ΚΑΙΡΟΣ

Η εφαρμογή από τα δικαστήρια του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος a la carte!!!

Σε κάθε περίπτωση για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοσύνη απαιτείται διαφάνεια στην απονομή της

Κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1911 επί πρωθυπουργίας Ελευθερίου Βενιζέλου Υπουργός Δικαιοσύνης ήταν ο έγκριτος νομικός Νικόλαος Δημητρακόπουλος. Με εισήγησή του θεσπίστηκαν στο Σύνταγμα δύο κρίσιμες διατάξεις:

α) Συστήθηκε το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (ΑΔΣ), που συγκροτείται κατόπιν κληρώσεως από ανώτατους δικαστές και είναι αρμόδιο για όλα τα θέματα που αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς, ήδη λειτουργούν ΑΔΣ για την τακτική δικαιοσύνη, διοικητική δικαιοσύνη και Ελεγκτικό Συνέδριο (αρθ.90Σ). Η ίδρυση του ΑΔΣ συνέβαλε στην εδραίωση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και των δικαστικών λειτουργών.

β)Θεσπίστηκε, ότι «Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη»(αρθ.93παρ.3Σ), διάταξη, που συνέβαλε τα μέγιστα στην έκδοση ορθών δικαστικών αποφάσεων, στον περιορισμό της αυθαιρεσίας της δικανικής κρίσης και στον έλεγχο, λογοδοσία και αξιολόγηση των δικαστικών λειτουργών.

Το δικαστήριο, που δικάζει υπόθεση, που αφορά ποινικό αδίκημα, εκδίδει απόφαση με την οποία ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και  του επιβάλει τις προσήκουσες ποινές ή αθώος. Κάθε απόφαση καταδικαστική ή αθωωτική, γιατί το Σύνταγμα δεν κάνει διάκριση, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος  να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, που σημαίνει, ότι ο δικαστής εξηγεί με  τρόπο σαφή, πλήρη και λογικά συνεκτικό τα πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα, που δέχτηκε και τους νομικούς συλλογισμούς, που τον οδήγησαν στη δικανική του κρίση. Συνεπώς η αιτιολόγηση όλων των δικαστικών αποφάσεων αποτελεί θεσμική αρχή της δικαιοσύνης, της μη αυθαιρεσίας της δικανικής κρίσης  και της λογοδοσίας των δικαστών, επιτρέπει τον έλεγχο της ορθότητας της δικαστικής απόφασης και ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ιδέα και στο εφαρμοσμένο σύστημα της δικαιοσύνης, που αποτελεί επίσης  την αναγκαία προϋπόθεση για την εξασφάλιση της δικαίας δίκης σύμφωνα με το άρθρο  6 της ΕΣΔΑ.

Σήμερα η παραπάνω συνταγματική διάταξη, που δεν μπορεί να τροποποιηθεί με κοινό νόμο, παραβιάζεται συστηματικά από τα δικαστήρια, γιατί με την εφαρμογή του άρθρου 142παρ.4 ΚΠοινΔ , όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4637/18-11-2019, της 22730/2020 ΥΑ Δικαιοσύνης και γνωμοδοτήσεις ολομελειών δικαστηρίων δεν καθαρογράφονται τα πρακτικά των αθωωτικών δικαστικών αποφάσεων, πλην ενδεχομένως  των περιπτώσεων που ορίζει ο νόμος.

Δεν γνωρίζω αν  οι Ολομέλειες όλων των δικαστηρίων έχουν γνωμοδοτήσει ομόφωνα ή κατά πλειοψηφία να μην καθαρογράφονται οι αθωωτικές αποφάσεις, απορώ όμως πώς οι δικαστές, στους οποίους η Πολιτεία  έχει αναθέσει την τήρηση τους Συντάγματος, γνωμοδότησαν ότι με τη μη καθαρογράφηση των αθωωτικών αποφάσεων δεν παραβιάζεται το άρθρο 93παρ.3Σ. Προξενεί εντύπωση, ότι δεν καθαρογράφονται αθωωτικές αποφάσεις παρά την αντίθετη πρόταση του εισαγγελέως της έδρας ή την απαλλαγή του κατηγορουμένου για  έλλειψη δόλου ή λόγω αμφιβολιών, που σημαίνει, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη, αλλά το δικαστήριο πρέπει να αιτιολογήσει ειδικά βάσει της αποδεικτικής διαδικασίας  τον μη καταλογισμό σε αυτόν της πράξης ή πώς προέκυψαν αμφιβολίες για την αθώωσή του  κατά την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος  και ως εκ τούτου είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος της απόφασης. Το δικαστήριο απαγγέλει σε δημόσια συνεδρίαση την απόφασή του  «αθώος» χωρίς να αναφέρεται στους λόγους, που τον οδήγησαν στη αθώωση του κατηγορουμένου, που παλαιότερα προέκυπταν από την αιτιολογία της απόφασης, ενώ τώρα συνάγονται μόνο από τη παραδοχή της εισαγγελικής πρότασης, γιατί δεν καθαρογράφονται τα πρακτικά της δίκης, με αποτέλεσμα να μπορεί να υποκρύπτεται αυθαίρετη δικαστική κρίση, που μόνο από την αιτιολόγηση της απόφασης σε συσχετισμό με το αποδεικτικό υλικό μπορεί να διαπιστωθεί.

Εξάλλου ο δικαστής από το σκεπτικό των ποινικών αποφάσεων αξιολογείται υπηρεσιακά και σε κάθε περίπτωση να μην μπορεί να γίνει χρήση της απόφασης για άλλες διαδικασίες ή να καταμηνυθούν οι ψευδομάρτυρες.

Επιπλέον, οι ποινικές αποφάσεις αθωωτικές ή καταδικαστικές δημιουργούν με το σκεπτικό τους νομολογία ένα είδους οιονεί δεδικασμένου για την έννοια μια διάταξης ή την εφαρμογή της βάσει πραγματικών περιστατικών, όπως πχ πόση είναι η μικρή ποσότητα των ναρκωτικών για ιδία χρήση για  την οποία  δεν τιμωρείται ο τοξικομανής και ως εκ τούτου είναι απαραίτητη ή καθαρογράφηση των πρακτικών όλων των ποινικών αποφάσεων.

Θεωρώ, ότι είναι ανεπίτρεπτα ως αντισυνταγματική η νομοθετικά ή ως δικαστική πρακτική το να μην καθαρογράφονται τα πρακτικά των αθωωτικών ποινικών αποφάσεων, γιατί έτσι παραβιάζονται τα άρθρα 93 παρ.3 Συντάγματος και 6 ΕΣΔΑ και για τον λόγο αυτό συντάσσομαι με τον στόχο του νομικού κόσμου, που ζητά την καθαρογράφηση των πρακτικών όλων των αθωωτικών  ποινικών αποφάσεων και ενδεχόμενα το ζήτημα να κριθεί από προσεχή  σχετική γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών μόνο για τις υποθέσεις της περιφερείας του. 

Πιστεύω όμως, ότι το ζήτημα πρέπει να ρυθμιστεί νομοθετικά σύμφωνα με την παραπάνω συνταγματική διάταξη, αλλιώς αν η εφαρμογή του άρθρου 93παρ.3Σ εξαρτιόνταν από τη γνώμη της Ολομέλειας κάθε δικαστηρίου τότε η εφαρμογή του Συντάγματος  θα ήταν a la carte.

Για το σοβαρό αυτό θέμα δεν υπόπεσε στη αντίληψή μου οποιαδήποτε θέση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, που με τροπολογίες διορθώνει ανακύπτοντα προβλήματα, από την ηγεσία του ΑΠ και τις δικαστικές ενώσεις  ούτε προσπάθεια για την έξοδο από την εσωστρέφεια της δικαιοσύνης και την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοσύνη με  έργα και όχι με λόγια με δεδομένο, ότι σύμφωνα με τη τελευταία δημοσκόπηση της ΑLCO η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη ανέρχεται σε ποσοστό 20% των ερωτηθέντων και  ότι κανένας θεσμός δεν μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά, αν δεν απολαμβάνει της εμπιστοσύνης των πολιτών.

Σε κάθε περίπτωση για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοσύνη απαιτείται διαφάνεια στην απονομή της, που δεν εξασφαλίζεται με τη μη καθαρογράφηση  των πρακτικών των αθωωτικών αποφάσεων και μάλιστα όταν αφορούν  επωνύμους κατηγορούμενους,  οπότε ακούγονται ψίθυροι (επιεικώς) σε βάρος της δικαιοσύνης,  ενώ θα συνέβαινε το   αντίθετο με τη καθαρογράφηση  των αθωωτικών αποφάσεων με πλήρη και πειστική αιτιολόγηση  για την ηθική αποκατάσταση των αθωωθέντων.

* Ο Λέανδρος Τ. Ρακιντζής είναι Αρεοπαγίτης  ε.τ.