάξεις.

Στη διάρκεια της θητείας της και σύμφωνα με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ την 4ετία 2015 - 2019 έλαβε μέτρα 8,6 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Τα 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ - περίπου δηλαδή το 65% - ήταν φόροι και έτσι στην ουσία αντέστρεψε την πολιτική της κυβέρνησης Σαμαρά. Στο δικό της Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 οι φόροι καταλάμβαναν το 49% των μέτρων.

Στις 31 Μαρτίου του 2016 ο πρώην Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιώργος Προβόπουλος δηλώνει ότι «το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής είναι λάθος. Γιατί στηρίζεται κυρίως στους φόρους. Μόνο με ανάπτυξη μπορείς να ξεφύγεις αλλά οι φόροι δεν είναι η συνταγή για την ανάπτυξη. Το αντίθετο».

Συνολικά η κυβέρνηση ψήφισε από το 2015, 29 νέους φόρους οι οποίοι συνέβαλαν σε πολύ μεγάλο βαθμό στη δημιουργία υπερπλεονασμάτων. Την περίοδο 2016-2018 η κυβέρνηση εισέπραξε 11,3 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από ότι όριζε το μνημόνιο. Επέστρεψε με τη μορφή μερίσματος και άλλων παροχών 2,36 δισεκατομμύρια ευρώ.

Στις 22 Νοεμβρίου του 2017 ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιτίθεται στην κυβέρνηση λέγοντας ότι «είχαμε αφαίμαξη των πάντων για να μπορέσει να παραστήσει η φιλεύσπλαχνη κυβέρνηση τον πατερούλη».

Ο Αλέξης Τσίπρας του ανταπαντά ότι «κάποιοι πορφυρογέννητοι δεν ξέρουν και δεν μπορούν να καταλάβουν τί σημαίνει γι αυτούς τους ανθρώπους αυτή η ενίσχυση που κάποιοι από αυτό το βήμα την είπαν ψίχουλα ή φιλοδώρημα».

Το μέγεθος της υπερφορολόγησης υπήρξε τέτοιο που ενώ εξασφαλίστηκαν υπερπλεονάσματα, ταυτόχρονα τα χρέη προς τις εφορίες αυξήθηκαν από τα 60 περίπου δισεκατομμύρια ευρώ στο τέλος του 2014 στα 104 δισεκατομμύρια τον Απρίλιο του 2019.

Ενώ όμως η κυβέρνηση πετύχαινε τους δημοσιονομικούς στόχους, δεν κατόρθωσε ποτέ να πέσει μέσα στις εκτιμήσεις της για την ανάπτυξη. Ποτέ το ΑΕΠ δεν ξεπέρασε το ψυχολογικό όριο του 2% και κύρια αιτία σύμφωνα με τους οικονομολόγους ήταν και η πολιτική της φοροκεντρικής λιτότητας όπως την ονόμασε το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ την δεκαετία 2007-2017 η Ελλάδα ήταν δεύτερη παγκοσμίως στην αύξηση φόρων ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 8,2 μονάδες πίσω μόνο από το Μεξικό. Οι 4, την περίοδο 2015-2017 με θετικούς μάλιστα ρυθμούς ανάπτυξης.

Γιατί όμως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ακολουθεί μια πολιτική εξόφθαλμα αντιαναπτυξιακή που συμπιέζει τη μεσαία τάξη;

