Το Brexit έχει προκαλέσει περισσότερο κακό παρά καλό», δήλωσε προ ημερών στο BBC ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Άντι Μπέρναμ, από το συνέδριο του Εργατικού Κόμματος στο Λίβερπουλ Ο νέος πρωθυπουργός είπε επίσης, ότι δεν θέλει να αφήσει το θέμα των σχέσεων με την ΕΕ «ημιτελές» και ήθελε να είναι ξεκάθαρο, για το πού θα βρίσκεται η χώρα υπό την ηγεσία του σε δέκα χρόνια. Ερωτηθείς αν θέλει το Ηνωμένο Βασίλειο να επανενταχθεί στην ΕΕ, απάντησε ότι ήθελε να «αξιολογήσει τις επιλογές», προσθέτοντας, ότι στο παρελθόν είχε υποστηρίξει ένα τέτοιο βήμα, ενώ αναγνώρισε ότι «δεν είναι απαραίτητα του παρόντος». Στη συνέχεια, ο Βρετανός ηγέτης απαρίθμησε τέσσερις επιλογές: «Θα μπορούσαμε να παραμείνουμε όπως είμαστε. Θα μπορούσαμε να εξετάσουμε τι είπε ο πρώην καγκελάριος Τζορτζ Όσμπορν για μια τελωνειακή ένωση. Θα μπορούσαμε να εξετάσουμε τι πρότειναν οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες στο συνέδριό τους για την ενιαία αγορά. Ή θα μπορούσαμε να πάμε μέχρι τέλους». Όχι μια ρητή δήλωση επομένως, αλλά ένα άνοιγμα στην ιδέα, ότι η επιστροφή στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα πιθανό μέλλον για το Λονδίνο.
Τι λένε οι πολίτες
Οι δηλώσεις του Μπέρναμ δεν είναι παρορμητικές ή αυτοσχέδιες. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση του YouGov δείχνει ότι έχει αλλάξει η κοινή γνώμη μετά το δημοψήφισμα. Σχεδόν έξι στους δέκα Βρετανούς λένε ότι η αποχώρηση από το περιφερειακό μπλοκ ήταν λάθος απόφαση και μόνο το 30% την υποστηρίζει. Στο δείγμα, είναι εντυπωσιακό, ότι σχεδόν το ένα τέταρτο όσων ψήφισαν υπέρ της εξόδου το 2016 άλλαξαν γνώμη, ενώ οι ψηφοφόροι υπέρ της παραμονής στην ΕΕ, σε μεγάλο βαθμό (89%) παρέμειναν στην ίδια άποψη.
Ένα ακόμη σαφέστερο ποσοστό, είναι αυτό που προκύπτει από την ερώτηση, αν το Brexit ήταν επιτυχία – είναι για το 12% – ή αποτυχία – για το 61% – ενώ το 19% πιστεύει ότι δεν ήταν τίποτα από τα δύο. Για τη μελλοντική σχέση μεταξύ της ΕΕ και του Η.Β, και ειδικά την επανένταξη στην Ένωση, ενώ μόλις το ένα τρίτο θέλει να διατηρήσει το τρέχον status quo του Ηνωμένου Βασιλείου, το 55% διάκειται θετικά.
Οι έρευνες δίνουν επίσης μια ενδιαφέρουσα πολιτική αξιολόγηση για τη βρετανική ηγεσία την τελευταία δεκαετία. Μεταξύ εκείνων που θεωρούν το Brexit αποτυχία, ως κύριοι συμβάλλοντες αναφέρονται ο πρώην πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον και οι Συντηρητικοί γενικότερα σε ποσοστό 82% και 85% αντίστοιχα. Το 69% αποδίδει παρόμοια ευθύνη στον Νάιτζελ Φάρατζ, επικεφαλής του Reform UK. Ακολουθούν οι πρώην πρωθυπουργοί, Τερέζα Μέι, που υποδεικνύεται από το 64% του δείγματος, και Ρίσι Σουνάκ, από το 59%.
Η οικονομία σε χειρότερη κατάσταση
Όταν τον περασμένο Ιούνιο συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από εκείνη τη λαϊκή ψήφο που άλλαξε το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη, πραγματοποιήθηκαν δεκάδες αναλύσεις, σε βρετανικές εφημερίδες, αναλύοντας ό,τι είχε προβλεφθεί το 2016.
