ΚΑΙΡΟΣ

Η πολιτική και οικονομική αστάθεια στην Τουρκία εντείνεται 

Η πολιτική πίεση και οι δικαστικές παρεμβάσεις στην Τουρκία εντείνουν την αβεβαιότητα, με φόντο τη στρατηγική Ερντογάν για διατήρηση της εξουσίας.  

Μετά τη σαρωτική νίκη του κεμαλικού CHP στις τοπικές εκλογές του 2024, υπό την ηγεσία Ozgur Özel, το κόμμα δέχεται αυξανόμενη πίεση από το δικαστικό σώμα, με αποτέλεσμα τη σύλληψη ή την αντικατάσταση δεκάδων επιτυχόντων εκπροσώπων του, συμπεριλαμβανομένου του Ekrem İmamoğlu, δημάρχου της Κωνσταντινούπολης και προεδρικού υποψηφίου του CHP για τις εκλογές του 2028, ο οποίος βρίσκεται τώρα προφυλακισμένος.

Η αμφισβητούμενη επιστροφή του Κιλιτσντάρογλου στην ηγεσία του CHP – ο οποίος κατηγορείται ευρέως για τη σειρά εκλογικών αποτυχιών του κόμματος – κινδυνεύει να εμβαθύνει τον εσωτερικό κατακερματισμό και την πόλωση, υπονομεύοντας περαιτέρω τις προοπτικές του CHP ενόψει των γενικών εκλογών του 2028.

Καθώς η προεκλογική εκστρατεία πλησιάζει, το γεγονός διασταυρώνεται με την ευρύτερη στρατηγική του Ερντογάν να διατηρήσει την προεδρία, δεδομένου ότι πλησιάζει το όριο των δύο θητειών.

Ένας πιθανός τρόπος θα μπορούσε να συνεπάγεται την υποστήριξη ενός αξιόπιστου υποψηφίου, αν και καμία πολιτική προσωπικότητα δεν φαίνεται αρκετά δημοφιλής, όσο ο Τούρκος πρόεδρος.

Εναλλακτικά, οι πρόωρες εκλογές θα μπορούσαν ενδεχομένως να επιτρέψουν στον Ερντογάν να διεκδικήσει μια τρίτη θητεία. Ως εκ τούτου, οι προοπτικές για αυξημένο κατακερματισμό εντός του αντιπολιτευόμενου CHP και της αμφιλεγόμενης ηγεσίας του, μπορεί να είναι ένα βήμα προς την εξασφάλιση μιας ακόμη εντολής από το κυβερνών κόμμα.

Σκιές στην τουρκική οικονομία

Η πρόσφατη αναταραχή της αγοράς υπογραμμίζει την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ της πολιτικής, της εμπιστοσύνης των επενδυτών και της οικονομικής σταθερότητας στην Τουρκία. Η δικαστική απόφαση για την απομάκρυνση του προέδρου του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος CHP από το αξίωμά του, έχει εντείνει τις ανησυχίες για τους δημοκρατικούς θεσμούς και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στη χώρα, προκαλώντας έντονη αντίδραση στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Το επεισόδιο δείχνει, ότι οι πολιτικές εξελίξεις μπορούν να διαβρώσουν γρήγορα την εμπιστοσύνη των επενδυτών σε μια χώρα που ήδη παλεύει με υψηλό πληθωρισμό, συναλλαγματική αστάθεια και τις ανατρεπτικές επιπτώσεις της σύγκρουσης στο Ιράν και τις εντάσεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.