Σύμφωνα με τον καθηγητή Καζάκο «προφανώς γιατί έχουν άλλες ιδέες στο μυαλό τους, δηλαδή υποψιάζομαι ότι εδώ παίζουν ρόλο οι θεωρητικές καταβολές της Αριστεράς και βέβαια ένα είδος αντίδρασης σε οτιδήποτε έρχεται απέξω, δηλαδή πρέπει να δούμε και τις βαθιές ρίζες του αντιευρωπαϊσμού που υπάρχει, αλλά όχι μόνο στο χώρο της Αριστεράς, στην Ελλάδα γενικά. Τώρα η αλήθεια είναι ότι εφαρμόζουν, αλήθεια, η άποψή μου είναι ότι εφαρμόζουν ένα είδος αντιαναπτυξιακής πολιτικής. Η πολιτική τους δεν έχει σχέση με την ανάπτυξη, έχει σχέση με αναδιανομή για να το διατυπώσουμε ωμά, αναδιανομή όχι ανάπτυξη. Γιατί όχι ανάπτυξη; Και γιατί είναι πρόβλημα η αναδιανομή; Είναι δύο ερωτήματα. Όχι ανάπτυξη, δηλαδή είναι αντιαναπτυξιακή η πολιτική για τον απλό λόγο ότι υπάρχει αυτή η υπερφορολογία που είπατε, το θεωρώ και εγώ ότι παίζει σημαντικό ανασταλτικό ρόλο, αλλά πολύ μεγαλύτερο ανασταλτικό ρόλο παίζει η αναβολή οποιασδήποτε σοβαρής μεταρρύθμισης και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει οποιαδήποτε επιχείρηση εδώ στην Ελλάδα. Παίζει επίσης ρόλο η μείωση των επενδύσεων, διότι δεν είναι μόνο ότι έχουν υψηλούς φόρους, είναι και ότι μειώνουν και τις επενδύσεις, δε λύνουν βασικά διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, τα παρατείνουν ή τα αναβάλλουν για το μέλλον και ρίχνουν το κέντρο βάρους σε αυτό που θα λέγαμε ‘’κοινωνική αναδιανομή’’. Δηλαδή να τα πάρουν από τους δήθεν πλούσιους, έτσι, η μεσαία τάξη δηλαδή που είναι πολύ διαφοροποιημένη, δεν είναι κάτι το ενιαίο η μεσαία τάξη, έτσι, αλλά εν πάση περιπτώσει τα παίρνεις από εκεί για να τα δώσεις από εδώ και από εκεί.

Πορτοσάλτε: Με την οποίαν η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ δεν έχει καμία σχέση; Με αυτή την κατηγορία, με αυτήν την πολυπληθή ομάδα;

Πελαγίδης: Προσέξτε, έχω πει σε μια εκπομπή δική σας πριν 1,5 χρόνο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εχθρεύεται την ανάπτυξη και την εχθρεύεται την ανάπτυξη γιατί η ανάπτυξη οδηγείται από αυτούς. Φυσικά τα οφέλη της ανάπτυξης διαχέονται σε όλο και πιο κάτω, έτσι γίνεται. Αλλά καθώς λοιπόν αυτό το κομμάτι αναπτύσσεται και επομένως προσθέτει στο ΑΕΠ και το ΑΕΠ έτσι είναι 3 και 4 και 5%, αυτονομείται, είναι αυτόνομο από την πολιτική εξουσία. Αυτό δεν είναι καλό για καμιά εξουσία, όχι μόνο για το ΣΥΡΙΖΑ, σε αυτού του τύπου τα συστήματα που βιώνουμε εμείς. Επομένως, κατά μίαν έννοια, πώς να πω, δεν είναι, δεν αισθάνεται άνετα, δεν έδειξε να αισθάνεται άνετα και επίσης δεν έδειξε να ενοχλείται πολύ ιδιαίτερα η Κυβέρνηση με το 1,5 ή το 2%. Την ενδιέφεραν περισσότερο άλλα πράγματα, η εφήμερη ας πούμε μεταφορά εισοδήματος και η επιδοματική πολιτική, η οποία δεν έχει βέβαια μέλλον, έτσι όπως γίνεται μάλιστα χωρίς κίνητρα, αλλά το ζήτημα στην πολιτική, αυτού του τύπου την πολιτική είναι, σημασία έχει να περάσουμε το σήμερα, σημασία έχει το παρόν, έτσι γίνεται συνήθως.

Όλοι οι οικονομολόγοι με τους οποίους μιλήσαμε στη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων συμφωνούν ότι ακόμα και στα πλαίσια του τρίτου μνημονίου ήταν δυνατή μια διαφορετική πολιτική.
 
Μαραβέγιας: Κοιτάξτε, και στις προηγούμενες Κυβερνήσεις η αλήθεια είναι ότι οι παρεμβάσεις που έκαναν, η ελληνική διοίκηση ας το πούμε συνολικά ή το Υπουργείο Οικονομικών ή το Γενικό Λογιστήριο, οι παρεμβάσεις που έκαναν για να αλλάξουνε αυτά που ζήταγε και το πρώτο και το δεύτερο Μνημόνιο ήταν ελάχιστες. Το ίδιο συνέβη, φοβάμαι πάρα πολύ συνέβη και στο τρίτο Μνημόνιο. Δηλαδή, εμείς δεν είπαμε ότι υπάρχουν ορισμένα πράγματα τα οποία γίνονται και ορισμένα πράγματα που δε γίνονται. Δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο να εμπλουτίσουμε αυτό το μείγμα πολιτικής που επέβαλαν οι ξένοι, διότι ξένοι ήτανε εν πάση περιπτώσει, δεν είχανε και πλήρη συναίσθηση της πραγματικότητας της ελληνικής. Φαίνεται ότι δεν μπορέσαμε να το κάνουμε, προφανώς θα υπήρχε… εμείς στο γραφείο, μην ξεχνάτε ότι είμαι και μέλος του γραφείου προϋπολογισμού της Βουλής και μάλιστα με διακομματική έτσι, πώς να το πω, ψηφοφορία στο πρόσωπό μου και αυτό με χαροποιεί ιδιαιτέρως, έχουμε παρακολουθήσει όλη την πορεία, όπως ξέρετε πολύ καλά, και έχουμε δει ότι θα μπορούσε ένα άλλο μείγμα πολιτικής, δηλαδή όχι τόσο πολύ μεγάλη φορολογία ιδίως στα μεσαία στρώματα, έτσι, και κάποιο νοικοκύρεμα μεγαλύτερο, έτσι, δε λέω περικοπές δαπανών, διότι είναι πάρα πολύ δύσκολη υπόθεση και στην παιδεία και στην υγεία δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα, αλλά ένα νοικοκύρεμα δαπανών και νέες μέθοδοι διοίκησης παραδείγματος χάρη, οι οποίες θα εξοικονομούσανε χρήματα, πόρους, θα μπορούσανε να εφαρμοστούν έτσι ώστε να μην έχουμε αυτή την εξάντληση των μεσαίων στρωμάτων που ξέρετε πάρα πολύ καλά σε πιο σημείο βρίσκεται και μάλιστα όχι ισομερώς, από ένα μικρό κομμάτι των μεσαίων στρωμάτων πληρώνονται οι φόροι, τα στοιχεία είναι εδώ, έτσι, το 5% των φορολογουμένων πληρώνει το 50% των φόρων. Βέβαια, όπως πολύ καλά γνωρίζετε η αναδιανομή αν δεν βασίζεται σε νέα παραγωγή, όταν γίνεται δηλαδή, δημιουργούνται πρωτογενή πλεονάσματα σε συνθήκες λιτότητας, ύφεσης και όχι ανάπτυξης τότε είναι μια, μια εξίσωση προς τα κάτω, πάμε όλοι μαζί προς τα κάτω και κάποια στιγμή και αυτοί που μπορούν να πληρώνουν δε θα μπορούν».

Θα μπορούσε με τους ίδιους στόχους να έχει ασκηθεί μια άλλη οικονομική πολιτική;

Σύμφωνα με τον Θοδωρή Πελαγίδη «μπορούσε να ασκηθεί μια διαφορετική πολιτική, φυσικά φιλοεπενδυτική, φυσικά όλα αυτά τα πράγματα ισχύουν, που θα μπορούσε να δώσει καλύτερη αύξηση στο ΑΕΠ, λίγο μεγαλύτερη και επειδή το 3,5% είναι απόλυτο ποσό, προσέξτε, δεν είναι το ίδιο ποσό με ένα ΑΕΠ που αυξάνεται 2% και με ένα ΑΕΠ που αυξάνεται 4%. Αλλά δεν ήταν αυτή η επιδίωξη, η επιδίωξη είναι να ντύσουμε, επίσης, ιδεολογικά και πολιτικά αυτή την πολιτική ως πολιτική σοσιαλιστική και όταν θέλουμε να πούμε ότι είναι κανονική κύριε Πορτοσάλτε, να πούμε «μα θα δώσουμε τα λεφτά στους φτωχούς και αυτοί θα ξοδέψουν», αυτά τα πράγματα στα οικονομικά είναι κουφά, δεν υπάρχουνε, όπου τα πεις οι φοιτητές εξεγείρονται, και οι φοιτητές. Επομένως, γίνανε τραγικά πράγματα, τραγικά λάθη και σε αυτά τα πράγματα και αυτό που κάνει εντύπωση είναι ότι και οι πιστωτές ήτανε κάπως σαν να τους ενδιέφερε μόνο το 3,5%, γιατί είναι χρήματα τα οποία στην ουσία πηγαίνουν για τις πληρωμές των τοκοχρεολυσίων και τα λοιπά.
Πολύ περισσότερο από τις άλλες κυβερνήσεις των μνημονίων αυτή η κυβέρνηση δεν μπήκε στον κόπο να παρουσιάσει ένα δικό της πρόγραμμα εφαρμόζοντας με ευλάβεια το πρόγραμμα κάποιων άλλων καρυκευμένο με δόσεις αναδιανομής. Και αυτό το πλήρωσε και η ίδια και η χώρα».

Ο καθηγητής Ναπολέων Μαραβέγιας υπηρετεί στο γραφείο προϋπολογισμού της Βουλής.
Μαραβέγιας: «Κοιτάξτε, και στις προηγούμενες Κυβερνήσεις η αλήθεια είναι ότι οι παρεμβάσεις που έκαναν, η ελληνική διοίκηση ας το πούμε συνολικά ή το Υπουργείο Οικονομικών ή το Γενικό Λογιστήριο, οι παρεμβάσεις που έκαναν για να αλλάξουν αυτά που ζήταγε και το πρώτο και το δεύτερο Μνημόνιο ήταν ελάχιστες. Το ίδιο συνέβη, φοβάμαι πάρα πολύ συνέβη και στο τρίτο Μνημόνιο. Δηλαδή, εμείς δεν είπαμε ότι υπάρχουν ορισμένα πράγματα τα οποία γίνονται και ορισμένα πράγματα που δε γίνονται. Δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο να εμπλουτίσουμε αυτό το μείγμα πολιτικής που επέβαλαν οι ξένοι, διότι ξένοι ήτανε εν πάση περιπτώσει, δεν είχανε και πλήρη συναίσθηση της πραγματικότητας της ελληνικής. Φαίνεται ότι δεν μπορέσαμε να το κάνουμε, προφανώς θα υπήρχε έτσι, δε λέω περικοπές δαπανών, διότι είναι πάρα πολύ δύσκολη υπόθεση και στην παιδεία και στην υγεία δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα, αλλά ένα νοικοκύρεμα δαπανών και νέες μέθοδοι διοίκησης παραδείγματος χάρη, οι οποίες θα εξοικονομούσανε χρήματα, πόρους, θα μπορούσανε να εφαρμοστούν έτσι ώστε να μην έχουμε αυτή την εξάντληση των μεσαίων στρωμάτων που ξέρετε πάρα πολύ καλά σε πιο σημείο βρίσκεται και μάλιστα όχι ισομερώς, από ένα μικρό κομμάτι των μεσαίων στρωμάτων πληρώνονται οι φόροι, τα στοιχεία είναι εδώ, έτσι, το 5% των φορολογουμένων πληρώνει το 50% των φόρων».
  
Πορτοσάλτε: «Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ψήφισε τη μείωση του αφορολόγητου για την διεύρυνση της φορολογικής βάσης, αλλά δεν έκανε ως όφειλε ως Κυβέρνηση αριστεράς όπως διατυμπάνιζε, να μειώσει τον βασικό συντελεστή φορολόγησης, ο οποίος κρατήθηκε στο 22%, βάναυσο για έναν άνθρωπο με εισόδημα 500 ευρώ το μήνα ή ακόμα και χαμηλότερα. Γιατί μια αριστερή Κυβέρνηση, λοιπόν, δεν έκανε αυτόν τον εισαγωγικό συντελεστή, δεν τον έφερε από το 22 στο 9, στο 8»;
  
Μαραβέγιας: «Θεώρησε ότι καλύτερα είναι να μην τα φορολογήσουμε καθόλου παρά να βάλουμε ένα χαμηλό συντελεστή σε χαμηλά εισοδήματα. Εγώ, εγώ αν ήμουν Υπουργός Οικονομικών εν πάση περιπτώσει θα έκανα ακριβώς αυτό που λέτε, γιατί η διεύρυνση της φορολογικής βάσης δεν είναι κάτι το φανταστικό έτσι; Γίνεται τοις πράγμασι, δηλαδή αυτή η ψήφιση της άρσης του αφορολογήτου, το τελευταίο όπως έγινε, νομίζω πως ήταν ένα, και δυστυχώς συναίνεσε και η Νέα Δημοκρατία έτσι, εν προκειμένω, ήταν μια πράξη η οποία έδειχνε ότι δε θέλουμε, συνολικά ως κοινωνία έτσι και ως πολιτικό σύστημα, να διευρύνουμε εν πάση περιπτώσει τη φορολογική βάση και αυτό νομίζω ότι δεν είναι καλό δείγμα, διότι πώς να το πω και το Σύνταγμα δε λέει ότι πρέπει αναλογικά να φέρουν τα βάρη όλοι οι Έλληνες και λοιπά και λοιπά, αυτό είναι το θέμα».
  
Ο Πάνος Τσακλόγλου λέει ότι αυτή η πολιτική οδήγησε σε μια ιδιόμορφη κατάσταση: Να συμπιεσθεί ασφυκτικά η παραγωγική μεσαία τάξη που απειλείται με εξαφάνιση και να αναδειχθεί μια καινούργια όπως σκιαγράφησε η διδακτορική εργασία μιας φοιτήτριάς του.

Τσακλόγλου: «Επανειλημμένα η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και διάφοροι Υπουργοί τους αυτό το οποίο προσπαθούν να μας πούνε είναι ότι ‘’έλα τώρα, δεν έγινε και τίποτα το ’15, ήταν μια μικρή αλλαγή’’. Θα σας απαντήσω σαν οικονομολόγος, όταν συμβαίνει κάποιο γεγονός, έχω δώσει ένα παράδειγμα το οποίο ο συμπαθέστατος, πράγματι συμπαθέστατος κύριος Κώστας Ζαχαριάδης, ο διευθυντής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ μου απάντησε, θα σας πω σε λίγο πώς, έδωσα το παράδειγμα ότι πείτε ότι είμαι ποδοσφαιριστής Μπαρτσελόνα, έχω ένα θεόρατο συμβόλαιο, έφυγα από την Ελλάδα πήγα εκεί και λοιπά , μες τη χαρά μου τη μεγάλη αγοράζω μία Ferrari υπέροχη και λοιπά, δεν ξέρω να την χειρίζομαι και καλά, πηγαίνω πάνω στην ράμπα, τη διαλύω κυριολεκτικά, σπάω και το πόδι μου, μπαίνω στο νοσοκομείο και όταν βγαίνω βλέπω ότι η απόδοσή μου δεν είναι τόσο καλή, η Μπαρτσελόνα την επόμενη χρονιά μου ανακοινώνει ότι δε θα συνεχίσει το συμβόλαιό μας και εγώ επιστρέφω και παίζω σε μία ομάδα δεύτερης εθνικής κατηγορίας στην Ελλάδα. Ποια είναι η ζημιά την οποία έχω πάθει; Η σίγουρη ζημιά είναι η Ferrari, την οποία ήταν και λοιπά. Είναι αυτή η μεγάλη ζημιά; Προφανώς όχι. Είναι το τι εισοδήματα περίμενα ότι θα’ χω από την Μπαρτσελόνα, μείον τη διαφορά των εισοδημάτων τα οποία έχω απ’ την ομάδα την ελληνική της δεύτερης κατηγορίας και λοιπά. Αυτά όλα τα πράγματα θέλω να τα προεξοφλήσω στην τωρινή τους κατάσταση, τώρα το επιτόκιο προεξόφλησης είναι πολύ σημαντική παράμετρος εδώ πέρα και να δω ποια ήταν η ζημία την οποία θα είχα πάθει, δηλαδή τα 10 χρόνια που θα ‘μουνα στην Μπαρτσελόνα τα ‘χασα. Το αντίστοιχο, το οποίο συνέβη στην ελληνική οικονομία, εκείνο το οποίο είναι αναμφισβήτητο είναι ότι χάσαμε τις τράπεζές μας, το 2014 στο peak δηλαδή, μέχρι να φανεί όταν ο κύριος Κουβέλης ανακοίνωσε ότι η ΔΗΜΑΡ δε θα ψηφίσει Πρόεδρο Δημοκρατίας και φάνηκε ξεκάθαρα ότι θα ‘χουμε Εκλογές, τις οποίες θα κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ, η αξία των ελληνικών τραπεζών ήταν γύρω στα 34 δισεκατομμύρια, το μισό, 2/3 περίπου από αυτά ήτανε, τα κατείχε το ΤΧΣ. Όταν τις πουλήσαμε τις τράπεζες για να γίνει η τρίτη ανακεφαλαιοποίηση η αξία τους ήτανε 800 εκατομμύρια, αυτά τα χάσαμε τελείως, τέρμα.

Τέλλογλου: 17 δισεκατομμύρια είναι αυτά.

Τσακλόγλου: Ναι 17 δισεκατομμύρια είναι για το Δημόσιο, αλλά δεν είναι μόνο για το Δημόσιο, είναι για τη συνολική οικονομία το τι γίνεται. Το δεύτερο και κυριότερο όμως είναι το ότι χάσαμε αυτό το momentum, για το οποίο συζητάγαμε προηγουμένως, αυτό το οποίο αναφέρατε εσείς κύριε Τέλλογλου, αυτό το πράγμα χάθηκε, αυτό το οποίο λέω εγώ είναι το ότι εάν θέλουμε να δούμε ποιο ήτανε το πραγματικό, πάμε να δούμε κάποιο νούμερο το οποίο το ‘χε συμφωνήσει η Ελληνική Δημοκρατία με κάποιους άλλους. Αυτό που έχει συμφωνήσει η Ελληνική Δημοκρατία είναι αυτή η περίφημη ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους. Στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους κάνουμε προβλέψεις για το πώς θα πάει η οικονομία. Πάμε να δούμε ποιες ήταν αυτές οι προβλέψεις το ’14, για το πώς θα εξελισσόταν η οικονομία στα επόμενα χρόνια, με βάση αυτούς τους υπολογισμούς έκανα εγώ διαπραγματεύσεις για απομείωση του χρέους. Με βάση αυτούς τους αντίστοιχους υπολογισμούς αργότερα έκανε διαπραγματεύσεις ο κύριος Χουλιαράκης και ο κύριος Τσακαλώτος για την απομείωση του χρέους μερικά χρόνια αργότερα. Πάμε να δούμε τώρα αυτές εδώ τις διαφορές και να δούμε, να τις προεξοφλήσουμε κάπως. Δε σας λέω να πάρουμε τα τωρινά προεξοφλητικά επιτόκια, το ελληνικό δημόσιο χρέος το δεκαετές έχει πέσει στις 2,5 μονάδες, εγώ σας βάζω να πάρουμε το 6% το οποίο παίρνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που τώρα θεωρείται εξωπραγματικό επιτόκιο και να σας πω ότι η ζημιά ήτανε μόνο για 10 – 15 χρόνια, μετά με κάποιο θαύμα η ελληνική οικονομία θα ξεπεταγότανε πάλι εκεί που θα ήτανε στο διαφορετικό, πάλι το νούμερο το οποίο βγαίνει είναι ένα νούμερο, το οποίο αν βάλουμε και τις τράπεζες που σας είπα πριν, βγαίνει ένα νούμερο το οποίο είναι πολύ παραπάνω από ένα ΑΕΠ. Αλλά επαναλαμβάνω αυτό το νούμερο είναι πολύ ευαίσθητο στο τι προεξοφλητικό επιτόκιο παίρνεις. Εγώ σας λέω ότι παίρνω και ένα πολύ υψηλό προεξοφλητικό επιτόκιο, λοιπόν, τι θέλω να πω με αυτό εδώ. Όλη αυτή η ιστορία, η οποία λέει ότι αχ αυτά είναι προβλέψεις, δεν μπορούν να κάνουν, δε μπορούν να δείξουν και λοιπά, κατά τη γνώμη μου πράγματι είναι προβλέψεις, αλλά προβλέψεις κάνουμε διαρκώς. Γιατί κατέθεσε η Κυβέρνηση η τωρινή μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα; Προβλέψεις δεν είχε μέσα; Γιατί δεν κάνουμε όλες αυτές τις αναλύσεις τις οποίες κάνουμε για το κόστος της κλιματικής αλλαγής; Προβλέψεις δεν έχουνε όλα αυτά τα πράγματα; Και μάλιστα σε πολύ μεγάλο βάθος χρόνου; Ε αυτή την ίδια ακριβώς τεχνική είναι αυτή την οποία έκανα και εγώ εκεί πέρα. Και αυτό που είπε ο κύριος Ζαχαριάδης είναι, αυτό που μου είπε ‘’ω σιγά τη Ferrari που μας δώσατε, ένα Fiatακι σαραβαλιασμένο μας δώσατε’’. Αυτό είναι ένα επιχείρημα το οποίο θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει ο κύριος Παπανδρέου το 2010 γιατί, γιατί πήρε μία οικονομία η οποία είχε θεόρατα ελλείμματα, τόσο εσωτερικά, όσο και εξωτερικά. Το 2014 είχανε κλείσει τόσο τα εσωτερικά όσο και τα εξωτερικά ελλείμματα. ’ρα, κάθε άλλο παρά αυτοί οι υπολογισμοί που σας είπα προηγουμένως μπορούν να γίνουνε μόνο όταν η οικονομία έχει ισορροπήσει τα ελλείμματά της αυτά και το ’14 τα είχε ισορροπήσει.

Πορτοσάλτε: Επειδή είμαστε τώρα στο τέλος, πολιτικό εννοώ, της περιόδου της διακυβέρνησης Τσίπρα, λίγο πριν απ ‘τις Εκλογές και επειδή έγινε πολύ μεγάλη συζήτηση για τη μεσαία τάξη, την οποία όλοι μαζί λέμε ότι είναι εκείνη οποία επλήγη περισσότερο. Θα μπορούσατε κύριε Τσακλόγλου να μας περιγράψετε καταρχήν ποια είναι η μεσαία τάξη;

Τσακλόγλου: Ασχέτως ορισμού όλοι συμφωνούν ότι είναι κάτι πολύ σημαντικό τόσο για την οικονομία όσο και για την ίδια τη Δημοκρατία, να έχεις ισχυρή μεσαία τάξη. Χοντρικά θα σας πω ότι, επειδή έκανε πρόσφατα με μία διδακτορική μου φοιτήτρια, την κυρία Καναβίτσα, μια τέτοια μελέτη την οποία την παρουσίασε και άλλωστε χθες, υιοθέτησα τον ορισμό τον οποίο υιοθετεί ο ΟΟΣΑ, αυτό το οποίο λέει είναι ότι θεωρούμε εισοδηματικά μεσαία τάξη εκείνη η οποία έχει από το 75% έως το 200% του ενδιάμεσου εισοδήματος. Αυτή τώρα είναι μια πολύ ευρεία μπάντα στην Ελλάδα, είναι γύρω στο 60% του πληθυσμού, είναι που είναι εκεί πέρα μέσα. Στη διάρκεια της κρίσης η πληθυσμιακή της μερίδα μειώθηκε λίγο, αλλά ήδη έχει φθάσει στα επίπεδα που ήταν προ κρίσης, όπως επίσης και η εισοδηματική της μερίδα, είναι γύρω στο 63%, όσο ακριβώς ήτανε και προ κρίσης. Τι έχει αλλάξει όμως εν τω μεταξύ, έχει αλλάξει πάρα πολύ η σύνθεσή της, αυτό το οποίο έχει γίνει είναι το ότι ειδικά στο κορύφωμα της κρίσης που ήταν το ’13 για την Ελλάδα, εκείνο το οποίο είχαμε ήταν, ενώ παλιότερα η μεσαία τάξη αποτελείτο κυρίως, αυτό το 60% του πληθυσμού που σας είπα, από νοικοκυριά που είχανε αρχηγούς εργαζόμενους, δηλαδή είτε μισθωτούς στο Δημόσιο, είτε του ιδιωτικού τομέα, εργοδότες, αυτοαπασχολούμενους και ούτω καθεξής, πολλοί από αυτούς χάσανε τις δουλειές του και πήγανε στα δύο κατώτερα κλιμάκια, δηλαδή σε αυτό που αποκαλεί φτωχούς ή χαμηλά εισοδήματα ο ΟΟΣΑ. Ποιοι κάλυψαν το κενό; Όσο και αν σας φανεί παράξενο, το κάλυψαν νοικοκυριά συνταξιούχων. Δηλαδή, αντίθετα από ότι λέγεται επανειλημμένως στο δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα, πράγματι οι συνταξιούχοι γνώρισαν σημαντικές περικοπές στις συντάξεις, αλλά κατά μέσο όρο το εισόδημα των νοικοκυριών που έχουν αρχηγό συνταξιούχο έχει μειωθεί πολύ λιγότερο από ότι ο εθνικός μέσος όρος. Σαν αποτέλεσμα αυτή η ομάδα είναι η μόνη διακριτή ομάδα, η οποία μέσα στην κρίση βελτίωσε τη σχετική της θέση και μάλιστα είναι αρκετά πάνω από τον εθνικό μέσο όρο. Σαν αποτέλεσμα πολλά νοικοκυριά συνταξιούχων που ήτανε σε πιο κατώτερα κλιμάκια μπήκανε σε αυτό που λέμε τώρα μεσαία στρώματα. Μάλιστα ορισμένα από αυτά πήγανε και ακόμα πιο ψηλά στην κατανομή.

Είναι το αποτύπωμα μιας χώρας που γερνάει και σέρνεται και πληθυσμιακά και οικονομικά, να αναδεικνύονται σε ραχοκοκαλιά της εκείνοι που δεν δουλεύουν.