Δεν είναι μια νέα κρίση χρέους. Τα σημάδια, όμως, που εμφανίζονται στις ευρωπαϊκές αγορές θυμίζουν μια περίοδο που η Ευρώπη θα προτιμούσε να έχει αφήσει οριστικά πίσω της.
Το ευρώ υποχώρησε τη Δευτέρα σε χαμηλό 17 μηνών έναντι του δολαρίου, ενώ το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει αυξηθεί σημαντικά. Την ίδια ώρα, η πολιτική αβεβαιότητα εντείνεται από το Παρίσι μέχρι τη Μαδρίτη, ενώ η Ιταλία εξακολουθεί να έχει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη.
Το θέμα λοιπόν είναι ότι η πίεση δεν περιορίζεται σε μία μόνο χώρα, αλλά αγγίζει τρεις από τις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης. Και αυτός είναι ο λόγος που οι αγορές ξανακοιτούν με μεγαλύτερη προσοχή το ευρωπαϊκό χρέος.
Σε πρώτο πλάνο η Γαλλία
Στην παρούσα φάση, το μεγαλύτερο καμπανάκι έρχεται από τη Γαλλία. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η χώρα αντιμετωπίζει ξαφνικά κρίση χρηματοδότησης. Είναι ότι η δημοσιονομική της κατάσταση επιδεινώνεται και γίνεται όλο και πιο δύσκολη.
Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου πλησίασε το 5% την περασμένη εβδομάδα, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, ενώ η διαφορά απόδοσης -το γνωστό μας spread- έναντι του αντίστοιχου γερμανικού Bund ξεπέρασε τις 150 μονάδες βάσης, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011. Με απλά λόγια, οι επενδυτές ζητούν πλέον αισθητά μεγαλύτερη απόδοση για να δανείσουν τη Γαλλία σε σχέση με τη Γερμανία.
Πίσω από αυτή την εξέλιξη βρίσκεται η ανησυχία για την πορεία των γαλλικών δημόσιων οικονομικών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει δημοσιονομικό έλλειμμα 5,1% του ΑΕΠ για τη Γαλλία το 2026 και 5,7% το 2027. Το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί από 115,6% του ΑΕΠ το 2025 σε 118,1% το 2026 και να ξεπεράσει το 120% το 2027.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο επειδή αυξάνεται και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Η Κομισιόν υπολογίζει ότι οι δαπάνες για τόκους θα φτάσουν το 2,6% του ΑΕΠ φέτος και το 2,8% το 2027.
Όσο υψηλότερα είναι τα επιτόκια με τα οποία δανείζεται ένα κράτος, τόσο μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού του κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους. Με άλλα λόγια, όσο ακριβότερα δανείζεται η Γαλλία, τόσο περισσότερα χρήματα χρειάζεται για την πληρωμή τόκων και τόσο μικρότερο είναι το περιθώριο για άλλες δαπάνες.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η Γαλλία θεωρούνταν παραδοσιακά ένας από τους ασφαλέστερους μεγάλους εκδότες κρατικού χρέους στην ευρωζώνη. Οι Financial Times είχαν επισημάνει ήδη από τον Αύγουστο ότι η Γαλλία είχε αρχίσει να αντικαθιστά την Ιταλία ως βασική ανησυχία των επενδυτών για τη βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού χρέους, με τις αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων να βρίσκονται για μεγάλο μέρος του καλοκαιριού πάνω από τις ιταλικές.
Από τα… γουρούνια (PIIGS) στα… βατράχια (FROGS)
Μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε ένα νέο ακρωνύμιο: FROGS.
Κατά την κρίση χρέους της ευρωζώνης, το ακρωνύμιο PIIGS χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, την Ελλάδα και την Ισπανία, τις χώρες που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης κρατικού χρέους.
Τώρα, ένας νέος όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη γαλλική περίπτωση: FROGS, French Oversized Government and Social Security. Ο όρος δημιουργήθηκε από τον Olivier Redoulès, διευθυντή μελετών του γαλλικού οικονομικού ινστιτούτου Rexecode, και προβλήθηκε από τον επικεφαλής του ινστιτούτου Denis Ferrand και αναφέρεται στο μεγάλο μέγεθος του γαλλικού κράτους και των κοινωνικών δαπανών.
Η διαφορά είναι ενδεικτική. Αυτή τη φορά δεν βρίσκεται στο μικροσκόπιο μια ομάδα μικρότερων οικονομιών της περιφέρειας, αλλά η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης. Και αυτό καθιστά τη δημοσιονομική πίεση που δέχεται η Γαλλία πολύ μεγαλύτερης σημασίας για ολόκληρο το μπλοκ.
Η Ιταλία δεν έχει φύγει από την εξίσωση
Παρότι η Γαλλία αποτελεί σήμερα το επίκεντρο της ανησυχίας, η Ιταλία παραμένει η μεγαλύτερη συστημική δοκιμασία της ευρωζώνης σε ό,τι αφορά το ύψος του δημόσιου χρέους. Το ιταλικό δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί από 137,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 138,5% το 2026 και 139,2% το 2027, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά σε σχέση με τη Γαλλία. Η Ιταλία έχει καταφέρει να περιορίσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα. Η κυβέρνηση αναμένει ότι το 2026 θα πέσει κάτω από το όριο του 3% του ΑΕΠ που προβλέπεται από τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ, για πρώτη φορά από το 2019.
Το χρέος, όμως, παραμένει εξαιρετικά υψηλό και, σύμφωνα με την Κομισιόν, δεν αναμένεται να αρχίσει να υποχωρεί πριν από το 2028.