Πέρα από την άμεση αρνητική αντίδραση της αγοράς, το επεισόδιο εγείρει ευρύτερες ανησυχίες όχι μόνο για την πολιτική αλλά και για την οικονομική πορεία της Τουρκίας. Η επιδείνωση του κλίματος για την τουρκική λίρα μετά τη δικαστική απόφαση της 21ης Μαΐου εκτιμάται, ότι θα εξαντλήσει τα συναλλαγματικά αποθεματικά και θα επιβάλει μια περισσότερο αυστηρή πορεία νομισματικής πολιτικής, όπως αναφέρει η οικονομολόγος, Selva Bahar Baziki η οποία προσθέτει: «Διαγράφουμε τις μειώσεις επιτοκίων που είχαμε προβλέψει για φέτος – αναμένεται αύξηση σε 40% τον Ιούνιο, έναντι τρέχοντος 37% -. Επίσης, βλέπουμε αυστηρότερες οικονομικές συνθήκες στο μέλλον, συμπεριλαμβανομένης μιας αύξησης 300 μονάδων βάσης στο πραγματικό επιτόκιο δανεισμού». Παράλληλα, ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε σε υψηλό εξαμήνου (3/26) στο 32,37%, επηρεασμένος σε μεγάλο βαθμό από τις τιμές του πετρελαίου διεθνώς, ενώ το νόμισμα κυμαίνεται κοντά στο ιστορικό χαμηλό των 45,72 λιρών ανά δολάριο ΗΠΑ. Προκειμένου να αποσοβηθεί η κατάρρευση της λίρας, η κεντρική τράπεζα είχε ήδη χρησιμοποιήσει 58 τόνους χρυσού από τα αποθέματά της τον Μάρτιο – αξίας άνω των $8 δισ. (Εconomic Times, 29/3). Περίπου τα μισά (ΕΤF) χρησιμοποιήθηκαν για ανταλλαγή με δολάρια μέσω swaps, ενώ τα υπόλοιπα πωλήθηκαν στην αγορά σε φυσική μορφή.

Τα τελευταία χρόνια, οι επενδυτές επέστρεψαν προσεκτικά στα τουρκικά επενδυτικά στοιχεία, αφού η κυβέρνηση υιοθέτησε περισσότερο ορθόδοξες νομισματικές πολιτικές και υποσχέθηκε μεγαλύτερη μακροοικονομική πειθαρχία. Ωστόσο, η ανανεωμένη πολιτική αβεβαιότητα, μετά την ουσιαστική καθαίρεση του αρχηγού της αντιπολίτευσης, κινδυνεύει τώρα να υπονομεύσει αυτές τις προσπάθειες. Οι τουρκικές μετοχές υποχώρησαν απότομα και οι φόβοι για εκροές κεφαλαίων επανεμφανίστηκαν. Εάν συνεχιστούν οι πολιτικές εντάσεις, η Άγκυρα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αυξανόμενη πίεση στα συναλλαγματικά αποθέματα, αυξανόμενο κόστος δανεισμού και μείωση των ξένων επενδύσεων, σε μια εποχή που η οικονομία παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη στις πληθωριστικές πιέσεις και στις ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης.

Διαχείριση του δικαστικού σώματος

Η απόφαση του τουρκικού δικαστηρίου να απομακρύνει την ηγεσία του CHP είναι το τελευταίο και ίσως το πλέον ενδεικτικό σημείο, ότι το δικαστικό σώμα της χώρας έχει μετατραπεί σε εργαλείο, το οποίο χρησιμοποιεί ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων. Είναι το αποκορύφωμα μιας μακροχρόνιας διεργασίας μέσω της οποίας τα δικαστήρια της Τουρκίας έχουν μετατραπεί από έναν ιστορικά πολιτικοποιημένο αλλά σχετικά πλουραλιστικό θεσμό, σε έναν θεσμό που υπάγεται, με αυξανόμενο ρυθμό, στην εκτελεστική εξουσία.

Το συνταγματικό δημοψήφισμα του 2010, το οποίο αναδιάρθρωσε το Συνταγματικό Δικαστήριο και το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαστών και Εισαγγελέων (HSYK), παρουσιάστηκε ως μια προσπάθεια εκδημοκρατισμού, με στόχο τη διάλυση της παλιάς κοσμικής κηδεμονικής τάξης. Στην πράξη, ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις οδήγησαν το δικαστικό σώμα σε νέες μορφές πολιτικής αιχμαλωσίας, πρώτα από δίκτυα που συνδέονταν με το κίνημα Γκιουλέν και αργότερα από το ίδιο το κυβερνών ΑΚΡ.

