ΚΑΙΡΟΣ

Γουίτνεϊ Χιούστον: Κοκαΐνη, κρυφοί έρωτες και βία – Η σκοτεινή πλευρά της δόξας

Your browser doesn’t support HTML5 audio

Νέα βιογραφία εξετάζει τη σχέση με τη Ρόμπιν Κρόφορντ, τον γάμο με τον Μπόμπι Μπράουν και τις μάχες πίσω από τη μεγάλη καριέρα

Περισσότερες από 200 εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων, έξι Grammy και μια φωνή που σημάδεψε την ποπ μουσική. Η Γουίτνεϊ Χιούστον (Whitney Houston) γνώρισε τεράστια επιτυχία, όμως η προσωπική της ζωή κατέληξε συχνά να επισκιάζει τη δουλειά της. Οι σχέσεις της, ο γάμος με τον Μπόμπι Μπράουν και η εξάρτησή της από τις ουσίες έγιναν αντικείμενο αδιάκοπης δημοσιότητας, μέχρι τον θάνατό της το 2012, σε ηλικία 48 ετών.

Η Έμιλι Λόρντι, ακαδημαϊκός και δημοσιογράφος, επιχειρεί να δει τη γυναίκα πίσω από αυτή την εικόνα στο βιβλίο «Holding Lightning: The Life, Loves and Art of Whitney Houston». Για τέσσερα χρόνια συνομίλησε με φίλους, μουσικούς που συνεργάστηκαν μαζί της και γείτονες, ανατρέχοντας παράλληλα σε συνεντεύξεις της ίδιας και σε απομνημονεύματα ανθρώπων του περιβάλλοντός της.

Από αυτές τις αφηγήσεις προκύπτει μια προσωπικότητα πιο σύνθετη από εκείνη της λαμπερής ερμηνεύτριας ή της τραγικής σταρ: μια γυναίκα με φιλοδοξία, αποφασιστικότητα και αντιφάσεις, που διεκδικούσε τον έλεγχο της δουλειάς της, ενώ δυσκολευόταν να βρει ισορροπία στην προσωπική της ζωή.

Η μουσική υπήρχε από την αρχή στο σπίτι της. Η μητέρα της, Σίσι Χιούστον, ήταν καταξιωμένη τραγουδίστρια και η Ντιόν Γουόργουικ πρώτη εξαδέλφη της. Μέσα από τη μητέρα της γνώρισε την Αρίθα Φράνκλιν και την Τσάκα Καν, ενώ στα 11 της τραγούδησε για πρώτη φορά σόλο στην εκκλησία.

Οι συμμαθητές της, πάντως, δεν θυμούνται ένα κορίτσι που τραγουδούσε ασταμάτητα στους διαδρόμους ή πρωταγωνιστούσε στις σχολικές παραστάσεις. Αρκετοί πίστευαν ότι θα γινόταν μοντέλο — είχε άλλωστε εμφανιστεί στο περιοδικό «Seventeen». 

Κεντρική θέση στη βιογραφία έχει η Ρόμπιν Κρόφορντ, η γυναίκα που γνώρισε η Χιούστον στα νεανικά της χρόνια και παρέμεινε δίπλα της για μεγάλο μέρος της καριέρας της. Η Κρόφορντ επιβεβαίωσε στα απομνημονεύματά της, το 2019, ότι η σχέση τους υπήρξε ερωτική.

Σύμφωνα με την αφήγησή της, λίγο πριν από το πρώτο δισκογραφικό συμβόλαιο της Χιούστον με την Arista το 1983, η τραγουδίστρια της είπε ότι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν ως ερωτικό ζευγάρι. Της χάρισε μια Βίβλο, στις τελευταίες σελίδες της οποίας έγραψαν υποσχέσεις ότι θα αγαπούν η μία την άλλη χωρίς όρους.