Το κόστος δανεισμού εξακολουθεί επίσης να είναι σημαντικό. Τη Δευτέρα, η απόδοση του ιταλικού 10ετούς βρισκόταν γύρω στο 4,59%, έναντι 3,44% του γερμανικού Bund.
Ο Ιταλός υπουργός Οικονομικών είχε προειδοποιήσει τον Σεπτέμβριο ότι το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους αυξάνεται με «ανησυχητικό ρυθμό».
Η Ιταλία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της αναταραχής. Παραμένει όμως μια σημαντική παράμετρος, καθώς το πολύ υψηλό χρέος της κάνει ακόμη πιο ευαίσθητη την ευρωζώνη σε μια παρατεταμένη άνοδο του κόστους δανεισμού.
Στο προσκήνιο και η Ισπανία
Στο ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον της ευρωζώνης προστίθεται και η πολιτική αβεβαιότητα στην Ισπανία. Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ ανακοίνωσε τη Δευτέρα πρόωρες εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου, μετά την απόρριψη κυβερνητικών μέτρων για τη στέγαση από τη Βουλή.
Η Ισπανία δεν αντιμετωπίζει σήμερα το ίδιο δημοσιονομικό πρόβλημα με τη Γαλλία ή την Ιταλία. Η οικονομία της συνεχίζει να αναπτύσσεται, ενώ ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει.
Η Ισπανία συμπληρώνει την εικόνα όχι λόγω δημοσιονομικής εκτροπής, αλλά επειδή προσθέτει πολιτικό κίνδυνο σε μια ήδη νευρική αγορά.
Τον λογαριασμό πληρώνει το ευρώ
Το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα είναι ένας από τους πιο άμεσους αποδέκτες της αυξημένης αβεβαιότητας. Το ευρώ υποχώρησε τη Δευτέρα έως το 1,1161 δολάριο, στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2025, έχοντας ήδη καταγράψει τέσσερις συνεχόμενες εβδομάδες απωλειών.
Η Γαλλία δεν είναι ο μοναδικός λόγος, αν και τα δημόσια οικονομικά της έχουν γίνει ένας ακόμη παράγοντας που πιέζει το κοινό νόμισμα, καθώς ενισχύουν την αβεβαιότητα για την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Το δολάριο ενισχύεται επίσης λόγω των υψηλών αμερικανικών αποδόσεων και των επίμονων πληθωριστικών πιέσεων στις ΗΠΑ. Παράλληλα, οι αγορές έχουν προσαρμόσει τις προσδοκίες τους για την πορεία των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), καθώς ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη έχει αυξηθεί σημαντικά.
Δεν είναι 2011
Η σημερινή εικόνα απέχει από την κρίση χρέους της ευρωζώνης στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Σύμφωνα με την Barclays, οι αγορές έχουν λόγους να ανησυχούν για τη Γαλλία, αλλά τα επίπεδα πίεσης απέχουν ακόμη πολύ από εκείνα της κρίσης του 2011.
Η ΕΚΤ διαθέτει σήμερα εργαλεία που δεν υπήρχαν το 2011 και γνωρίζει πολύ καλύτερα τους κινδύνους μιας απότομης διεύρυνσης των spreads. Η ίδια η Κριστίν Λαγκάρντ χαρακτήρισε τη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας σοβαρή, αλλά απέρριψε τη σύγκριση με τις κρίσεις του 2008 και του 2011.
Το πρόβλημα, επομένως, μπορεί να μην είναι ένα ξαφνικό σοκ. Μπορεί, όμως, να είναι κάτι πολύ πιο αργό και επίμονο: ένα υψηλότερο κόστος δανεισμού που παραμένει για μεγάλο διάστημα και περιορίζει όλο και περισσότερο τα περιθώρια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Όταν το κόστος του χρέους ανεβαίνει παντού
Αυτό είναι που κάνει τη σημερινή συγκυρία διαφορετική. Δεν υπάρχει σήμερα μια χώρα στα πρόθυρα χρηματοδοτικής κατάρρευσης που απειλεί να συμπαρασύρει τις υπόλοιπες, ούτε μια κρίση χρέους που εξαπλώνεται από την περιφέρεια προς τον πυρήνα. Υπάρχει κάτι πιο υποδόριο: το κόστος δανεισμού αυξάνεται ταυτόχρονα σε οικονομίες που είναι πολύ μεγάλες για να αγνοηθούν. Και εκδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο σε καθεμία από αυτές: στη Γαλλία με το υψηλό έλλειμμα και το αυξανόμενο χρέος, στην Ιταλία με το τεράστιο βάρος του δημόσιου χρέους και στην Ισπανία με την αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα.
Αυτό που συνδέει όλες αυτές τις εστίες πίεσης είναι η στάση της αγοράς ομολόγων, η οποία απαιτεί πλέον υψηλότερες αποδόσεις για να αναλάβει κρατικό κίνδυνο.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μια νέα κρίση χρέους που βρίσκεται ήδη μπροστά στην πόρτα της ευρωζώνης. Είναι η σταδιακή αύξηση του κόστους χρηματοδότησης για τις μεγαλύτερες οικονομίες της.
Όσο οι αποδόσεις των ομολόγων παραμένουν υψηλές, τόσο μεγαλύτερο μέρος των κρατικών προϋπολογισμών θα κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους και τόσο μικρότερα θα είναι τα περιθώρια για ανάπτυξη, επενδύσεις και νέες παρεμβάσεις.
Η Ευρώπη δεν βρίσκεται στο 2011. Οι αγορές, όμως, έχουν αρχίσει ξανά να θυμίζουν στις κυβερνήσεις ότι το δημόσιο χρέος έχει κόστος - και ότι το κόστος αυτό γίνεται πολύ μεγαλύτερο όταν αυξάνεται ταυτόχρονα σε πολλές από τις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης.
Πηγή: skai.grΔιαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.