Μετά την κατάρρευση της συμμαχίας AKP-Γκιουλέν και μετά τις έρευνες για διαφθορά το 2013, η κυβέρνηση κινήθηκε επιθετικά προκειμένου να επαναβεβαιώσει τον έλεγχό της επί των δικαστηρίων και της εισαγγελίας. Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος το 2016 σηματοδότησε μια αποφασιστική καμπή. Χιλιάδες δικαστές και εισαγγελείς εκκαθαρίστηκαν, κρατήθηκαν ή απολύθηκαν και αντικαταστάθηκαν με προσωπικότητες που θεωρήθηκαν πιστές στην κυβέρνηση, δημιουργώντας ένα εκτεταμένο κλίμα φόβου στο δικαστικό σώμα.

Η μετάβαση στο προεδρικό σύστημα το 2017-2018 θεσμοθέτησε περαιτέρω την εκτελεστική επιρροή στους διορισμούς δικαστών και στους πειθαρχικούς μηχανισμούς, γεγονός που αποδυνάμωσε τη διάκριση των εξουσιών και οδήγησε στη μετατροπή του δικαστικού σώματος σε κεντρικό όργανο πολιτικού ελέγχου.

Ποδηγέτηση της αντιπολίτευσης

Η απόφαση του πολιτικού τμήματος του Εφετείου της Άγκυρας (21/5) να καθαιρέσει τον Özgür Özel και να ακυρώσει το συνέδριο του CHP του 2023, είναι ένα ακόμη βήμα σε μια συνεχιζόμενη εκστρατεία για την υπονόμευση του κεμαλικού κόμματος. Από τη σύλληψη του Εκρέμ Ιμάμογλου, το κόμμα βρίσκεται υπό τεράστια πίεση. Ωστόσο, ενώ η απόφαση είναι τολμηρή, αποκαλύπτει επίσης μια βαθύτερη μεταμόρφωση του πολιτικού τοπίου. Η τουρκική πολιτική εξελίσσεται από θεσμοθετημένο ανταγωνισμό μεταξύ κομμάτων, που εκπροσωπούν κοινωνικά συμφέροντα, σε μια διευθέτηση μεταξύ των πολιτικών ελίτ, τοποθετώντας τα προσωπικά συμφέροντα και τις φιλοδοξίες των μεγάλων παικτών στο επίκεντρο.

Μετά τη δικαστική απόφαση, ο προσωρινά τοποθετηθείς αρχηγός του κεμαλικού κόμματος, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, έκανε την πρώτη του δήλωση, λέγοντας ότι η απόφαση για την απόλυτη ακυρότητα «είναι ευεργετική για την Τουρκία και το CHP», σύμφωνα με τη Sözcü (22/5), η οποία επικαλείται το TGRT Haber.

Η δήλωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς δείχνει, ότι ο πρώην πρόεδρος του CHP δεν απορρίπτει τη δικαστική απόφαση, η οποία καταργεί το συνέδριο του κόμματος (2023) και τον επαναφέρει στο επίκεντρο των εξελίξεων. Αντιθέτως, εμφανίζεται να την υποδέχεται ως εξέλιξη με σημασία, τόσο για το κόμμα όσο και για την Τουρκία. Για τον Κιλιτσντάρογλου, η απόκτηση του ελέγχου του κόμματος και των πόρων του είναι ο πρωταρχικός στόχος.

Εν τω μεταξύ, η εξασφάλιση μιας αντιπολίτευσης που λειτουργεί εντός του πλαισίου που έχει θέσει η Άγκυρα, ενθαρρύνει περισσότερο τον Πρόεδρο Ερντογάν και τη συμμαχία του.

Μετά τα ανωτέρω, θα μπορούσε να υποστηριχθεί, ότι η αβεβαιότητα σχετικά με τη συνεχιζόμενη διακυβέρνηση από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) και η αστάθεια της αγοράς, υπογραμμίζουν, ότι η επιβολή της εξουσίας στους κρατικούς θεσμούς δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε πολιτική σταθερότητα και οικονομική ανάπτυξη. Καθώς η ιδιότυπη τουρκική δημοκρατία αντιμετωπίζει μια από τις δυσκολότερες προκλήσεις μέχρι σήμερα, το αποτέλεσμα της διαχείρισης αυτής της κρίσης θα είναι το κλειδί για τον καθορισμό της ικανότητας της Άγκυρας να αποφύγει την αστάθεια και την περαιτέρω μετατόπιση προς τον αυταρχισμό, με όποιες αρνητικές επιπτώσεις μια τέτοια εξέλιξη θα είχε. 

* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής