Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει κεφάλαια, καταθέσεις και πρόσβαση στις αγορές, ενώ η οικονομία πατά πλέον σε σταθερότερο έδαφος. Η επόμενη πρόκληση είναι διαφορετική: φθηνότερη πίστωση στις ΜμΕ, ώστε η τραπεζική ισχύς να μετατραπεί σε επενδύσεις, ανάπτυξη και περισσότερες δουλειές.
Για χρόνια η συζήτηση γύρω από τις ελληνικές τράπεζες περιστρεφόταν γύρω από μία και μόνο λέξη: επιβίωση. Σήμερα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εμφανίζεται υγιές, κερδοφόρο και ανθεκτικό, με ικανοποιητική κεφαλαιακή επάρκεια και ισχυρή ρευστότητα. Οι τράπεζες μπορούν πλέον να κοιτάζουν προς τα εμπρός, όχι να διαχειρίζονται τις πληγές του παρελθόντος. Και αυτό αλλάζει το βασικό ερώτημα της οικονομικής συζήτησης. Δεν είναι πλέον εάν οι τράπεζες μπορούν να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία. Είναι με ποιους όρους, σε ποια έκταση και κυρίως ποιους θα χρηματοδοτήσουν.
Η ρευστότητα υπάρχει
Τα στοιχεία του εννεαμήνου του 2026 είναι χαρακτηριστικά. Οι καταθέσεις και τα repos από νοικοκυριά και επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 16,8 δισ. ευρώ ή 6,8%, ενισχύοντας ουσιαστικά τη χρηματοδοτική βάση των τραπεζών. Παράλληλα, οι ελληνικές τράπεζες άντλησαν επιτυχώς 4 δισ. ευρώ από τις διεθνείς και εγχώριες αγορές μέσω ομολογιακών εκδόσεων, ενώ αυξήθηκε και η χρηματοδότηση από άλλα νομισματικά ιδρύματα. Το μήνυμα είναι σαφές: το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα έλλειψης ρευστότητας. Διαθέτει καταθέσεις, έχει πρόσβαση στις αγορές και μπορεί να διαφοροποιεί τις πηγές χρηματοδότησής του. Την ίδια στιγμή οι δείκτες ρευστότητας παραμένουν πάνω από τον μέσο όρο της Τραπεζικής Ένωσης. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κεκτημένο της τελευταίας περιόδου. Οι τράπεζες έχουν ξανά τη δυνατότητα να επιτελέσουν τον βασικό οικονομικό τους ρόλο: να μετατρέπουν τη διαθέσιμη ρευστότητα σε παραγωγικό χρήμα.
Και η «πλατφόρμα» πάνω στην οποία πατούν είναι πλέον σταθερότερη. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, κρίσιμη παράμετρος. Ένα υγιές τραπεζικό σύστημα χρειάζεται μια υγιή οικονομία για να αναπτυχθεί. Και η ελληνική οικονομία βρίσκεται πλέον σε πολύ διαφορετικό σημείο σε σχέση με τα χρόνια της μεγάλης αβεβαιότητας. Η δημοσιονομική εικόνα έχει σταθεροποιηθεί, ενώ η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δημιουργούν ένα σαφώς ασφαλέστερο περιβάλλον για τράπεζες, επιχειρήσεις και επενδυτές. Με απλά λόγια, η πλατφόρμα πάνω στην οποία στηρίζεται το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι πολύ πιο σταθερή. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εξωτερικοί κίνδυνοι έχουν εξαφανιστεί. Γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακό κόστος, πληθωριστικές πιέσεις και αναταράξεις στο διεθνές εμπόριο εξακολουθούν να αποτελούν απειλές. Σημαίνει όμως ότι η Ελλάδα μπορεί σήμερα να αντιμετωπίζει αυτές τις προκλήσεις από πολύ ισχυρότερη αφετηρία.
Το επόμενο στοίχημα λέγεται «μικρομεσαία επιχείρηση»
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερες χρηματοδοτήσεις. Χρειάζεται περισσότερη και φθηνότερη χρηματοδότηση εκεί όπου παράγεται μεγάλο μέρος της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας: στις μικρομεσαίες, τις μικρές και τις οικογενειακές επιχειρήσεις. Το Ταμείο Ανάκαμψης, η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων και τα διάφορα σχήματα εγγυοδοσίας και συγχρηματοδότησης έχουν ήδη δημιουργήσει σημαντικά εργαλεία. Τα μεγέθη είναι ενδεικτικά: το 2025 σχεδόν 4 δισ. ευρώ τραπεζικών δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις υποστηρίχθηκαν από αντίστοιχα χρηματοδοτικά εργαλεία. Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε περίπου στο 20% των νέων επιχειρηματικών δανείων και περίπου στο 40% των νέων δανείων προς ΜμΕ. Πρόκειται για σημαντική βοήθεια. Δεν αρκεί όμως από μόνη της.