Η σχέση τους, ωστόσο, δεν τελείωσε εκεί. Έζησαν μαζί για χρόνια και η Κρόφορντ είχε σταθερή παρουσία στα στούντιο και στις περιοδείες. Η Λόρντι την παρουσιάζει ως έναν από τους σημαντικότερους ανθρώπους στη ζωή της Χιούστον, χωρίς να παραλείπει τις εντάσεις και τη ζήλια που, σύμφωνα με τις αφηγήσεις που συγκέντρωσε, δοκίμασαν τον δεσμό τους.

Η γνωριμία με τον Μπόμπι Μπράουν έγινε στα Soul Train Awards το 1989. Εκείνη την περίοδο η Χιούστον έβγαινε με τον Έντι Μέρφι. Στο βιβλίο περιγράφεται μάλιστα ένα πάρτι γενεθλίων της, στο οποίο είχε προσκαλέσει και τους δύο: ο Μπράουν έμεινε όλη τη νύχτα, ενώ ο Μέρφι εμφανίστηκε για λίγο, προσφέροντάς της ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι.

Η Χιούστον και ο Μπράουν παντρεύτηκαν το 1992 και απέκτησαν την Μπόμπι Κριστίνα. Ο γάμος τους, που έληξε το 2007, σημαδεύτηκε από καταγγελίες απιστίας και ενδοοικογενειακής βίας.

Το 2005, η Χιούστον εμφανίστηκε στο ριάλιτι «Being Bobby Brown», παρότι αρχικά δεν προβλεπόταν να συμμετέχει. Η σκηνοθέτρια Έιπριλ Λάντι εκτιμά ότι το κίνητρό της ήταν κυρίως η επιθυμία να βρίσκεται περισσότερο μαζί με τον σύζυγό της. «Δεν χρειαζόταν περισσότερη προσοχή, ούτε περισσότερους ανθρώπους να της ζητούν αυτόγραφο ή να την κάνουν να νιώθει ξεχωριστή. Ήθελε απλώς να νιώθει έτσι μέσα στον γάμο της», αναφέρει.

Η βιογραφία εξετάζει επίσης τη χρήση ουσιών, ανατρέχοντας σε χρόνια πριν από τη γνωριμία της με τον Μπράουν. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που παραθέτει η Λόρντι, ο μεγαλύτερος αδελφός της, Μάικλ, την είχε μυήσει στη μαριχουάνα όταν ήταν 14 ετών. Η Κρόφορντ έχει περιγράψει ότι οι δυο τους έκαναν χρήση ουσιών, αλλά είχαν συμφωνήσει να σταματήσουν όταν η καριέρα της Χιούστον άρχισε να απογειώνεται.

Η συγγραφέας, πάντως, επιμένει και σε μια πλευρά που συχνά παραμερίζεται: τον ρόλο της ίδιας της Χιούστον στη διαμόρφωση της καριέρας της. Αμφισβητεί την εικόνα μιας τραγουδίστριας που απλώς ακολούθησε τις οδηγίες του δισκογραφικού στελέχους Κλάιβ Ντέιβις. Ο Τζόνσον το διατυπώνει ξεκάθαρα: «Εκείνη ήταν το αφεντικό».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ερμηνεία του αμερικανικού εθνικού ύμνου στο Super Bowl του 1991. Η Χιούστον αντιστάθηκε στις προτάσεις να επιταχύνει την ενορχήστρωση και ηχογράφησε το κομμάτι με μία λήψη. Την τελευταία στιγμή άφησε στην άκρη το μαύρο φόρεμα που είχε προγραμματίσει να φορέσει και εμφανίστηκε με λευκή αθλητική φόρμα.

Η ερμηνεία κυκλοφόρησε ως single και επέστρεψε στα charts μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, μία δεκαετία αργότερα. Για τη Λόρντι, είναι ένα από τα πιο καθαρά παραδείγματα του καλλιτεχνικού της ενστίκτου: η Χιούστον γνώριζε πώς ήθελε να ακουστεί — και μπορούσε να μετατρέψει ακόμη και μια τόσο γνώριμη μελωδία σε μια στιγμή που έμενε στη μνήμη.

Πηγή: skai.gr