Η γενική συναίνεση επιβεβαιώνει ότι το Brexit έχει κοστίσει πολύ στα βρετανικά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, οι προβλέψεις για οικονομική ύφεση αποδείχθηκαν υπερβολικές.
Εκείνο που δεν θα πρέπει να διαφεύγει, είναι ότι από τότε που τέθηκε σε ισχύ το Brexit, δηλαδή από το 2020, η οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου έχει υποφέρει και από άλλους κραδασμούς, όπως η πανδημία Covid-19, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι δασμοί που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ.
Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις ήταν σωστές. Η οικονομία είναι πολύ πιο αδύναμη από ό,τι προβλεπόταν, το εμπόριο έχει πληγεί, η παραγωγικότητα και η αύξηση των επιχειρηματικών επενδύσεων έχουν σταματήσει και το εισόδημα των νοικοκυριών έχει συρρικνωθεί κατά μέσο όρο αρκετές χιλιάδες λίρες ετησίως. Η αρχική υποτίμηση της λίρας – η οποία δεν επέστρεψε ποτέ στις ισοτιμίες πριν από το δημοψήφισμα – έχει εκτοξεύσει το κόστος των εισαγωγών, πυροδοτώντας μια πληθωριστική ώθηση που έχει ασκήσει πίεση στα δημόσια οικονομικά και έχει επιβαρύνει τους προϋπολογισμούς όλων των νοικοκυριών.
Ούτε καν οι εξαγωγείς – που συνήθως ευνοούνται από ένα αδύναμο νόμισμα, το οποίο καθιστά τα προϊόντα τους πιο ανταγωνιστικά στις ξένες αγορές – δεν μπόρεσαν να επωφεληθούν από αυτό, πτοημένοι από ένα κλίμα αβεβαιότητας που έχει επιβραδύνει το εμπόριο.
Όσον αφορά την ανάπτυξη, μια μελέτη ομάδας υπό τον οικονομολόγο Nicholas Bloom (Nicholas Bloom, Philip Bunn, Paul Mizen, Pawel Smietanka, Gregory Thwaites, Brexit΄s Ιmpact on the UK Economy,UK IN A CHANGING EUROPE, 4 Dec.2025) δείχνει ότι το βρετανικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι μεταξύ 6% και 8% χαμηλότερο από ό,τι στο σενάριο χωρίς Brexit. Mέχρι το 2016 υπήρχε σχεδόν τέλεια ευθυγράμμιση με άλλες 33 προηγμένες οικονομίες, αλλά στη συνέχεια άρχισε να ανοίγει ένα σαφές χάσμα και η ανάπτυξη του Ηνωμένου Βασιλείου άρχισε να επιβραδύνεται.
Πολιτική αστάθεια
Τα τελευταία χρόνια, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν επίσης πολύ ασταθές πολιτικά. Θα ήταν ενδεχομένως υπερβολή να υποστηριχθεί, ότι αυτό είναι άμεση συνέπεια του Brexit, αλλά είναι εξίσου αλήθεια, ότι ποτέ πριν δεν υπήρξαν τόσες πολλές κυβερνητικές κρίσεις όσο τα τελευταία δέκα χρόνια.
Από το 2016, το Ηνωμένο Βασίλειο είχε επτά πρωθυπουργούς -μεταξύ 1990 και 2016 ήταν τέσσερις - και σχεδόν όλοι οι προκάτοχοι του Μπέρναμ αποχώρησαν μετά από οικειοθελή παραίτηση, ενώ ο Ρίσι Σουνάκ ηττήθηκε στις εκλογές του 2024, επαναφέροντας τους Εργατικούς στην εξουσία μετά από 14 χρόνια.
Στόχος του Μπέρναμ σήμερα, διαφαίνεται να είναι η αποκατάσταση της κυβερνητικής σταθερότητας, ενδεχομένως με τον καλύτερο καθορισμό των σχέσεων με τις Βρυξέλλες, με μια εκτελεστική εξουσία περισσότερο αντιπροσωπευτική των συμφερόντων των πολιτών, που έχουν δει μερική διάβρωση της αγοραστικής δύναμης τους, καθώς και τη μη εκπλήρωση ορισμένων υποσχέσεων για τη μετά Brexit εποχή. Μεταξύ αυτών, ο φάκελος της μετανάστευσης, ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους των Leavers.