Ώρα οι τράπεζες να ξαναδούν την τιμολογιακή τους πολιτική
Από τη στιγμή που το τραπεζικό σύστημα έχει ενισχύσει τον ισολογισμό του, διαθέτει υψηλή ρευστότητα και έχει πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, ανοίγει αναπόφευκτα η συζήτηση για το κόστος με το οποίο αυτή η ρευστότητα φτάνει στον τελικό δανειολήπτη. Και εδώ οι τράπεζες έχουν χώρο να κάνουν το επόμενο βήμα. Να επανεξετάσουν την τιμολογιακή τους πολιτική και να επιδιώξουν χαμηλότερα επιτόκια χρηματοδότησης, ιδιαίτερα για τις υγιείς μικρομεσαίες και οικογενειακές επιχειρήσεις. Για έναν μεγάλο επιχειρηματικό όμιλο, λίγες μονάδες βάσης στο κόστος χρηματοδότησης έχουν σημασία. Για μια μικρή εμπορική, μεταποιητική, τουριστική ή οικογενειακή επιχείρηση, όμως, η διαφορά μπορεί να καθορίσει εάν μια επένδυση θα πραγματοποιηθεί ή θα παραμείνει στο συρτάρι Και εκεί βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο: ο φθηνότερος δανεισμός προς τις βιώσιμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν αποτελεί χάρη προς την αγορά. Μπορεί να αποτελέσει καλή τραπεζική πολιτική. Διότι περισσότερες βιώσιμες επενδύσεις σημαίνουν περισσότερη οικονομική δραστηριότητα, μεγαλύτερη ζήτηση για τραπεζικές υπηρεσίες και, δυνητικά, διεύρυνση της πελατειακής και πιστωτικής βάσης των ίδιων των τραπεζών. Ένας τέτοιος κύκλος μπορεί να είναι αμοιβαία επωφελής.
Από την εξυγίανση στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης
Η μεγάλη μετάβαση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος έχει ήδη συντελεστεί. Η χώρα πέρασε από την εποχή κατά την οποία το ερώτημα ήταν εάν οι τράπεζες θα αντέξουν, σε μια περίοδο κατά την οποία το ουσιαστικό ερώτημα είναι πόσο αποτελεσματικά θα αξιοποιήσουν την ισχύ τους για να χρηματοδοτήσουν την επόμενη φάση ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Οι καταθέσεις υπάρχουν. Η ρευστότητα υπάρχει. Η πρόσβαση στις αγορές έχει αποκατασταθεί. Τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία είναι διαθέσιμα. Και η οικονομία έχει πλέον μια πολύ σταθερότερη βάση. Τώρα πρέπει το κεφάλαιο να φτάσει περισσότερο και φθηνότερα στη βάση της οικονομίας. Στον μικρό επιχειρηματία που θέλει να εκσυγχρονίσει την επιχείρησή του. Στην οικογενειακή εταιρεία που σχεδιάζει την επόμενη επένδυσή της. Στη μικρομεσαία επιχείρηση που θέλει να μεγαλώσει, να εξάγει, να ψηφιοποιηθεί και να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας.
Γιατί τελικά η πραγματική επιτυχία ενός ισχυρού τραπεζικού συστήματος δεν μετριέται μόνο στην κεφαλαιακή επάρκεια και στην κερδοφορία του. Μετριέται και στην ικανότητά του να μεταφέρει αυτή την ισχύ στην πραγματική οικονομία. Και σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ, η Ελλάδα έχει τις τράπεζες και τη σταθερότητα για να το κάνει. Το επόμενο βήμα είναι να κάνει τη ρευστότητα πραγματική ευκαιρία ανάπτυξης για τους πολλούς.
*Ο Νικόλαος Γεωργικόπουλος είναι Καθηγητής στο Rutgers Business School, USA. Ερευνητικός Συνεργάτης στο Stern School of Business – NYU (USA). Πρόεδρος Επιτροπής στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (ΕΑΤ). Σύμβουλος Αναπτυξιακής Πολιτικής της Δημάρχου Πεντέλης και Συνεργάτης του Δημάρχου Αμαρουσίου.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.