ΚΑΙΡΟΣ

Η απόφαση του Αρείου Πάγου δεν είναι το τέλος, είναι μόνο η αρχή

Η Δικαιοσύνη μίλησε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Τώρα είναι η σειρά των τραπεζών, των funds, των servicers και της Πολιτείας για πλήρη εφαρμογή της απόφασης

Η υπ’ αριθμ. 6/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου δεν είναι το τέλος. Είναι η αρχή μιας νέας εποχής δικαστικής και κοινωνικής λογοδοσίας.

Εδώ και περισσότερα από τριάντα χρόνια  υπηρετώ τη δικηγορία με μοναδικό γνώμονα την προστασία των πολιτών απέναντι σε κάθε μορφή οικονομικής και θεσμικής αυθαιρεσίας. Έχοντας χειριστεί χιλιάδες υποθέσεις δανειοληπτών σε ολόκληρη τη χώρα και έχοντας επιτύχει χιλιάδες ευνοϊκές δικαστικές αποφάσεις, γνωρίζω καλύτερα από τον καθένα πόσο βαθιά τραύματα άφησε η διαχείριση του ιδιωτικού χρέους στην ελληνική κοινωνία.

Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι η πρόσφατη υπ' αριθμ. 6/2026 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δικαστικές αποφάσεις των τελευταίων ετών. Πρόκειται για μία ιστορική δικαίωση χιλιάδων δανειοληπτών και ταυτόχρονα για μία ηχηρή υπενθύμιση ότι η Δικαιοσύνη εξακολουθεί να αποτελεί τον θεματοφύλακα της κοινωνικής ισορροπίας όταν αυτή διαταράσσεται.

Ο ν. 3869/2010, γνωστός ως «Νόμος Κατσέλη», θεσπίστηκε μέσα στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης για να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Ιδιαίτερα τα άρθρα 8 και 9 του νόμου αποτέλεσαν τον πυρήνα της προστασίας των δανειοληπτών, καθορίζοντας τις προϋποθέσεις δικαστικής ρύθμισης των οφειλών και προστασίας της κύριας κατοικίας. Ο νομοθέτης δεν επιδίωξε απλώς τη διευκόλυνση των πιστωτών στην είσπραξη απαιτήσεων. Επιδίωξε τη δημιουργία ενός πλαισίου πραγματικής οικονομικής επανένταξης ανθρώπων που είχαν περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής χωρίς δόλο.

Επί σειρά ετών, όμως, παρακολουθούσα δανειολήπτες που ενώ τηρούσαν πιστά τις δικαστικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή των άρθρων 8 και 9 του ν. 3869/2010, διαπίστωναν ότι η οφειλή τους δεν μειωνόταν όπως ανέμεναν. Αντιθέτως, η πρακτική υπολογισμού τόκων επί του συνόλου του ανεξόφλητου κεφαλαίου δημιουργούσε πρόσθετες επιβαρύνσεις που συχνά καθιστούσαν ανεφάρμοστη τη δικαστική ρύθμιση. Ιδίως δε από το καλοκαίρι του 2022, με τις διαδοχικές αυξήσεις των επιτοκίων, οι δανειολήπτες είδαν τις δόσεις των δικαστικών τους ρυθμίσεων κατά κυριολεξία να πολλαπλασιάζονται!

Με την υπ’ αριθμ. 6/2026 απόφασή της, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έθεσε τέλος σε αυτή τη στρέβλωση. Το ανώτατο δικαστήριο της χώρας επανέφερε τον νόμο στον πραγματικό του σκοπό και επιβεβαίωσε ότι οι δικαστικά καθορισμένες δόσεις δεν μπορούν να ακυρώνονται στην πράξη μέσω λογιστικών μεθόδων που μετατρέπουν μια βιώσιμη ρύθμιση σε οικονομική παγίδα.
Δεν είναι τυχαίο ότι στην πιλοτική αυτή δίκη συσπειρώθηκαν υπέρ της αντίθετης άποψης τράπεζες, εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων και φορείς του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το διακύβευμα αφορούσε εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες και οικονομικά συμφέροντα τεράστιας αξίας. Ωστόσο, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε υπέρ των δανειοληπτών με συντριπτική πλειοψηφία 35 έναντι 12 δικαστών, αποδεικνύοντας ότι ο νόμος δεν ερμηνεύεται με βάση το οικονομικό συμφέρον αλλά με βάση τον σκοπό του και τις αρχές του κράτους δικαίου.

Η απόφαση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν εξεταστεί σε συνδυασμό με το συνολικό πλαίσιο διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ο ν. 3156/2003 δημιούργησε το θεσμικό πλαίσιο των τιτλοποιήσεων απαιτήσεων, σε μία πολύ διαφορετική όμως εποχή και με εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Στη συνέχεια, ο ν. 4354/2015 επέτρεψε τη μεταβίβαση και διαχείριση δανείων από εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων και επενδυτικά κεφάλαια. Ακολούθησε το πρόγραμμα «Ηρακλής», που θεσπίστηκε με τον ν. 4649/2019 και ενισχύθηκε με μεταγενέστερες παρατάσεις, μέσω του οποίου παρασχέθηκαν κρατικές εγγυήσεις δισεκατομμυρίων ευρώ για τη διευκόλυνση των τιτλοποιήσεων.

Παράλληλα, η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με αριθμό 1/2023 αναγνώρισε τη δυνατότητα των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων να προβαίνουν σε πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης για λογαριασμό των funds που απέκτησαν τα δάνεια, το οποίο σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα αποτυπώθηκε και νομοθετικά με το ν. 5072/2023. Οι συνθήκες αυτές διαμόρφωσαν ένα νέο τοπίο στη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους, το οποίο οδήγησε σε χιλιάδες πλειστηριασμούς και σε μία πρωτοφανή μεταφορά περιουσίας από τους πολίτες προς χρηματοπιστωτικούς φορείς και επενδυτικά σχήματα.

Την ίδια στιγμή, χιλιάδες δανειολήπτες είδαν τις απαιτήσεις εναντίον τους να μεταβιβάζονται σε funds σε τιμές που σε πολλές περιπτώσεις κυμαίνονταν μεταξύ 5% και 20% της ονομαστικής αξίας των δανείων, χωρίς ποτέ να τους δοθεί η δυνατότητα να εξαγοράσουν οι ίδιοι τις οφειλές τους με αντίστοιχους όρους. Πρόκειται για μία θεσμική ανισορροπία που εξακολουθεί να προκαλεί εύλογους προβληματισμούς τόσο σε κοινωνικό όσο και σε νομικό επίπεδο.

Ως δικηγόρος που βρέθηκα από την πρώτη στιγμή απέναντι στις καταχρηστικές πρακτικές τραπεζών, funds και servicers, θεωρώ ότι η υπ’ αριθμ. 6/2026 απόφαση της Ολομέλειας δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μία απλή νομολογιακή εξέλιξη. Αποτελεί τη νομική βάση για τη διεκδίκηση αποκατάστασης της ζημίας που υπέστησαν χιλιάδες πολίτες.

Για τον λόγο αυτό καλώ όλους τους δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010 να προχωρήσουν άμεσα σε πλήρη νομικό και οικονομικό έλεγχο της υπόθεσής τους. Να απαιτήσουν αναλυτικό επανυπολογισμό των τόκων, να ζητήσουν πλήρη λογιστική απεικόνιση των χρεώσεων που τους επιβλήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια και να εξετάσουν τη δυνατότητα άσκησης κάθε νόμιμου δικαιώματος για την αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.

Η εμπειρία μου από χιλιάδες δικαστικές μάχες με έχει διδάξει ότι καμία αδικία δεν θεραπεύεται από μόνη της. Τα δικαιώματα κατοχυρώνονται μόνο όταν διεκδικούνται. Σήμερα οι πολίτες διαθέτουν πλέον στα χέρια τους μία ιστορική απόφαση της  Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Η απόφαση αυτή δεν πρέπει να παραμείνει στα νομικά συγγράμματα και στις δικαστικές αίθουσες. Πρέπει να μετατραπεί σε πραγματική οικονομική αποκατάσταση για κάθε θιγόμενο δανειολήπτη.

Πιστεύω ακράδαντα ότι η Δικαιοσύνη μίλησε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Τώρα είναι η σειρά των τραπεζών, των funds, των servicers και της Πολιτείας να εφαρμόσουν πλήρως την απόφαση. Και είναι η ώρα των πολιτών να διεκδικήσουν όσα δικαιούνται.

Η υπ’ αριθμ. 6/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου δεν είναι το τέλος. Είναι η αρχή μιας νέας εποχής δικαστικής και κοινωνικής λογοδοσίας.