ΚΑΙΡΟΣ

Κόμμα Καρυστιανού: Τα γάντια βγαίνουν, οι μάσκες πέφτουν

Ένα από τα θέματα των ημερών η περίπου εξαγγελία νέου κόμματος από τη Μαρία Καρυστιανού και οι πιθανές συνέπειές του στο πολιτικό σύστημα.

Ένα από τα θέματα των ημερών η περίπου εξαγγελία νέου κόμματος από τη Μαρία Καρυστιανού και οι πιθανές συνέπειές του στο πολιτικό σύστημα. Κάποιοι ίσως αιφνιδιάστηκαν με την εξαγγελία, όσοι όμως παρακολουθούσαν από κοντά την κλιμάκωση της ρητορικής της, το περιεχόμενο και ιδίως το ύφος των παρεμβάσεων, μάλλον το είχαν προεξοφλημένο. Οι ομιλίες της στο μαζικό, πλην ετερόκλητο, κοινό στο οποίο απευθυνόταν τους τελευταίους μήνες, είχαν όλα τα χαρακτηριστικά των πολιτικών παρεμβάσεων, με έμφαση βέβαια στο συνθηματικό-συναισθηματικό λόγο και όχι στην ορθολογική τεκμηρίωση (που ίσως ενίοτε πείθει, αλλά σπανίως συνεπαίρνει). 

Σε κάθε περίπτωση, όλοι πλέον περιμένουν τις εξελίξεις επί του συγκεκριμένου, προκειμένου το νέο μόρφωμα να αποκτήσει δομή και να αρχίσει να καταγράφει τη δική του ξεχωριστή παρουσία. Μόνο τότε θα μπορέσει και να μετρηθεί με πιο αξιόπιστο τρόπο και να αρχίσει να δείχνει την πραγματική του δυναμική στην κοινωνία. Όχι πια ως «κίνημα διεκδίκησης δικαιοσύνης» σε ένα και μόνο, απολύτως συγκεκριμένο και άκρως φορτισμένο ζήτημα, με πάνδημη υποστήριξη, αλλά ως κόμμα, με ατζέντα για το σύνολο των θεμάτων και επίσημη διεκδίκηση της διακυβέρνησης του τόπου. Γιατί μη γελιόμαστε και αν ακόμα κάποια, έως και ιστορικά, κόμματα τείνουν να το ξεχάσουν, τα κόμματα ιδρύονται με αυτό το σκοπό: την ανάληψη της εξουσίας και την άσκηση διακυβέρνησης.

Μόλις λοιπόν κάποιος «διαβεί τον Ρουβίκωνα» και κάνει το τόλμημα να μπει επίσημα στον στίβο της πολιτικής, το τοπίο γύρω του αλλάζει ριζικά. Ο φακός της κριτικής, εκεί που τον είχε στο απυρόβλητο, εστιάζει πια σε κείνον και προσέχει ολοένα και περισσότερες λεπτομέρειες, σχολιάζοντας τα πάντα. Και βέβαια όχι πάντα με ακριβοδίκαιο ή καλοπροαίρετο τρόπο, αλλά με όλα τα χαρακτηριστικά μιας ανοικτής αντιπαράθεσης. Καλώς ή κακώς, ανέκαθεν, η πολιτική ως διεκδίκηση της εξουσίας, δεν είναι μια ευγενής αντιπαράθεση «Λόρδων», αλλά μία σκληρή μάχη, στην οποία επιβιώνουν οι πλέον καταρτισμένοι και ανθεκτικοί.

Για να είναι ξεκάθαρο: ο καθένας δικαιούται να κάνει το βήμα αυτό σε μια δημοκρατία. Ακόμα και αυτοί που αμφισβητούν το «καλώς έχειν» αυτής της δημοκρατίας. Ένα χαρακτηριστικό και διακριτικό της τελευταίας είναι ότι παρέχει τα μέσα και τις εγγυήσεις σε όλους να εκφράσουν τις απόψεις τους, χωρίς κίνδυνο ή αξεπέραστα εμπόδια. Απλά, μετά, αρχίζει η διαμάχη και μάλιστα επί ίσοις όρους. Ακόμα και με εκείνους που έως χθες χαρακτηρίζονταν «παλιοί», «σύστημα» ή και «διεφθαρμένοι», γενικά, δίχως εξειδικεύσεις. Τα όπλα και τα κριτήρια του διαλόγου (οφείλουν να) είναι όμοια και ο καθένας τα χρησιμοποιεί ανάλογα με τις δικές του προτεραιότητες, αλλά και ικανότητες. 

Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα για την κα Καρυστιανού, που θα βιώσει όσα έχουν επίσης βιώσει όλοι όσοι έκαναν πριν από εκείνη ένα παρόμοιο βήμα. Πρώτα και κύρια, ο νέος φορέας, από ένα ασαφές και νεφελώδες «κάτι», που ο καθένας φαντάζεται όπως θέλει, θα πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένο σχήμα. Που σημαίνει από πολιτικές θέσεις και πρόγραμμα, μέχρι συγκεκριμένα στελέχη (ή και γραφεία) και μάλιστα σε κάθε γωνιά της χώρας. Ας αφήσουμε προς στιγμή στην άκρη τον τρόπο χρηματοδότησης αυτών, κρατάμε όμως πως θα χρειαστούν σημαντικοί πόροι. Θα υπάρξει λόγος και για «τετριμμένα», όπως ένα κομματικό καταστατικό, που θα προβλέπει τις («βαρετές» σε σχέση με τα πύρινα συνθήματα, αναγκαίες όμως για τη δημοκρατική του λειτουργία) διαδικασίες του, θα λάβει μέχρι και συγκεκριμένο όνομα, που ακόμα και ηχητικά, δεν μπορεί να αρέσει σε όλους.

Μόλις αυτά συγκεκριμενοποιηθούν, θα αρχίσει πια και η λογική φθορά. Για κάθε συγκεκριμένη θέση πχ για την οικονομία, την κοινωνία, το μεταναστευτικό, θα έχει υποστηρικτές, αλλά πλέον και ενάντιους. Τα όποια επιχειρήματα θα συναντούν αντίλογο από όλα τα άλλα κόμματα και θα κρίνονται αυστηρά. Με το κριτήριο αν αποδεικνύουν γνώση και επάρκεια τέτοια που να μπορεί να εγγυηθεί ικανότητα διακυβέρνησης. 

Κι εδώ πρέπει να αναδειχθεί ένα κεντρικό ζήτημα, που αποτελεί ενδεχομένως έως και «παρεξήγηση», σχετικά με το «κοινωνικό φαινόμενο» της κας Καρυστιανού. Πράγματι, τα συλλαλητήρια για τα Τέμπη εντυπωσίασαν λόγω του όγκου τους. Και πράγματι, το πιο κεντρικό πρόσωπο σε αυτά υπήρξε η ανωτέρω. Με την ιδιότητα όμως της μητέρας που είχε μια βαριά απώλεια. Ως ίση μεταξύ των λοιπών συγγενών και ως εκπρόσωπος του συλλογικού τους πένθους. Προφανώς και με το προσωπικό της χάρισμα, που της επέτρεψε να επικοινωνεί με άνεση με αυτό το μεγάλο κοινό, με τα ετερόκλητα χαρακτηριστικά και το κοινό αίτημα: αριστεροί, δεξιοί, ακραίοι, αντισυστημικοί, όλοι στην ίδια πλατεία, με συγκυριακή και μόνο ταύτιση. Κάτι μας θυμίζει αυτό.

Το να συνδέει όμως κανείς όλο αυτό το πλήθος και μάλιστα με τρόπο μόνιμο, με το συγκεκριμένο πρόσωπο, είναι λογικό άλμα. Δεν κατέβηκαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στον δρόμο για την κα Καρυστιανού. Ούτε τα συντριπτικά ποσοστά υποστήριξης στις κινητοποιήσεις καθαυτές μπορούν να μεταφέρονται αυτούσια στο πολιτικό πεδίο. Όσο και αν κι εκείνη ενίσχυσε προσωπικά την όποια φλόγα, η καύσιμη ύλη, η πραγματική αιτία, ήταν άλλη: ο πόνος για το τραγικό ατύχημα και το αίτημα να διευκρινιστούν πλήρως οι αιτίες και να καταλογιστούν τυχόν ευθύνες.

Το αίτημα αυτό συνεχίζει να υφίσταται και το εκφράζουν όλοι οι υπόλοιπο γονείς του Συλλόγου, αλλά και η λοιπή κοινωνία. Οι συγγενείς μάλιστα που έλαβαν τον λόγο, τοποθετούνται ευθέως εναντίον αυτού του εγχειρήματος, λέγοντας πως δεν τους εκπροσωπεί. Ότι δεν έγινε γι’ αυτό ο Σύλλογος. Και αυτή θα είναι η 1η μεγάλη και ουσιαστική της αντιπαράθεση, που θα της αφαιρέσει όλη αυτή την «αχλή» ενός ηθικού κύρους αδιαμφισβήτητου και απρόσβλητου. Από τη στιγμή που οι έως χθες στενοί της συνοδοιπόροι στο κοινό αίτημα, με τον ίδιο κοινό πόνο, θέτουν ζήτημα που έστω κι έμμεσα υπαινίσσεται προσωπικές στοχεύσεις ή συμφέροντα, η ζημιά έχει γίνει. 

Ο άλλος παράγοντας που θα επηρεάσει το τελικό τοπίο, είναι η αντιπαράθεση με τα κόμματα που και πάλι έως χθες ήταν απόλυτοι συμπαραστάτες και σύμμαχοί της: οι πρώτοι που αντέδρασαν στην εξαγγελία της ήταν βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ (με τη γνωστή του ρητορική ότι όλοι οι άλλοι είναι εκφραστές του ίδιου συστήματος), αλλά και η Ελληνική Λύση, που πλέον βλέπει ότι από τη συγκεκριμένη προσπάθεια, έχει πολλά περιθώρια απωλειών. Το κόμμα αυτό, πριν ακόμα ιδρυθεί, φαίνεται πως έχει ζωτικό χώρο σε μεγάλο μέρος, ιδίως της αντιπολίτευσης, χωρίς να περιορίζεται (ακόμα) από ιδεολογικά στεγανά. Με συνθήματα αρκετά κλασικού τύπου, όπως γενικά η «κάθαρση» και τα «καθαρά χέρια» και γενικολογίες για το «καλό και ορθό, από άφθαρτους» που θα περιμένουμε να εξειδικευθούν. 

Ενδιαφέρον θα έχει όταν θα μπουν στην αντιπαράθεση και οι λοιποί παίκτες, από τους πιο «συστημικούς», έως και τους πλέον... «ηχηρούς», όπως η Πλεύση Ελευθερίας, που από στενός σύμμαχος και εμψυχωτής, μπορεί και να αναδειχθεί σε σκληρό ανταγωνιστή για τον ίδιο χώρο. Εκεί, θα υπάρξουν αμοιβαίες απώλειες και θα φανεί όπως είπαμε ποιος έχει πιο ανθεκτικό μέταλλο. Για κάτι που ίσως εξελιχθεί σε «ο θάνατός σου η ζωή μου».  Πολλοί ήδη θα προβληματίζονται ή και μετανιώνουν για αυτό που βοήθησαν να γεννηθεί. Βλέπουν ήδη πως τους απειλεί ευθέως και δεν τους έχει πια ανάγκη. 

Υπάρχει ένα ρητό που λέει «αν θες να γίνεις Ηγέτης, βρες ένα πλήθος και πήγαινε και στάσου μπροστά του». Η Ιστορία έχει δείξει πως δεν είναι τόσο απλό. Όχι για κάτι που επιθυμεί να έχει διάρκεια μεγαλύτερη από ένα πυροτέχνημα και να φέρει όντως αλλαγές στον τόπο. Τα κόμματα, ως συλλογικά υποκείμενα, τα δημιουργεί η εποχή και οι κοινωνικές ζυμώσεις και εξελίξεις, διαπλάθονται πάνω σε συγκριμένες ανάγκες και αιτήματα και έρχονται ως φορείς αλλαγής, να οδηγήσουν την κοινωνία μπροστά. Όχι ισοπεδώνοντας τα όποια επιτεύγματα, ούτε απλώς για «εκδίκηση».  

Είναι βέβαιο ότι η κοινωνία μας έχει πολλαπλά αιτήματα και ανάγκες. Για μια εποχή που αλλάζει και απειλεί κάθε μας βεβαιότητα. Παραμένει ζητούμενο ποιος θα είναι εκείνος που όχι μόνο θα την αφουγκραστεί, αλλά θα μπορέσει, ηγετικά, να την οδηγήσει στη νέα αυτή εποχή, ως αληθινό τέκνο της τελευταίας ή πρόδρομος. Βρισκόμαστε στην αρχή και όχι στο τέλος των γεγονότων. Οι νέες ηγεσίες βρίσκονται ακόμα στο καμίνι της διάπλασής τους, θα καθιερωθούν στην πορεία και από το αποτέλεσμα. Όχι a priori και όχι από την όποια επικοινωνιακή «φασαρία» τυχόν τους ακολουθεί. Το μόνο βέβαιο, όσο ανεβαίνει το διακύβευμα, όσο πλησιάζουν οι εκλογές και τα διλήμματα εντείνονται, τόσο ο καθένας θα προσεγγίζει το πραγματικό του μέγεθος. Πόσο μάλλον αν αποδειχθεί πως δεν μιλάμε για μοναδική εκλογική αναμέτρηση. 

* O Νίκος Κασκαβέλης είναι Δικηγόρος (ΜΔΕ, ΜSc)