Η καθαρή μετανάστευση έχει στην πραγματικότητα αυξηθεί έντονα, με κορύφωση ένα εκατομμυρίου νέων αφίξεων μόνο το 2023. Αυτό έχει μειωθεί δραστικά τα τελευταία τρία χρόνια, αλλά έχει αφήσει το θέμα της ασφάλειας στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, η οποία τείνει να εκφυλιστεί σε βίαια επεισόδια, όπως οι αντιμεταναστευτικές ταραχές στο Μπελφαστ τον περασμένο Ιούνιο.
Ένας ακόμη λόγος
Μία πρωτοφανής πολιτική συμμαχία που αγγίζει τα θεμέλια του Ηνωμένου Βασιλείου διαμορφώθηκε στο Cardiff στις 14 Σεπτ., καθώς τα μεγαλύτερα εθνικιστικά κόμματα της Σκωτίας, της Ουαλίας και της ιρλανδικής εθνικιστικής κοινότητας στη Βόρεια Ιρλανδία συμφώνησαν να συντονίσουν τη δράση τους για βαθιές συνταγματικές αλλαγές.
Το Scottish National Party (SNP), το Plaid Cymru και το Sinn Féin υπέγραψαν Μνημόνιο Κατανόησης με το οποίο δηλώνουν, ότι η Σκωτία, η Ουαλία και η Ιρλανδία έχουν δικαίωμα να καθορίσουν δημοκρατικά το πολιτικό τους μέλλον.
Στη συνάντηση συμμετείχαν ο Πρώτος Υπουργός της Σκωτίας John Swinney, ο Πρώτος Υπουργός της Ουαλίας Rhun ap Iorwerth, η First Minister της Βόρειας Ιρλανδίας Michelle O’Neill και η πρόεδρος του Sinn Féin Mary Lou McDonald.
Η πολιτική εικόνα που δημιουργήθηκε στο Cardiff ήταν ιδιαίτερα συμβολική.
Οι διαφορετικοί στόχοι είναι σαφείς: το SNP επιδιώκει ανεξάρτητη Σκωτία, το Plaid Cymru ανεξάρτητη Ουαλία, ενώ το Sinn Féin επιδιώκει επανένωση της Βόρειας Ιρλανδίας με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.
Στην κοινή τους συμφωνία υποστηρίζουν ότι «κάθε έθνος έχει το δικαίωμα να καθορίζει το μέλλον του» και δεσμεύονται να συνεργαστούν σε τομείς όπως η οικονομία, η ενέργεια και οι σχέσεις με την Ευρώπη.
Έχει ιδιαίτερη σημασία η προτεινόμενη συνεργασία τους για τις σχέσεις με την Ευρώπη, καθώς αυτός ο στόχος, μεταξύ άλλων, είχε υποστηριχθεί από τους Σκώτους στο δημοψήφισμα του 2014 για ανεξαρτητοποίηση από το Η.Β, οι Ουαλοί κτηνοτρόφοι έχουν απολέσει πολλά δισ. επιδοτήσεων μετά το Brexit, και οι Ιρλανδοί της βόρειας Ιρλανδίας διακηρύττουν τον στόχο τους για ένωση με την δημοκρατία τις Ιρλανδίας, η οποία είναι μέλος της Ε.Ε . Δεν στερείται βάσης η εκτίμηση, ότι και αυτός είναι μεταξύ των λόγων για τους οποίου ο Βρετανός πρωθυπουργός διάκειται θετικά προς μια προσέγγιση με την ΕΕ, προκειμένου να διατηρήσει την συνοχή της χώρας του με την οπτική μιας κοινής επιδίωξης
Once in a life time - Μια φορά στη ζωή. Έτσι παρουσιάστηκε η απόφαση για το Brexit στους Βρετανούς. Μετά από δέκα χρόνια, η στρατηγική της Παγκόσμιας Βρετανίας να ανακτήσει την πλήρη ελευθερία ελιγμών στον κόσμο, αποκαλύφθηκε για αυτό που ήταν πάντα. Mια φιλοδοξία εκτός χρόνου.
Η ιδέα του Μπέρναμ να πλησιάσει την ΕΕ είναι μια πράξη πολιτικού ρεαλισμού και σαν τέτοια θα πρέπει να αποτιμηθεί και να εκτιμηθεί, ειδικά καθώς, τα τελευταία δέκα χρόνια ο κόσμος έχει αλλάξει τόσο πολύ.
* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.